«Die Italiener kommen» («Οι Ιταλοί έρχονται»), κραύγαζε ένας τίτλος τον Ιούνιο στη Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), μια γερμανική καθημερινή εφημερίδα που συνήθως διακρίνεται για τη σοβαρότητά της. Οι εν λόγω Ιταλοί δεν είναι θορυβώδεις τουρίστες που έρχονται για να δουν τα αξιοθέατα της Γερμανίας ούτε χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι που έρχονται για να βρουν δουλειά στη Γερμανία. Αντίθετα, παρά αυτό που η FAZ αποκαλεί «χαμηλότερο οικονομικό κύρος» της Ιταλίας, πρόκειται για ιταλικές τράπεζες και επιχειρήσεις που λιγουρεύονται την τεράστια γερμανική αγορά και τα εκλεκτότερα κομμάτια της.
Στις 15 Οκτωβρίου, η UniCredit, η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Ιταλίας με βάση το ενεργητικό και τα έσοδα, ανακοίνωσε ότι έλαβε το πράσινο φως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για να ολοκληρώσει την επιθετική εξαγορά, ύψους 45 δισ. ευρώ (51 δισ. δολαρίων), της Commerzbank, της αντίστοιχης γερμανικής τράπεζας. Η τραπεζική συμφωνία μπορεί να αποτελεί το κυρίως πιάτο μεταξύ των πρόσφατων ιταλογερμανικών συγχωνεύσεων. Αλλά είναι μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου φαγοποτιού.
Νωρίτερα φέτος, η Italo, ιταλική εταιρεία εκμετάλλευσης σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας, εισήλθε στη γερμανική αγορά. Μέχρι το 2028 σχεδιάζει να ανταγωνιστεί τη Deutsche Bahn, τον κρατικό κολοσσό, σε δύο επικερδείς διαδρομές: Μόναχο–Κολωνία–Ντόρτμουντ και Μόναχο–Βερολίνο–Αμβούργο. Πριν από έναν χρόνο, η MediaForEurope, η αυτοκρατορία που ελέγχεται από την οικογένεια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, του εκλιπόντος πρώην πρωθυπουργού, κατέβαλε 1,8 δισ. ευρώ για την ProSiebenSat.1, τον δεύτερο μεγαλύτερο ιδιωτικό τηλεοπτικό όμιλο της Γερμανίας — και αντικατέστησε αμέσως τον Μπερτ Χάμπετς, τον Ολλανδό επικεφαλής της ProSieben, με έναν Ιταλό, τον Μάρκο Τζορντάνι.
Στο μεταξύ, μικρότερες ιταλικές εταιρείες βάζουν στο στόχαστρο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της Γερμανίας, το λεγόμενο Mittelstand. Πέρυσι αύξησαν την αξία των εξαγορών τους στο εξωτερικό κατά 74%, στα 24 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την Arkios, μια επενδυτική τράπεζα του Μιλάνου. Η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ιταλίας και βρίσκεται πίσω μόνο από την Αμερική και τη Βρετανία ως στόχος εξαγορών.
Το 2025, η Polifarma, μια ιταλική φαρμακοβιομηχανία, αγόρασε τη Hennig Arzneimittel, μια ανταγωνίστρια εταιρεία από τη Φρανκφούρτη, ενώ η Bending Spoons, μια ιταλική εταιρεία που συγκεντρώνει υπό την ιδιοκτησία της νεοφυείς επιχειρήσεις τεχνολογίας, εξαγόρασε την Komoot, μια γερμανική εφαρμογή σχεδιασμού διαδρομών. (Η Bending Spoons μόλις πούλησε ένα μεγάλο μερίδιο του μετοχικού της κεφαλαίου στην Berkshire Hathaway, μια θρυλική αμερικανική επενδυτική εταιρεία.) Τον Δεκέμβριο, η DIESSE και η EsseEmme Tecno, δύο άλλες μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, αγόρασαν τμήματα της Mayer, μιας αφερέγγυας γερμανικής εταιρείας κατασκευής κλωστοϋφαντουργικών μηχανημάτων, προκειμένου να αποκτήσουν την τεχνολογία της για βιομηχανικές μηχανές πλεξίματος κορδονιών. Και τον Μάρτιο, μια ιταλική εταιρεία κατασκευής μηχανημάτων, η Danese, απορρόφησε μια γερμανική, τη Zwaans.
Η ιταλική όρεξη για γερμανικές επιχειρήσεις αποτελεί αντιστροφή μιας ιστορικής τάσης. Στο παρελθόν, οι Ιταλοί ήταν εκείνοι που είχαν τις εμπορικές μάρκες και οι Γερμανοί εκείνοι που είχαν τα χρήματα. Η Volkswagen αγόρασε τη Lamborghini (σπορ αυτοκίνητα) το 1998 και τη Ducati (σπορ μοτοσικλέτες) το 2012. Η Allianz, μια γερμανική ασφαλιστική εταιρεία, εξαγόρασε τη RAS, μια ιταλική ασφαλιστική εταιρεία, το 2005. Η HeidelbergCement (σήμερα Heidelberg Materials) απορρόφησε την Italcementi το 2016.
