Η εποχή του streaming υποσχέθηκε απεριόριστη πρόσβαση σε μουσική, ταινίες και σειρές με ένα πάτημα στην οθόνη. Ωστόσο, για μια μερίδα καταναλωτών η ευκολία αυτή αρχίζει να χάνει τη γοητεία της. CD, DVD, βινύλια, κασέτες, ακόμη και VHS επιστρέφουν στα ράφια, όχι μόνο ως αντικείμενα νοσταλγίας, αλλά και ως ένας τρόπος ανάκτησης του ελέγχου απέναντι στις συνδρομές, τους αλγορίθμους και την προσωρινότητα του ψηφιακού περιεχομένου.
Όπως καταγράφει ο Guardian μέσα από μαρτυρίες καταναλωτών, πίσω από την επιστροφή στα φυσικά μέσα βρίσκονται διαφορετικά κίνητρα: η επιθυμία πραγματικής κατοχής ενός άλμπουμ ή μιας ταινίας, η στήριξη των δημιουργών, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και η ανάγκη απόδρασης από τις αυτοματοποιημένες προτάσεις των πλατφορμών.
Η λογική συνοψίζεται σε μία φράση που επαναλαμβάνεται από φίλους των φυσικών μέσων: «Αν δεν μπορείς να το κρατήσεις στα χέρια σου, δεν σου ανήκει».
Από το streaming στην επιστροφή στο άλμπουμ
Για αρκετούς καταναλωτές, το ζήτημα δεν είναι μόνο η ιδιοκτησία αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ακούν μουσική. Ο Ash, 52 ετών και πανεπιστημιακός στην Κορνουάλη, εξηγεί στον Guardian ότι αρχικά αγκάλιασε το streaming, προτού επιστρέψει σταδιακά στη συλλογή δίσκων και CD.
Έχοντας συγκεντρώσει περισσότερα από 5.000 φυσικά άλμπουμ, θεωρεί ότι οι αλγόριθμοι μπορούν πράγματι να προτείνουν ενδιαφέρουσα μουσική, όμως η προσωπική αναζήτηση μέσα από περιοδικά, προτάσεις καλλιτεχνών ή συστάσεις φίλων δημιουργεί διαφορετική σχέση με αυτό που τελικά επιλέγει να ακούσει.
Το streaming, όπως λέει, τον οδήγησε να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στη δημιουργία playlists παρά στην ίδια την ακρόαση, ενώ σταδιακά έχασε τη συνήθεια να ακούει ένα ολόκληρο άλμπουμ από την αρχή μέχρι το τέλος. Με τους δίσκους, αντίθετα, η μουσική μετατρέπεται ξανά σε συνειδητή δραστηριότητα και όχι σε έναν ήχο που λειτουργεί απλώς στο παρασκήνιο.
Όταν οι ταινίες εξαφανίζονται από τις πλατφόρμες
Ένας ακόμη λόγος επιστροφής στα φυσικά μέσα είναι η αβεβαιότητα γύρω από το περιεχόμενο των streaming υπηρεσιών. Ταινίες και σειρές μπορούν να αφαιρεθούν όταν λήξουν συμφωνίες δικαιωμάτων, αφήνοντας τον συνδρομητή χωρίς πρόσβαση ακόμη και σε τίτλους που θεωρούσε δεδομένο ότι θα παραμείνουν διαθέσιμοι.
Η CJ, 55 ετών από την Ατλάντα, επέστρεψε στα φυσικά μέσα όταν διαπίστωσε ότι προγράμματα που αγαπούσε εξαφανίζονταν από τις ψηφιακές υπηρεσίες. Η απόφαση του HBO να αφαιρέσει περίπου 200 επεισόδια του «Sesame Street» το 2022 αποτέλεσε για την ίδια χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Έκτοτε αναζητεί μαζί με την οικογένειά της DVD και CD σε υπαίθριες αγορές και καταστήματα μεταχειρισμένων, ιδιαίτερα για σειρές και ταινίες που δεν υπάρχουν πλέον online. Το επιχείρημα είναι απλό: η ψηφιακή πρόσβαση δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με ιδιοκτησία. Μια συνδρομή προσφέρει πρόσβαση μόνο όσο το περιεχόμενο παραμένει διαθέσιμο και όσο ο χρήστης συνεχίζει να πληρώνει.

