Οι λέξεις slop, parasocial και rage bait ήταν υποψήφιες για λέξεις της χρονιάς το 2025. Το 2026, ένα από τα πρώτα φαβορί για τον τίτλο – τουλάχιστον μεταξύ δημοσκόπων και εκλογικών στρατηγιστών- είναι η λέξη «προσιτότητα», συχνά συνοδευόμενη από τη λέξη «κρίση». Αφού επιτέλους βρήκαν ένα σύνθημα που φαίνεται να λειτουργεί απέναντι στη γοητεία του τραμπισμού, οι Δημοκρατικοί θα μιλούν σχεδόν αποκλειστικά γι’ αυτό μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Στην Ευρώπη, που είναι καλύτερη στο να αναπαράγει αμερικανικά μιμίδια παρά στο να δημιουργεί νέα, ο λόγος αφορά την «κρίση κόστους ζωής». Έτσι διαμορφώνεται μια διατλαντική συναίνεση για το ότι οι τιμές έχουν ξεφύγει. Αλλά είναι αλήθεια;
Η «προσιτότητα» είναι ένας ασαφής όρος που μπορεί να σημαίνει ό,τι νιώθει κανείς ως αληθινό. Το να λες στους ανθρώπους να σταματήσουν να παραπονιούνται και να είναι ευχαριστημένοι με ό,τι έχουν -η στρατηγική της Μαρίας Αντουανέτας- δεν λειτουργεί σε έναν Λευκό Οίκο του οποίου ο τόνος και η διακόσμηση θυμίζουν όλο και περισσότερο τις Βερσαλλίες. Εκνευριστικά, οι ψηφοφόροι θέλουν αντιφατικά πράγματα: χαμηλές τιμές όταν ψωνίζουν, υψηλούς μισθούς για τους ίδιους, λίγους μετανάστες αλλά άφθονη φθηνή εργασία, ψηλές τιμές κατοικιών όταν είναι ιδιοκτήτες και χαμηλότερες όταν τα παιδιά τους θέλουν να αγοράσουν.
Οι επιτυχημένες οικονομίες είναι γεμάτες τέτοιες εντάσεις. Οι πολιτικοί, φυσικά, θα πουν ό,τι «πουλάει» στις δημοσκοπήσεις για να κερδίσουν τις εκλογές. Αν το μόνο αρνητικό του αφηγήματος περί προσιτότητας ήταν ότι οι ψηφοφόροι τιμωρούν τους κυβερνώντες για τις υψηλές τιμές, δεν θα ήταν τόσο κακό. Όμως αν το πρόβλημα διαγνωστεί λάθος, υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος να εφαρμοστούν επιβλαβείς πολιτικές για να «διορθωθεί».
Αυτό συμβαίνει επειδή η συζήτηση περί κρίσης προσιτότητας αναμειγνύει φανταστικά προβλήματα με πραγματικά. Ας δούμε αρχικά τα δήθεν προβλήματα. Οι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις τιμές των προϊόντων που αγοράζουν συχνά. Ένα γαλόνι γάλα κόστιζε 3 δολάρια στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2019 και τώρα κοστίζει 4. Οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί και στην Ευρώπη, όπως και οι τιμές της ενέργειας. Ωστόσο, οι μισθοί αυξάνονται ταχύτερα από τις τιμές σε όλο το εισοδηματικό φάσμα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Υπό αυτή την έννοια, δεν υπάρχει κρίση προσιτότητας. Άλλωστε, κανείς δεν θα έπρεπε πραγματικά να θέλει οι τιμές να επιστρέψουν στα επίπεδα του 2019. Αν αυτός ήταν ο στόχος, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα έπρεπε να μιμηθούν την Ελλάδα μετά την κρίση χρέους της, όταν υπέστη ύφεση και αποπληθωρισμό.
Ωστόσο, η ιστορία της προσιτότητας δεν περιορίζεται στις τιμές του γάλακτος ή του ηλεκτρικού ρεύματος. Καθώς οι κοινωνίες γίνονται πλουσιότερες, το ποσοστό των δαπανών για αγαθά μειώνεται, ενώ εκείνο για υπηρεσίες αυξάνεται. Όταν γεννήθηκε ο Donald Trump, το 60% της κατανάλωσης των αμερικανικών νοικοκυριών πήγαινε σε αγαθά. Σήμερα το ποσοστό αυτό είναι κάτω από 40%, ενώ οι δαπάνες για υπηρεσίες έχουν αυξηθεί. Πολλοί έχουν ξεχάσει πόσο καιρό κάποτε οι γονείς τους έπρεπε να αποταμιεύουν για να αγοράσουν μια τηλεόραση και έτσι δεν εκτιμούν τις παγκοσμιοποιημένες εφοδιαστικές αλυσίδες που έκαναν τα αγαθά καλύτερα και φθηνότερα.
Αντίθετα, σοκάρονται από το πόσο ακριβό είναι πλέον ένα κούρεμα – για να μην αναφέρουμε τη φροντίδα παιδιών. Αν και τόσο τα αγαθά όσο και οι υπηρεσίες περιλαμβάνονται στους δείκτες πληθωρισμού, οι υπηρεσίες παραμένουν πεισματικά ανθεκτικές στα τεράστια κέρδη παραγωγικότητας που έχουν σημειωθεί στη μεταποίηση. Στην ευρωζώνη, το πρόβλημα της προσιτότητας στις υπηρεσίες εκδηλώνεται διαφορετικά. Επειδή οι τιμές υπηρεσιών όπως η υγεία και τα ενοίκια κατοικιών είναι πιο ρυθμισμένες, το πρόβλημα είναι περισσότερο η διαθεσιμότητα παρά το κόστος – και συχνά λύνεται με ουρές, κάτι που επίσης δεν είναι ευχάριστο.
