Μεγάλου: Εξαγορές σε asset management και investment banking, διανομές 5 δισ. έως το 2030

Το στίγμα της στρατηγικής της Τράπεζας Πειραιώς, για τα επόμενα χρόνια, έδωσε ο CEO Χρήστος Μεγάλου

O CEO της Τράπεζας Πειραιώς, Χρήστος Μεγάλου © ΙΝΤΙΜΕ

Με σαφή έμφαση στην ανάπτυξη μέσω εξαγορών, στην ενίσχυση των δραστηριοτήτων asset management και investment banking, αλλά και στη σημαντική αύξηση των εσόδων από το bancassurance, η Τράπεζα Πειραιώς παρουσίασε το νέο επιχειρηματικό της σχέδιο για την περίοδο έως το 2030. Στο πλαίσιο της παρουσίασης προς τους αναλυτές, ο διευθύνων σύμβουλος Χρήστος Μεγάλου έδωσε το στίγμα της στρατηγικής της τράπεζας για τα επόμενα χρόνια, ενώ στελέχη της διοίκησης ανέλυσαν τις βασικές παραμέτρους της αναπτυξιακής πορείας.

Κεντρικός στόχος του νέου business plan είναι η δημιουργία σημαντικής αξίας για τους μετόχους. Σύμφωνα με τον κ. Μεγάλου, οι συνολικές διανομές προς τους μετόχους εκτιμάται ότι θα φθάσουν τα 5 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη πενταετία. Η πρώτη προτεραιότητα της διοίκησης παραμένει η διανομή μερίσματος, ωστόσο η τράπεζα δηλώνει έτοιμη να κινηθεί και σε στοχευμένες εξαγορές, εφόσον παρουσιαστούν ευκαιρίες που ενισχύουν το επιχειρηματικό της μοντέλο.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως το investment banking και η διαχείριση κεφαλαίων (asset management), τομείς στους οποίους η τράπεζα βλέπει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης και ενίσχυσης των εσόδων.

Στο μέτωπο της κεφαλαιακής διάρθρωσης, η διοίκηση της τράπεζας εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξη για τη σταδιακή υποχώρηση της εξάρτησης από τον αναβαλλόμενο φόρο (DTC). Ο οικονομικός διευθυντής της τράπεζας, Θεόδωρος Γναρδέλλης, σημείωσε ότι έως το 2030 το DTC αναμένεται να περιοριστεί στο 10% των συνολικών κεφαλαίων της τράπεζας, έναντι περίπου 60% που βρίσκεται σήμερα. Παράλληλα, η διοίκηση εκτιμά ότι η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου θα συνεχίσει να βελτιώνεται. Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από το 1,5%, επίπεδο που προσεγγίζει τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Ανάπτυξη στο asset management και νέες ψηφιακές πλατφόρμες

Σημαντική βαρύτητα δίνεται και στον τομέα του asset management, ο οποίος εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τα έσοδα της τράπεζας κατά περίπου 50 εκατ. ευρώ τα επόμενα χρόνια. Η διοίκηση ξεκαθαρίζει ότι η ανάπτυξη της διαχείρισης κεφαλαίων δεν θα λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς τις τραπεζικές καταθέσεις. Οι προβλέψεις της τράπεζας κάνουν λόγο για αύξηση των υπό διαχείριση κεφαλαίων κατά περίπου 7% ετησίως έως το 2030, την ώρα που οι καταθέσεις εκτιμάται ότι θα αυξάνονται με ρυθμό περίπου 3% ετησίως. Το κόστος των καταθέσεων αναμένεται να παραμείνει χαμηλό, στοιχείο που ενισχύει τη δυνατότητα της τράπεζας να διατηρήσει υψηλή κερδοφορία.

Παράλληλα, η τράπεζα επενδύει δυναμικά στην τεχνολογία. Σε συνεργασία με την Qualco αναπτύσσει την πρώτη ολοκληρωμένη πλατφόρμα τεχνητής νοημοσύνης για στεγαστικά δάνεια, η οποία θα παρέχει πλήρη ψηφιακή εξυπηρέτηση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, από την αίτηση έως την εκταμίευση.

