Έντονη αντιπαράθεση μεταξύ κορυφαίων στελεχών του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος προκαλεί το ερώτημα εάν η εκρηκτική ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) αποτελεί μια βιώσιμη επενδυτική ευκαιρία ή προάγγελο μιας νέας χρηματιστηριακής «φούσκας». Την ώρα που ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής Κεν Γκρίφιν προειδοποιεί για υπερβολικές αποτιμήσεις και αναπόφευκτες αναταράξεις, οι επικεφαλής της BlackRock και της Deutsche Bank εμφανίζονται αισιόδοξοι για τις προοπτικές του κλάδου, υποστηρίζοντας ότι οι επενδύσεις σε υποδομές AI είναι απαραίτητες για την οικονομική ανάπτυξη.
Σύμφωνα με το Bloomberg, ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, Κρίστιαν Ζέβινγκ, και ο επικεφαλής της BlackRock, Λάρι Φινκ, απέρριψαν τις ανησυχίες περί επικείμενης κατάρρευσης της αγοράς, κατά τη διάρκεια τοποθετήσεών τους στο συνέδριο Berlin Global Dialogue.
Ο Ζέβινγκ δήλωσε ότι δεν διακρίνει λόγους ανησυχίας για μια απότομη ανατροπή των τιμών των επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων στο άμεσο μέλλον, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι μεμονωμένες επιχειρήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δυσκολίες.
«Συνολικά, δεν πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια φούσκα που ετοιμάζεται να σκάσει. Μπορεί να δούμε διορθώσεις σε ορισμένες εταιρείες; Αυτό είναι πιθανό», ανέφερε την Τετάρτη στο Bloomberg.
Η προειδοποίηση του Κεν Γκρίφιν για την AI
Η αντιπαράθεση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ενισχύονται οι ανησυχίες των επενδυτών για τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Το βασικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο οι τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες που απαιτούνται για την ανάπτυξη της νέας τεχνολογίας θα μεταφραστούν σε αντίστοιχα κέρδη και αύξηση της παραγωγικότητας.
Οι επιχειρήσεις επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε κέντρα δεδομένων, εξειδικευμένους επεξεργαστές και υπολογιστική ισχύ, χωρίς να είναι ακόμη σαφές πόσο γρήγορα θα μπορέσουν να αποσβέσουν αυτές τις επενδύσεις.
Ενδεικτικό του μεγέθους των αναγκών είναι δημοσίευμα της Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο η Anthropic, μία από τις κορυφαίες εταιρείες ανάπτυξης συστημάτων AI, ενδέχεται να δαπανήσει έως και 750 δισ. δολάρια για πρόσθετη υπολογιστική ισχύ τα επόμενα χρόνια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Κεν Γκρίφιν, ιδρυτής του επενδυτικού ομίλου που περιλαμβάνει το hedge fund Citadel και τη Citadel Securities, προειδοποίησε την Τρίτη ότι οι επενδυτές βρίσκονται «σχεδόν σίγουρα» αντιμέτωποι με μια φούσκα.
Κατά την εκτίμησή του, οι εταιρείες εξακολουθούν να προσπαθούν να προσδιορίσουν πόσα κεφάλαια πρέπει να διαθέσουν στην Τεχνητή Νοημοσύνη, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο υπερβολικών επενδύσεων και μελλοντικών απογοητεύσεων.
BlackRock: Γιατί χρειάζονται περισσότερα data centers
Αντίθετη άποψη εξέφρασε ο διευθύνων σύμβουλος της BlackRock, Λάρι Φινκ, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της επιτάχυνσης των επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής του μεγαλύτερου διαχειριστή κεφαλαίων παγκοσμίως, η ανεπαρκής ανάπτυξη των υποδομών Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούσε όχι μόνο να περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ο Φινκ υποστήριξε ότι η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ αυξάνεται ταχύτερα από τις αρχικές προβλέψεις, δημιουργώντας ελλείψεις που διατηρούν το κόστος σε υψηλά επίπεδα.
«Εάν δεν κατασκευάσουμε αυτά τα κέντρα δεδομένων, στην πραγματικότητα θα προκαλέσουμε μεγαλύτερο πληθωρισμό, επειδή το κόστος της υπολογιστικής ισχύος είναι σήμερα πολύ υψηλό», δήλωσε.
Όπως εξήγησε, όσο ταχύτερα αυξάνεται η διαθέσιμη υπολογιστική ισχύς, τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι δυνατότητες μείωσης του κόστους, διευκολύνοντας την ευρύτερη αξιοποίηση της τεχνολογίας από τις επιχειρήσεις.
