Ευρωζώνη: Ξυπνά ο εφιάλτης της κρίσης χρέους – Στο 5% εκτινάχθηκε το γαλλικό 10ετές ομόλογο

Η εκτίναξη του κόστους δανεισμού της Γαλλίας επαναφέρει ανησυχίες για τις τράπεζες και τη σταθερότητα της Ευρωζώνης

Ομόλογα ©Pexels

Στο 5% εκτινάχθηκε η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου, για πρώτη φορά από το 2002, καθώς η κοινωνική αναταραχή, τα δημοσιονομικά προβλήματα και η πολιτική αβεβαιότητα προκαλούν έντονες πιέσεις στην αγορά κρατικού χρέους της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης. Το κύμα ρευστοποιήσεων στα ευρωπαϊκά ομόλογα επαναφέρει στο προσκήνιο τους φόβους για μια νέα κρίση χρέους, αντίστοιχη με εκείνη που συγκλόνισε την Ευρώπη πριν από περίπου 15 χρόνια, με τις τράπεζες να βρίσκονται και πάλι στο επίκεντρο της ανησυχίας.

Σύμφωνα με το Reuters, η απότομη άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων αναζωπυρώνει τη συζήτηση για τον λεγόμενο «φαύλο κύκλο» (doom loop) μεταξύ κρατών και τραπεζών. Πρόκειται για τον μηχανισμό μέσω του οποίου η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών προκαλεί απώλειες στα χαρτοφυλάκια κρατικών τίτλων των τραπεζών, αποδυναμώνοντας την κεφαλαιακή τους θέση και ενδεχομένως αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να παρέμβουν για τη διάσωσή τους, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Ωστόσο, αναλυτές και επενδυτές εκτιμούν ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται σήμερα σε σημαντικά καλύτερη θέση για να αντιμετωπίσουν μια τέτοια αναταραχή, χάρη στην ενίσχυση των κεφαλαίων τους, την αυστηρότερη εποπτεία και τους μηχανισμούς προστασίας που δημιουργήθηκαν μετά την προηγούμενη κρίση.

«Υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορεί κανείς να απομονωθεί από τον πιστωτικό κίνδυνο της χώρας του. Οι τράπεζες ξεκινούν από καλύτερη θέση, αλλά δεν έχουν ανοσία», δήλωσε στο Reuters ο Σάιμον Έινσγουορθ, ανώτερος αναλυτής τραπεζών της Moody’s Ratings.

Στο μάτι του κυκλώνα η Γαλλία

Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο της αναταραχής στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων, καθώς το διογκούμενο δημόσιο χρέος, το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα και η πολιτική αβεβαιότητα, ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, εντείνουν τις ανησυχίες των επενδυτών. Την κατάσταση επιβαρύνουν οι μαζικές κοινωνικές κινητοποιήσεις, οι οποίες συνοδεύτηκαν από βίαια επεισόδια το περασμένο Σαββατοκύριακο, αλλά και οι δυσκολίες της κυβέρνησης να εξασφαλίσει την έγκριση του προϋπολογισμού από ένα βαθιά διχασμένο Κοινοβούλιο.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η απόδοση του γαλλικού 10ετούς κρατικού ομολόγου ξεπέρασε την Τετάρτη το 5% για πρώτη φορά από το 2002, αντανακλώντας τις αυξανόμενες πιέσεις στο κόστος δανεισμού της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης. Στη συνέχεια υποχώρησε ελαφρώς, στο 4,9794%, παραμένοντας αυξημένη κατά περίπου 6 μονάδες βάσης, ενώ οι αποδόσεις των 20ετών και 30ετών ομολόγων διαμορφώθηκαν στο 5,37% και 5,50% αντίστοιχα.

Η σύγκριση με τη Γερμανία είναι ενδεικτική της πίεσης που δέχεται το Παρίσι, καθώς η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου διαμορφωνόταν στο 3,42%, περίπου 156 μονάδες βάσης χαμηλότερα από την αντίστοιχη γαλλική.