DVD τηλεόραση©pexels
Για άλλους, η αγορά φυσικών μέσων αποτελεί και έναν πιο άμεσο τρόπο οικονομικής στήριξης των δημιουργών. Η Ruth, 67 ετών, συνταξιούχος καθηγήτρια από το Μίσιγκαν, διαθέτει περίπου 5.300 CD. Όπως αναφέρει στον Guardian, επέστρεψε σε αυτά επειδή ήθελε όχι μόνο να έχει τη μουσική στην κατοχή της αλλά και να στηρίζει περισσότερο τους καλλιτέχνες.
Παράλληλα, η κατοχή βιβλίων, μουσικής και φωτογραφιών σε φυσική ή τοπικά αποθηκευμένη μορφή αποτελεί για εκείνη τρόπο μεγαλύτερης αυτονομίας από τις υπηρεσίες cloud. Υπάρχει και ένας πρακτικός λόγος: ζώντας πλέον σε αγροτική περιοχή, όπου η σύνδεση στο διαδίκτυο δεν είναι πάντα αρκετά σταθερή για streaming, εξακολουθεί να νοικιάζει φυσικά αντίτυπα ταινιών ταχυδρομικά.
Συνδρομές, τιμές και προσωπικά δεδομένα – Απόδραση από τους αλγόριθμους
Οι συνεχείς συνδρομές αποτελούν επίσης λόγο επιστροφής στα φυσικά μέσα. Ο Antonio, 40 ετών και μηχανικός λογισμικού στο Ρέντινγκ, άρχισε να αγοράζει μεταχειρισμένα CD με στόχο να περιορίσει την εξάρτησή του από τις μουσικές πλατφόρμες.
Όπως εξηγεί, δεν ήθελε πλέον να εξαρτάται από μια συνδρομή ούτε να βρίσκεται αντιμέτωπος με πιθανές αυξήσεις τιμών. Παράλληλα, βλέπει στα CD ένα επιπλέον πλεονέκτημα που σχετίζεται με την ιδιωτικότητα: η μουσική του δραστηριότητα δεν καταγράφεται από κάποια εταιρεία και δεν απαιτείται η συνεχής παραχώρηση δεδομένων, όπως στοιχεία πληρωμής, τοποθεσία ή ιστορικό ακρόασης.
Η ανάγκη να αποφασίζει κάποιος μόνος του τι θα ακούσει ή τι θα δει εμφανίζεται επανειλημμένα στις μαρτυρίες.
Ο Quinn, 26 ετών, άρχισε να συλλέγει κασέτες πριν από έναν χρόνο και γρήγορα γοητεύτηκε από τους περιορισμούς του αναλογικού μέσου. Για τον ίδιο, ακόμη και η διαδικασία τοποθέτησης της κασέτας στη συσκευή αποτελεί μέρος της εμπειρίας.
Η αλλαγή αυτή συνδέεται με την επιθυμία να αναζητεί ο ίδιος το περιεχόμενο που τον ενδιαφέρει, αντί αυτό να εμφανίζεται συνεχώς μπροστά του μέσω αλγορίθμων.
Ανάλογη είναι η εμπειρία της Sophie, 32 ετών, βιβλιοθηκονόμου στο Λος Άντζελες. Παρότι χρησιμοποιεί streaming, ακούει κυρίως CD και βλέπει DVD από τη δική της συλλογή ή από τη βιβλιοθήκη. Όπως λέει, έτσι αισθάνεται λιγότερο ελεγχόμενη και λιγότερο εκτεθειμένη στην παρακολούθηση των ψηφιακών υπηρεσιών.
Η επιστροφή στα CD, τα DVD, τα βινύλια και τις κασέτες δεν σημαίνει απαραίτητα εγκατάλειψη του streaming. Για πολλούς καταναλωτές, όμως, αποτυπώνει μια αναζήτηση ισορροπίας σε ένα ψηφιακό περιβάλλον όπου η πρόσβαση είναι άμεση, αλλά η πραγματική ιδιοκτησία περιορισμένη και οι επιλογές επηρεάζονται όλο και περισσότερο από αλγορίθμους.
