Τα έξι μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) συχνά δυσκολεύονται με το κομμάτι της συνεργασίας. Τα σχέδια για ένα κοινό νόμισμα και μια σιδηροδρομική γραμμή που θα διασχίζει την αραβική χερσόνησο βρίσκονται δεκαετίες πίσω από το χρονοδιάγραμμα. Οι διαφωνίες στην εξωτερική πολιτική έχουν οδηγήσει σε μακροχρόνιες ρήξεις μεταξύ των μοναρχών.
Τις τελευταίες δέκα ημέρες ο πόλεμος έχει δημιουργήσει μια σκληρή, σχεδόν αναγκαστική συναίνεση. Από τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιτέθηκαν στο Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου, περισσότεροι από 2.000 ιρανικοί πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν πλήξει επανειλημμένα τα κράτη του Κόλπου.Οι συνέπειες, βέβαια, δεν κατανέμονται ισότιμα. Πάνω από τις μισές από τις επιθέσεις του Ιράν μέχρι στιγμής είχαν στόχο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), ενώ χώρες όπως το Ομάν έχουν δεχθεί ελάχιστα πλήγματα. Ωστόσο, η ένταση και η ανασφάλεια έχουν γίνει αισθητές σε ολόκληρη την περιοχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μία από τις πιο πρόσφατες επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στις 9 Μαρτίου, η οποία έπληξε το μοναδικό διυλιστήριο πετρελαίου του Μπαχρέιν. Η επίθεση τραυμάτισε 32 ανθρώπους και ανάγκασε την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της χώρας να κηρύξει κατάσταση ανωτέρας βίας.
Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία ενότητα ως προς τον τρόπο αντίδρασης. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στις μακροχρόνιες διαφωνίες μεταξύ των κρατών, αλλά και στο εσωτερικό τους: ορισμένοι αξιωματούχοι προτρέπουν σε αυτοσυγκράτηση, ενώ άλλοι επιδιώκουν αντίποινα. Τα κράτη του Κόλπου παραλύουν επειδή δεν εμπιστεύονται κανένα από τα μέρη αυτού του πολέμου -συμπεριλαμβανομένων και των ιδίων.
Ας ξεκινήσουμε με την Αμερική. Τους μήνες πριν ο Donald Trump (και το Ισραήλ) χτυπήσει το Ιράν, και τα έξι μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου τον προέτρεψαν να μην το κάνει. Όταν ο πόλεμος άρχισε να φαίνεται αναπόφευκτος, κάποιοι πρόσθεσαν μια προειδοποίηση: αν το κάνετε, κάντε το σωστά. Φοβήθηκαν ότι η Αμερική θα τους έσερνε σε μια σύγκρουση η οποία τελικά θα άφηνε την Ισλαμική Δημοκρατία τραυματισμένη αλλά άθικτη.
Το αόριστο υπονοούμενο του κ. Trump στις 9 Μαρτίου ότι ο πόλεμος μπορεί να πλησιάζει στο τέλος του μάλλον τους τρόμαξε. Οι κυβερνήτες του Κόλπου γνωρίζουν ότι μπορεί να είναι αναξιόπιστος. Λιγότερο από έναν χρόνο πριν, άλλωστε, στάθηκε στο Ριάντ και κατήγγειλε τους «παρεμβατικούς» που είχαν «καταστρέψει» τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, διαβάζοντας τις δημοσκοπήσεις στην Αμερική, βλέπουν ότι η πλειονότητα των Αμερικανών αντιτίθεται στον πόλεμο και ότι το ποσοστό αποδοχής του προέδρου έχει κολλήσει στο 38%.
Για τους υποστηρικτές της αυτοσυγκράτησης, λοιπόν, η εμπλοκή στον πόλεμο μοιάζει με απαράδεκτο ρίσκο: τα κράτη του Κόλπου θα μπορούσαν να ζωγραφίσουν μόνα τους στόχο στην πλάτη τους, βλέποντας λίγο αργότερα τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποχωρούν από την περιοχή. Μερικοί αξιωματούχοι συζητούν την ιδέα της δημιουργίας ενός συνασπισμού παρόμοιου με εκείνον που πολέμησε το Ισλαμικό Κράτος πριν από μια δεκαετία, ως τρόπο να δεσμευτεί ο κ. Trump και να προσελκυστούν και άλλοι σύμμαχοι. Ωστόσο, αυτό φαίνεται δύσκολο να προωθηθεί με έναν πρόεδρο που δεν βλέπει με καλό μάτι την πολυμερή συνεργασία.
Ταυτόχρονα, η εμπιστοσύνη στο Ιράν -που ποτέ δεν ήταν υψηλή- έχει εξατμιστεί. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εργάζονταν για χρόνια πριν από τον πόλεμο για να βελτιώσουν τις άλλοτε εχθρικές σχέσεις τους με την Ισλαμική Δημοκρατία, ενώ το Κατάρ διατηρεί εδώ και καιρό φιλικές σχέσεις μαζί της. Όλοι ανεξαιρέτως δέχθηκαν επίθεση. Για τις πιο γερακίσιες φωνές στον Κόλπο, η αυτοσυγκράτηση μοιάζει αφελής. Μέχρι στιγμής δεν τους έχει θωρακίσει. Καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται, το Ιράν πιθανότατα θα συνεχίσει να κλιμακώνει τις επιθέσεις του. Τα συμφιλιωτικά μηνύματα από τον Masoud Pezeshkian, τον Ιρανό πρόεδρο, και άλλους αξιωματούχους έχουν αποδειχθεί άχρηστα.