Τέτοιες συμφωνίες δεν ανήκουν εξ ολοκλήρου στο παρελθόν: πέρυσι η Lufthansa απέκτησε ποσοστό 41% στην ITA Airways και δηλώνει ότι θα το αυξήσει στο 90% τον επόμενο χρόνο. Όμως, καθώς το ΑΕΠ της Γερμανίας έχει παραμείνει λίγο πολύ στάσιμο από την πανδημία της Covid-19, περισσότερες γερμανικές εταιρείες, ιδιαίτερα οι βιομηχανικές επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται φθηνές εναλλακτικές λύσεις από την Κίνα, είναι δεκτικές σε προτάσεις εξαγοράς από το εξωτερικό. Όσο για τους Ιταλούς αγοραστές, η εγχώρια οικονομία τους μπορεί να έχει αναπτυχθεί ταχύτερα από τη γερμανική τα τελευταία χρόνια, αλλά κάθε άλλο παρά καίει σαν φούρνος πίτσας. Επομένως, ένα κομμάτι της μεγαλύτερης αγοράς της Ευρώπης, γαρνιρισμένο με τεχνολογία και τεχνογνωσία μηχανικής, φαίνεται ορεκτικό, λέει ο Γιοργκ Μπουκ του Γερμανοϊταλικού Εμπορικού Επιμελητηρίου στο Μιλάνο.
Αυτό δεν είναι του γούστου όλων. Η γερμανική κυβέρνηση (η οποία κατέχει το 13% της Commerzbank) αποστρέφεται την επιθυμία του δυναμικού επικεφαλής της UniCredit, Αντρέα Ορσέλ, να απολύσει την Μπετίνα Όρλοπ, διευθύνουσα σύμβουλο της Commerzbank — και μάλιστα αμέσως.
Επίσης, δεν της αρέσουν οι τακτικές που έχει χρησιμοποιήσει ο κ. Ορσέλ στην προσπάθειά του να αποκτήσει την Commerzbank. Αύξησε τη συμμετοχή της UniCredit με τη βοήθεια παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, τα οποία απέκρυπταν τις προθέσεις του. Επίσης, υπέβαλε μια τσιγκούνικη προσφορά για όλες τις μετοχές που δεν κατείχε, λίγο πριν το ποσοστό συμμετοχής της τράπεζάς του φτάσει το 30%. Αυτό του επέτρεψε να παρακάμψει τη νομική υποχρέωση υποβολής πλήρους δημόσιας πρότασης εξαγοράς όταν η συμμετοχή φτάνει το 30%, αποφεύγοντας παράλληλα την ανάγκη να προσφέρει το αξιοπρεπές τίμημα πάνω από την αγοραία αξία που συνήθως θα περιλάμβανε μια τέτοια πρόταση. Στη συνέχεια, μπορούσε να συνεχίσει να αγοράζει μετοχές της Commerzbank φθηνά στην ελεύθερη αγορά.
Το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών θέλει να αλλάξει τη νομοθεσία περί εξαγορών, ώστε να αποτρέψει τέτοιες «υπερβολικά χαμηλές προσφορές», απαιτώντας μια δεύτερη υποχρεωτική προσφορά όταν η συμμετοχή ενός αγοραστή σε μια εταιρεία-στόχο φτάσει το 50%. Σε εκείνο το στάδιο, ένας αγοραστής που θα υποχρεωνόταν να υποβάλει πλήρη δημόσια πρόταση εξαγοράς θα δυσκολευόταν περισσότερο να ξεφύγει με μια τσιγκούνικη προσφορά. Το υπουργείο επιθυμεί επίσης αυστηρότερους κανόνες σχετικά με τη χρήση παραγώγων από τους αγοραστές για την αύξηση των συμμετοχών τους.
Αυτό μοιάζει με ξινά σταφύλια Ρίσλινγκ. Ακόμη και αν οι προτεινόμενοι κανόνες θεσπίζονταν, θα έρχονταν πολύ αργά για να αποτρέψουν την εξαγορά της Commerzbank — ιδιαίτερα τώρα που η UniCredit έχει εξασφαλίσει την ευλογία της ΕΚΤ. Και είναι απίθανο να κρατήσουν μακριά άλλους Ιταλούς. Από τον νότο, η γερμανική επιχειρηματική αυτοκρατορία, η Deutschland AG, μοιάζει υπερβολικά ορεκτική.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

