Ποιος θα διαδεχθεί στην ΕΚΤ την Κριστίν Λαγκάρντ;

Επανέρχονται οι εκτιμήσεις για τους υποψήφιους διαδόχους της Λαγκάρντ, την ώρα που οι ηγέτες της ΕΕ ανησυχούν για την ανεξαρτησία της ΕΚΤ

Η Κριστίν Λαγκάρντ, πρόεδρος της ΕΚΤ, στο τελευταίο Euorgroup ΕRA © Olivier Hoslet

Τα σενάρια για την αποχώρηση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, πριν από τη λήξη της οκταετούς θητείας της, για να δώσει τα χρονικά περιθώρια στον πρόεδρο της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, και τον καγκελάριο της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, να επιλέξουν τον διάδοχό της, προκάλεσαν έκπληξη, πιο πολύ επειδή είναι αρκετά πρόωρα. Απομένει πάνω από ένας χρόνος μέχρι τις επόμενες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, οι οποίες είναι δρομολογημένες για τον Απρίλιο του 2027, και περίπου 19 μήνες για να ολοκληρωθεί η θητεία της κ. Λαγκάρντ στο τιμόνι της ΕΚΤ τον Οκτώβριο του 2027. Οι επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές στη Γερμανία, δε, έχουν οριστεί για τον Μάρτιο του 2029.

Εύλογο ήταν να ξεκινήσει ένας διάλογος για τους πιθανούς διαδόχους της Λαγκάρντ. O κεντρικός τραπεζίτης της Ολλανδίας, Κλάας Κνοτ, και ο Πάμπλο Ερντάντες ντι Κόος, γενικός διευθυντής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών και πρώην επικεφαλής της Τράπεζας της Ισπανίας, θεωρούνται οι πιθανότεροι υποψήφιοι. Το ενδιαφέρον της για τη θέση έχει εκφράσει δημόσια η Ίζαμπελ Σνάμπελ, ενώ και ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιοακίμ Νάγκελ, είναι πρόθυμος. Υπενθυμίζουμε ότι το 2019 ο Μακρόν είχε συμφωνήσει με την Άνγκελα Μέρκελ, τότε καγκελάριο της Γερμανίας, να προτείνουν τη Λαγκάρντ ως επικεφαλής της ΕΚΤ. Παράλληλα, ανατέθηκε η προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία τότε ήταν υπουργός Άμυνας της Γερμανίας.

«Η επιλογή του διαδόχου μπορεί να επηρεάσει βραχυπρόθεσμα τις αγορές», σχολίασε ο Κρίστιαν Σουλτς της Allianz Global Investors στη Les Echos. Αν και η χάραξη νομισματικής πολιτικής στον ανεπτυγμένο κόσμο είναι ανεξάρτητη από πολιτικές παρεμβάσεις, οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης πάντα προσπαθούν να διατηρούν ισορροπίες στην επιλογή των υποψηφίων που πρόκειται να αναλάβουν τα κρίσιμα πόστα στην ΕΚΤ και την Κομισιόν. «Υπάρχουν πολλά συμφέροντα στο παιχνίδι», λέει ο Εμπραχίμ Ρμπάντι της Absolute Strategy στη Le Monde. Δεν πρόκειται μόνο για την παρουσία του ευρωπαϊκού Νότου, αλλά και για την εξισορρόπηση μεταξύ γαλλικών, ιταλικών και γερμανικών θέσεων.

Η Ισπανία, ωστόσο, δεν θα έχει πλέον κανένα μέλος στο συμβούλιο της ΕΚΤ μετά την αποχώρηση του αντιπροέδρου, Λουί ντε Γκίντος, τον Μάιο του 2026. Ο υπουργός Οικονομικών, Κάρλος Κουέρπο, δήλωσε ότι η χώρα θέλει να διατηρήσει «ηγετικό ρόλο» στην κορυφή της ΕΚΤ. Εκτιμάται ότι ένας Ισπανός στο τιμόνι της ΕΚΤ θα έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην ανάπτυξη, ενώ ένας Γερμανός θα εμφανιζόταν πιο προσηλωμένος στη σταθερότητα των τιμών. Ο Κνοτ θεωρείται επιφυλακτικός απέναντι σε μη συμβατικά εργαλεία, αν και πρόσφατα είναι ανοικτός σε ένα διευρυμένο πακέτο με μέτρα, εάν είναι απαραίτητο.