Από την άλλη, ανησυχούν για το τι θα συμβεί όταν τελειώσει ο πόλεμος. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η χώρα παραμένει άθικτη, το Ιράν θα παραμείνει πιθανώς υπό επαχθείς αμερικανικές κυρώσεις και το καθεστώς μπορεί να έχει να αντιμετωπίσει ζημιές δισεκατομμυρίων δολαρίων. Θα μπορούσε να προσπαθήσει να εκβιάσει το Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου διατηρώντας τις σποραδικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη ή συνεχίζοντας να παρενοχλεί πλοία στον Περσικό Κόλπο. Όσοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να αναλάβουμε δράση τώρα, εκτιμούν ότι είναι καλύτερο να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε κάποια αποτροπή δείχνοντας στο Ιράν ότι τα κράτη του Κόλπου μπορούν να ανταποδώσουν τα χτυπήματα, τη στιγμή που η Αμερική εξακολουθεί να επικεντρώνεται στην άμυνά τους.
Ο ρόλος του Ισραήλ είναι μια ακόμη επιπλοκή. Στις 8 Μαρτίου αρκετοί ισραηλινοί δημοσιογράφοι ανέφεραν ομόφωνα ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είχαν προσχωρήσει στον πόλεμο επιτιθέμενα σε εργοστάσιο αφαλάτωσης νερού στο Ιράν. Οι ανυπόστατες ιστορίες τους αποδόθηκαν σε μια ανώνυμη «ισραηλινή πηγή». Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έσπευσαν να τις διαψεύσουν. «Πρόκειται για ψεύτικες ειδήσεις», δήλωσε ο Ali al-Nuaimi, αξιωματούχος του υπουργείου Άμυνας.
Οι Εμιρατινοί ήταν ιδιαιτέρως εξοργισμένοι. Από το 2020 που εγκαθίδρυσαν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ εργάστηκαν για να οικοδομήσουν μια στενή συνεργασία, η οποία άντεξε ακόμη και τον πόλεμο της Γάζας, όταν άλλα αραβικά κράτη κράτη κράτησαν αποστάσεις. Τώρα οι Ισραηλινοί διέρρεαν κάτι που ήταν είτε ένα καλά φυλασσόμενο μυστικό είτε ένα ξεκάθαρο ψέμα (και πιθανότατα ένα έγκλημα πολέμου).
Δεν είναι η πρώτη φορά που ισραηλινοί δημοσιογράφοι διατυπώνουν έναν τέτοιο ισχυρισμό για ένα κράτος του Κόλπου. Πέντε ημέρες νωρίτερα ανέφεραν ότι το Κατάρ είχε πραγματοποιήσει πλήγματα κατά του Ιράν. Κι αυτό διαψεύστηκε. «Είναι ένα βρώμικο παιχνίδι», λέει ένας αξιωματούχος από μια τρίτη χώρα του Κόλπου, ο οποίος πιστεύει ότι το Ισραήλ προσπαθεί να δημιουργήσει τετελεσμένα διαρρέοντας αναφορές για υποτιθέμενη στρατιωτική δράση του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Αυτή η άποψη αρχίζει να επικρατεί όλο και περισσότερο στην περιοχή. Κάνει ακόμη και ορισμένους παρεμβατικούς να αισθάνονται άβολα.
Το τελευταίο ζήτημα είναι εσωτερικό. Αν και τα κράτη του Κόλπου είναι μοναρχίες, δεν μπορούν να αγνοήσουν την κοινή γνώμη. Το Μπαχρέιν αποτελεί ιδιαίτερη ανησυχία. Η σιιτική πλειοψηφία του νησιού διαμαρτύρεται εδώ και καιρό για διακρίσεις από τους σουνίτες κυβερνήτες του. Οι μαζικές διαμαρτυρίες το 2011 καταστέλλονται βάναυσα από την αστυνομία του Μπαχρέιν και στρατούς από άλλα κράτη του Κόλπου. Τα παράπονα αυτά δεν έχουν εκλείψει. Σε ορισμένα βίντεο από τα ιρανικά χτυπήματα στο βασίλειο, οι άνθρωποι που βιντεοσκοπούν ακούγονται να επευφημούν τις επιθέσεις. Εάν το Μπαχρέιν ή άλλα κράτη του Κόλπου συμμετάσχουν στον πόλεμο, θα μπορούσαν να προκύψουν νέες ταραχές.
Η επιχειρηματική κοινότητα έχει αρχίσει να γκρινιάζει, επίσης. Ο Khalaf al-Habtoor, ένας δισεκατομμυριούχος μεγιστάνας ακινήτων στο Ντουμπάι, ανάρτησε διάφορες επικρίσεις για τον πόλεμο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κατηγορώντας την Αμερική ότι σύρει τον Κόλπο στον όλεθρο. Αργότερα τις διέγραψε. Τα μηνύματά του αγγίζουν μια μακροχρόνια διαφορά μεταξύ του Αμπού Ντάμπι, της πρωτεύουσας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, και του Ντουμπάι, του εμπορικού κέντρου τους. Το πρώτο νιώθει πιο άνετα με μια διεκδικητική εξωτερική πολιτική και θεωρεί το Ιράν απειλή, ενώ το δεύτερο προτιμά να παραμείνει ουδέτερο και συχνά βάλλεται από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επειδή κάνει τα στραβά μάτια στο ξέπλυμα ιρανικού χρήματος.
Προς το παρόν, οι υποστηρικτές της αυτοσυγκράτησης φαίνεται να έχουν το πάνω χέρι στη συζήτηση. Ωστόσο, μια θεαματική ιρανική επίθεση θα μπορούσε εύκολα να ανατρέψει τις ισορροπίες προς την αντίθετη κατεύθυνση, ενώ μια γρήγορη ανακωχή ίσως έκλεινε απότομα το κεφάλαιο της συζήτησης. Όσο όμως ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο πιο έντονος και αμφιλεγόμενος θα γίνεται.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.