Αυτό είναι το πρώτο πραγματικό πρόβλημα της προσιτότητας. Το δεύτερο είναι ότι, παρότι οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται, δεν αυξάνονται τόσο γρήγορα όσο τα περιουσιακά στοιχεία. Ο λόγος πλούτου προς ΑΕΠ βρίσκεται κοντά σε ιστορικό υψηλό στις ΗΠΑ. Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες, φανταστείτε δύο ανθρώπους με ίδιους μισθούς, που τους τοποθετούν στο ανώτερο 10% των εισοδημάτων. Έχουν ένα επίπεδο ζωής που θα ζήλευαν οι βαρόνοι των ληστών ή οι μονάρχες άλλων εποχών.
Τώρα φανταστείτε ότι ο ένας από τους δύο κληρονόμησε 1 εκατ. δολάρια πριν από δέκα χρόνια. Αν τα είχε επενδύσει στον δείκτη S&P 500, σήμερα θα είχε 4 εκατ. δολάρια. Όταν αυτοί οι δύο θέλουν να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο ή ένα τηλέφωνο, δεν υπάρχει πρόβλημα: η Ford ή η Apple μπορούν να παράγουν μία ακόμη μονάδα και να τη πουλήσουν στην ίδια τιμή. Όταν όμως θέλουν να αγοράσουν αγαθά θέσης, όπως ένα διαμέρισμα στο Σαν Φρανσίσκο με ωραία θέα, τότε ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Για τον έναν από τους δύο, αυτό μοιάζει με κρίση προσιτότητας.
Πρόκειται ουσιαστικά για προβλήματα ευημερίας, όχι οικονομικής παρακμής. Αυτό τα καθιστά δύσκολα στη διαχείριση από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Για να μειωθούν οι τιμές της στέγασης και της ενέργειας, για παράδειγμα, οι κυβερνήσεις πρέπει να διευκολύνουν την κατασκευή περισσότερων κατοικιών και ανεμογεννητριών. Σχεδόν όλοι το υποστηρίζουν – αλλά μόνο στην αυλή κάποιου άλλου. Οι τιμές των υπηρεσιών στην Αμερική φουσκώνουν από παράλογους κανόνες επαγγελματικής αδειοδότησης, τους οποίους υπερασπίζονται σθεναρά αδειοδοτημένοι ανθοπώλες και κομμωτές. Η μείωση των δασμών θα επιβράδυνε τον πληθωρισμό, αλλά οι επιχειρήσεις που προστατεύονται από αυτούς ασκούν έντονο λόμπινγκ για τη διατήρησή τους.
Η εφαρμογή λογικών πολιτικών είναι δύσκολη και συχνά «αντικουλτουρική» σε έναν κόσμο που, με παρότρυνση της Αμερικής, έχει στραφεί εναντίον των ελεύθερων αγορών και του διεθνούς εμπορίου. Ο κίνδυνος είναι οι πολιτικοί να καταφύγουν σε ψευδο-λύσεις που χειροτερεύουν τα πράγματα, όπως οι έλεγχοι τιμών. Επιπλέον, το 2026 η αμερικανική οικονομία θα δεχθεί δημοσιονομική ώθηση από φορολογικές περικοπές και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα θα δεχθεί πολιτικές πιέσεις για να μειώσει τα επιτόκια. Ο πρόεδρος Trump προτείνει να σταλούν επιταγές 2.000 δολαρίων στους φορολογούμενους, χρηματοδοτούμενες από έσοδα δασμών. Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί έναν συνδυασμό πολιτικών πιο ικανό να αυξήσει τις τιμές από το να επιβάλεις νέους φόρους στα εισαγόμενα προϊόντα και ταυτόχρονα να δίνεις στους πολίτες δωρεάν χρήματα για να τα αγοράσουν. Φαίνεται πως τα οικονομικά μαθήματα της δεκαετία του 1970, όταν ο Richard Nixon επέβαλε -και στη συνέχεια εγκατέλειψε- τους ελέγχους τιμών, πρέπει να ξαναδιδαχθούν. Και αυτό μπορεί να είναι επώδυνο.
Μόλις παγιωθεί, το αφήγημα για την οικονομία είναι δύσκολο να αλλάξει. Την τελευταία δεκαετία η Αμερική έλεγε στον εαυτό της μια ιστορία σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι χωρίς πτυχίο έμειναν πίσω από τις παράκτιες ελίτ, γεγονός που οδήγησε σε μια λαϊκιστική εξέγερση. Τα δεδομένα δείχνουν ότι αυτό δεν ισχύει: οι πραγματικοί μισθοί των εργαζομένων χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση αυξάνονταν ήδη το 2016, όταν ο κ. Trump εξελέγη για πρώτη φορά, και έκτοτε συνέχισαν να αυξάνονται. Παρ’ όλα αυτά, αυτό το αφήγημα χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει μια σειρά από αυτοκαταστροφικές οικονομικές πολιτικές. Η κρίση προσιτότητας θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια ακόμη τέτοια ιστορία, η οποία, ανεξάρτητα από τα γεγονότα, αν επαναλαμβάνεται αρκετά συχνά, γίνεται αποδεκτή ως αληθοφανής. Και αυτό την καθιστά παγίδα.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.