Οι αναταράξεις στην αγορά κρατικού χρέους έχουν επηρεάσει και τον τραπεζικό κλάδο. Οι μετοχές των ευρωπαϊκών τραπεζών έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 10% τις τελευταίες έξι εβδομάδες, σημειώνοντας πτώση πενταπλάσια από εκείνη της ευρύτερης χρηματιστηριακής αγοράς. Ακόμη μεγαλύτερες απώλειες, της τάξης του 17%, καταγράφουν οι τρεις μεγαλύτερες γαλλικές τράπεζες, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για τις επιπτώσεις της ανόδου των κρατικών αποδόσεων στα χαρτοφυλάκια ομολόγων και στο κόστος χρηματοδότησής τους.

Στα 4,3 τρισ. ευρώ τα κρατικά ομόλογα των ευρωπαϊκών τραπεζών

Ένας από τους βασικούς λόγους ανησυχίας είναι η μεγάλη έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στο κρατικό χρέος. Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, που βασίζεται σε στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA), οι καθαρές τοποθετήσεις των τραπεζών της Ευρωζώνης σε κρατικά ομόλογα έχουν διπλασιαστεί από την προηγούμενη κρίση χρέους, φθάνοντας τα 4,3 τρισ. ευρώ στα τέλη Ιουνίου 2026.

Τα κρατικά ομόλογα αντιμετωπίζονται από το υφιστάμενο εποπτικό πλαίσιο ως περιουσιακά στοιχεία μηδενικού κινδύνου για συγκεκριμένους κανονιστικούς σκοπούς. Παράλληλα, χρησιμοποιούνται για την κάλυψη απαιτήσεων ρευστότητας και ως εξασφαλίσεις για τη χρηματοδότηση από κεντρικές τράπεζες και άλλους δανειστές.

Η αύξηση, όμως, των αποδόσεων συνεπάγεται υποχώρηση των τιμών τους, δημιουργώντας τον κίνδυνο λογιστικών ή πραγματικών ζημιών για τα πιστωτικά ιδρύματα.

Παρά τη σημαντική αύξηση των τοποθετήσεων σε κρατικούς τίτλους, τα κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών έχουν ενισχυθεί ακόμη περισσότερο. Έτσι, ο λόγος των κρατικών ομολόγων προς τα εποπτικά κεφάλαια έχει υποχωρήσει κάτω από το 2,5, έναντι 2,7 το 2013, γεγονός που ενισχύει την ικανότητα απορρόφησης ενδεχόμενων απωλειών.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με υπολογισμούς αναλυτών της Axiom Alternative Investments και της WisdomTree, η έκθεση των μεγάλων γαλλικών τραπεζών στο εγχώριο κρατικό χρέος αντιστοιχεί περίπου στο 15%-30% των κεφαλαίων υψηλότερης ποιότητας.

Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά χαμηλότερο από την αντίστοιχη έκθεση των ιταλικών τραπεζών κατά την κρίση του 2011-2012, όταν ξεπερνούσε το 100%.

Οι άμυνες των τραπεζών και οι κρυφές ζημιές

Ένας ακόμη παράγοντας που περιορίζει τους κινδύνους είναι η αλλαγή στη διαχείριση των χαρτοφυλακίων κρατικών ομολόγων.

Η ΕΚΤ έχει ενθαρρύνει τις τράπεζες να περιορίσουν την εξάρτησή τους από το δημόσιο χρέος της χώρας στην οποία δραστηριοποιούνται. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο των εγχώριων κρατικών ομολόγων στο συνολικό χαρτοφυλάκιο μειώθηκε στο 41% στα μέσα του 2026, από περισσότερο από 50% το 2013.

Παράλληλα, οι τράπεζες έχουν τριπλασιάσει, στο 60%, το ποσοστό των ομολόγων που αποτιμούν στο αποσβεσμένο κόστος, μια λογιστική μέθοδο που τους επιτρέπει να μη μεταφέρουν άμεσα στα αποτελέσματα ή στα ίδια κεφάλαια τις διακυμάνσεις των αγοραίων τιμών.

Εφόσον οι τίτλοι διακρατούνται μέχρι τη λήξη τους και δεν χρειάζεται να πωληθούν πρόωρα, οι προσωρινές υποχωρήσεις των τιμών δεν οδηγούν αυτομάτως σε πραγματοποιημένες ζημιές.