Ο επικεφαλής της BlackRock έχει και στο παρελθόν απορρίψει τις εκτιμήσεις περί επενδυτικής φούσκας, επισημαίνοντας ότι το βασικό πρόβλημα της αγοράς είναι η ανεπαρκής προσφορά υποδομών και όχι η απουσία πραγματικής ζήτησης.
Deutsche Bank: «Ευκαιρία του αιώνα» για τη γερμανική οικονομία
Από την πλευρά του, ο Κρίστιαν Ζέβινγκ χαρακτήρισε τη βιομηχανική αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης «ευκαιρία του αιώνα» για τη Γερμανία, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαμορφωθεί το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο.
Ο επικεφαλής της Deutsche Bank εκτίμησε ότι η AI μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των γερμανικών επιχειρήσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αναζητεί νέους μοχλούς ανάπτυξης.
Όπως ανέφερε, η ίδια η Deutsche Bank χρησιμοποιεί ήδη εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης τόσο για τη βελτίωση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας όσο και για την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου.
«Ο φόβος ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια φούσκα δεν είναι δικαιολογημένος», υποστήριξε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι οι αγορές θα εξακολουθήσουν να χαρακτηρίζονται από μεταβλητότητα, ιδιαίτερα λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων.
Οι τοποθετήσεις του πραγματοποιήθηκαν ενώ η γερμανική κυβέρνηση, υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, επιδιώκει να προσελκύσει νέες επενδύσεις για την τόνωση της οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό, το Βερολίνο διοργάνωσε την πρώτη επενδυτική διάσκεψη της κυβέρνησης, με στόχο την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων και την αναζωογόνηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Μεγαλύτερος κίνδυνος από τη δημοσιονομική κρίση
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις για την πορεία των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη, οι επικεφαλής της BlackRock και της Deutsche Bank συμφώνησαν ότι ο πιο άμεσος κίνδυνος για τις διεθνείς αγορές προέρχεται από τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και την αύξηση του δημόσιου χρέους.
Οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξανόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες, την ώρα που οι επιχειρήσεις τεχνολογίας αναζητούν τεράστια κεφάλαια για την ανάπτυξη υποδομών AI.
Αυτό δημιουργεί εντονότερο ανταγωνισμό για την προσέλκυση επενδυτικών πόρων, ο οποίος μπορεί να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης τόσο για τον δημόσιο όσο και για τον ιδιωτικό τομέα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν φθάσει σε υψηλά πολλών δεκαετιών, καθώς οι αγορές προσπαθούν να αποτιμήσουν τις επιπτώσεις ενός δημοσιονομικού ελλείμματος που προσεγγίζει τα 2 τρισ. δολάρια.
«Βρισκόμαστε σε μια περίοδο κατά την οποία επιτέλους κινητοποιούμε ιδιωτικά κεφάλαια και ο ανταγωνισμός για την προσέλκυσή τους είναι μεγαλύτερος από οποιαδήποτε άλλη στιγμή της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας», ανέφερε ο Φινκ.
Προειδοποίηση για τη Γαλλία και τα ευρωπαϊκά δημοσιονομικά
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη Γαλλία, όπου οι παρατεταμένες αντιπαραθέσεις για τον κρατικό προϋπολογισμό έχουν αυξήσει αισθητά το κόστος δανεισμού.
Η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών κρατικών ομολόγων έχει διευρυνθεί σε επίπεδα που παραπέμπουν στην περίοδο της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης.
Ο Ζέβινγκ απέφυγε να χαρακτηρίσει την κατάσταση νέα κρίση χρέους, προειδοποίησε όμως ότι αποτελεί σαφές μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας.
«Δεν θα το χαρακτήριζα κρίση χρέους αυτή τη στιγμή, αλλά θεωρώ ότι αποτελεί ένα καμπανάκι αφύπνισης, ιδιαίτερα για τα δημόσια οικονομικά, καθώς η δημοσιονομική πειθαρχία είναι καθοριστικής σημασίας», δήλωσε.
Η αντιπαράθεση γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη φέρνει στο προσκήνιο δύο βασικούς κινδύνους για τις διεθνείς αγορές: την αβεβαιότητα για το κατά πόσο οι τεράστιες επενδύσεις στον κλάδο θα αποφέρουν τα αναμενόμενα κέρδη και τις αυξανόμενες πιέσεις στο κόστος χρηματοδότησης εξαιτίας των υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Για τους επικεφαλής της BlackRock και της Deutsche Bank, πάντως, η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι μια ενδεχόμενη «φούσκα» στην Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών και οι επιπτώσεις της στο κόστος δανεισμού.