Μεγάλη πολιτική αβεβαιότητα από την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη

Είναι πολιτικοί οι λόγοι που πυροδοτούν τα σενάρια για μια πρόωρη αποχώρηση της Λαγκάρντ, τα οποία βασίστηκαν σε πηγές των Financial Times. Αν και η ΕΚΤ διαβεβαίωσε ότι «η πρόεδρος Λαγκάρντ είναι ολοκληρωτικά επικεντρωμένη στην αποστολή της και δεν έχει λάβει καμία απόφαση σχετικά τη λήξη της θητείας της», τα σενάρια αυτά καθρεπτίζουν τη μεγάλη αβεβαιότητα που τροφοδοτείται από τη μεγάλη άνοδο της ακροδεξιάς στη Γαλλία και τη Γερμανία με τα κόμματα της «Εθνικής Συσπείρωσης» (RN) και της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (AfD), αντίστοιχα. Κυριότερος είναι ο κίνδυνος να συμβιβαστεί η αποστολή της ΕΚΤ εάν υπερισχύσει η Μαρί Λεπέν, ηγέτης της Εθνικής Συσπείρωσης, στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση της Γαλλίας.

Το κόμμα της Λεπέν τηρεί μια σκεπτικιστική στάση απέναντι στους θεσμούς της ΕΕ και έτσι θα μπορούσαν να περιπλεχθούν οι σχέσεις με την ΕΚΤ, η οποία έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην καταπολέμηση των κρίσεων δημοσίου χρέους και πανδημίας τα προηγούμενα χρόνια. Μπορεί η ίδια η Λεπέν να μην είναι υποψήφια στις εκλογές του 2027, καθώς έχει καταδικαστεί για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος από το πρωτοδικείο και αναμένεται η απόφαση του εφετείου στις 7 Ιουλίου. Όμως, ο Ζορντάν Μπαρντελά, ο οποίος έχει αναλάβει καθήκοντα προέδρου στο κόμμα, μπορεί να την αντικαταστήσει ως υποψήφιος.

Οι εξελίξεις στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού δεν αποτελούν καλό οιωνό. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ασκεί ασφυκτικές πιέσεις στον επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), Τζερόμ Πάουελ, και τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου για να μειώσουν τα επιτόκια, «πολιτικοποιώντας» τη νομισματική πολιτική στην ισχυρότερη οικονομία του κόσμου. Υπάρχουν κοινά σημεία μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και των ακροδεξιών κομμάτων της Ευρώπης, από την αντιμεταναστευτική πολιτική μέχρι την αμφισβήτηση των θεσμών της ΕΕ.

Το κόμμα της Λεπέν, ειδικότερα ο Μπαρντελά, έχουν ισχυριστεί ότι η ΕΚΤ οφείλει να παρέχει μεγαλύτερη στήριξη στο γαλλικό κράτος, το χρέος του οποίου έχει αυξηθεί ραγδαία από την πανδημία, μια τοποθέτηση που προκάλεσε μεγάλη ανησυχία σε Ευρωπαίους αξιωματούχους. Ναι μεν η ΕΚΤ πραγματοποιούσε μαζικές τοποθετήσεις σε κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης επί πανδημίας, αλλά ήταν στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος PΕPP ώστε να θωρακιστεί η Ευρωζώνη από τη βαθιά οικονομική κρίση. Το AfD έχει ασκήσει κατ’ επανάληψη κριτική στην ΕΚΤ, αμφισβητώντας την αξιοπιστία και τη νομιμότητά της σε μια περίοδο που η κεντρική τράπεζα επέκτεινε την εργαλειοθήκη της.

Σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές οικονομίες συνεχίζουν να δοκιμάζονται από το άνοδο του κόστους ενέργειας και είναι μεγάλη η δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης από την αύξηση των δαπανών διαβίωσης, ένα μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων καταφεύγει στα πολιτικά άκρα. Εντούτοις, η ΕΚΤ μαζί με τις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες του ανεπτυγμένου κόσμου έχουν αποστολή τη σταθερότητα των τιμών και τη θωράκιση της ανάπτυξης.

Κατά τη θητεία της η ΕΚΤ η Λαγκάρντ αντιμετώπισε την πανδημία, τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και τον ιστορικά υψηλό πληθωρισμό. Η ίδια τροφοδότησε πρόσφατα κάποια σενάρια για μια πρόωρη αποχώρηση. Απευθυνόμενη στο τηλεοπτικό δίκτυο του Bloomberg, είχε πει ότι της δόθηκε αρχικά η εντύπωση πως η θητεία της θα ήταν πενταετής, αλλά ο Μακρόν διευκρίνισε πως θα ήταν οκταετής. Τον Ιούνιο, ωστόσο, η κεντρική τραπεζίτης της Ευρωζώνης απέρριψε σενάρια για μια πρόωρη αποχώρηση, τονίζοντας σε δημοσιογράφους ότι «λυπάμαι αλλά δεν θα δείτε την πλάτη μου».