Ωστόσο, η Μαρία Ρίβας, αναλύτρια της Morningstar DBRS, επισημαίνει ότι καθοριστικό ρόλο παίζει η αντίληψη των επενδυτών. Εάν οι απώλειες παραμείνουν προσωρινές, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι περιορισμένες. Αν όμως η αναταραχή παραταθεί, ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την αξιολόγηση του κινδύνου.

Μεγάλου: Η Ευρώπη διαθέτει δοκιμασμένους μηχανισμούς προστασίας

Καθησυχαστικός ως προς το ενδεχόμενο μιας νέας μεγάλης κρίσης εμφανίζεται ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς, Χρήστος Μεγάλου, ο οποίος εκτιμά ότι η μεταβλητότητα στις αγορές κρατικών ομολόγων θα συνεχιστεί, χωρίς ωστόσο να θεωρεί πιθανή μια επανάληψη της κρίσης χρέους της προηγούμενης δεκαετίας.

Μιλώντας στο Reuters, ο επικεφαλής της Πειραιώς υπογράμμισε ότι η Ελλάδα εξυπηρετεί σήμερα το δημόσιο χρέος της με μέσο κόστος σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο με το οποίο δανείζεται η Βρετανία, μια εντυπωσιακή αντιστροφή σε σύγκριση με την περίοδο των ελληνικών μνημονίων.

Αναφερόμενος στη Γαλλία, σημείωσε ότι πρόκειται για μια πολύ μεγάλη οικονομία, η οποία διαθέτει περισσότερα εργαλεία παρέμβασης από όσα είχε η Ελλάδα κατά τη δική της κρίση.

«Οι εποπτικές αρχές, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, αλλά και οι ίδιες οι τράπεζες διαθέτουν μηχανισμούς που έχουν δοκιμαστεί στην πράξη, ώστε κατά πάσα πιθανότητα να μη βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με ένα αντίστοιχο τεράστιο πρόβλημα», ανέφερε.

Πρόσθεσε ότι οι τράπεζες πραγματοποιούν συνεχώς ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων στα χαρτοφυλάκιά τους, προκειμένου να αξιολογούν την ανθεκτικότητά τους.

Ο κίνδυνος από την αύξηση του κόστους χρηματοδότησης

Παρά τις ισχυρότερες άμυνες του τραπεζικού συστήματος, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων δημιουργεί μια πιο άμεση απειλή: την αύξηση του κόστους χρηματοδότησης των τραπεζών.

Καθώς τα πιστωτικά ιδρύματα συνήθως δανείζονται με επιτόκια υψηλότερα από εκείνα του Δημοσίου, μια παρατεταμένη άνοδος των κρατικών αποδόσεων μπορεί να αυξήσει σημαντικά το κόστος αναχρηματοδότησης των υποχρεώσεών τους.

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις γαλλικές τράπεζες, οι οποίες αποτελούν τους μεγαλύτερους εκδότες χρέους στις αγορές χονδρικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με την Ανίκα Γκούπτα, στρατηγική αναλύτρια της WisdomTree, μια μόνιμη αύξηση των αποδόσεων θα επιβαρύνει διαδοχικά το κόστος χρήματος κάθε φορά που οι τράπεζες θα αναχρηματοδοτούν τον δανεισμό τους.

Παράλληλα, ο εντονότερος ανταγωνισμός για την προσέλκυση καταθέσεων αποτελεί ένδειξη των πιέσεων που δέχεται ήδη η χρηματοδότηση του κλάδου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει να παρουσιάσει στις αρχές του 2027 νέες προτάσεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού συστήματος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η περαιτέρω διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων κρατικών ομολόγων.

Το βασικό συμπέρασμα των αναλυτών είναι ότι, παρότι η Ευρωζώνη διαθέτει πλέον ισχυρότερες δικλίδες προστασίας, η παρατεταμένη κρίση εμπιστοσύνης στις αγορές κρατικού χρέους θα μπορούσε να μεταφερθεί σταδιακά στις τράπεζες, επιβαρύνοντας τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.