Επιπλέον, σχεδιάζονται δύο ακόμη ψηφιακές πλατφόρμες: μία για τις συναλλαγές στον αγροτικό τομέα και μία που θα απευθύνεται σε νέους πελάτες και οικογένειες, με στόχο τη δημιουργία ενός ευρύτερου ψηφιακού οικοσυστήματος υπηρεσιών. Ιδιαίτερα θετικές προοπτικές εμφανίζει και η λιανική τραπεζική (retail banking), όπου οι εκταμιεύσεις δανείων αναμένεται να αυξάνονται κατά περίπου 12% ετησίως τα επόμενα πέντε χρόνια.

Κεντρικός ρόλος της Εθνικής Ασφαλιστικής

Σημαντικό ρόλο στη στρατηγική ανάπτυξης της τράπεζας διαδραματίζει και η Εθνική Ασφαλιστική, η οποία αναμένεται να αποτελέσει βασικό πυλώνα αύξησης των προμηθειών μέσω του μοντέλου bancassurance. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Δημήτρης Μαζαράκης, ανέφερε ότι στόχος είναι έως το 2030 το 50% των πωλήσεων της ασφαλιστικής να προέρχεται από το δίκτυο της τράπεζας, έναντι περίπου 17% σήμερα. Η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των δύο οργανισμών αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των προμηθειών από την ασφαλιστική δραστηριότητα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, τα σχετικά έσοδα θα ξεπεράσουν τα 210 εκατ. ευρώ έως το 2030, από περίπου 90 εκατ. ευρώ σήμερα.

Η στρατηγική της ασφαλιστικής εταιρείας για την περίοδο 2026-2030 βασίζεται σε τέσσερις βασικούς άξονες: επιτάχυνση της ανάπτυξης, πληρέστερη κάλυψη των αναγκών των πελατών, βελτιστοποίηση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας και ισχυρότερες συνέργειες με την τράπεζα. Παράλληλα, η εταιρεία σχεδιάζει σημαντικές επενδύσεις στην τεχνολογία, ενώ μέσα στο επόμενο εξάμηνο αναμένεται να παρουσιαστεί το νέο σχέδιο ανάπτυξης των προϊόντων και των υπηρεσιών της.

Σύμφωνα με τον κ. Μαζαράκη, η ελληνική ασφαλιστική αγορά εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η ιδιωτική ασφάλιση ζωής και υγείας αντιστοιχεί σήμερα μόλις στο 1,4% του ΑΕΠ, ενώ οι γενικές ασφαλίσεις στο 1,1%. Τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ευρώπη διαμορφώνονται περίπου στο 5% και στο 2%, γεγονός που υπογραμμίζει το σημαντικό περιθώριο σύγκλισης και επέκτασης του κλάδου στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.

Το τέλος του RRF και η επόμενη ημέρα για τις επενδύσεις

Αναφορά έγινε και στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας μετά την ολοκλήρωση του Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) το 2026. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας, Ηλίας Λεκκός, σημείωσε ότι η λήξη του προγράμματος δεν αναμένεται να ανακόψει την πιστωτική επέκταση των τραπεζών. Όπως εξήγησε, η κυβέρνηση διαθέτει σημαντικό δημοσιονομικό περιθώριο που εκτιμάται ότι θα κατευθυνθεί σε επενδύσεις τα επόμενα χρόνια. Το σχετικό «μαξιλάρι» υπολογίζεται σε περίπου 20 δισ. ευρώ έως το 2029.

Παράλληλα, η χρηματοδότηση επενδύσεων μέσω δανείων που συνδέονται με το RRF αναμένεται να συνεχιστεί για τουλάχιστον δύο ακόμη χρόνια, καθώς τα έργα που έχουν ήδη εγκριθεί βρίσκονται σε φάση υλοποίησης. Σύμφωνα με τον κ. Λεκκό, η δυναμική της ελληνικής οικονομίας παραμένει ισχυρή, με επενδύσεις όχι μόνο στους παραδοσιακούς τομείς –όπως οι κατασκευές και ο τουρισμός– αλλά και σε νέους κλάδους όπως η υγεία και η ιδιωτική εκπαίδευση. Η ενίσχυση της απασχόλησης εκτιμάται ότι θα στηρίξει την κατανάλωση αλλά και τις επενδύσεις. Σήμερα περίπου το 65% των επενδύσεων των επιχειρήσεων χρηματοδοτείται μέσω τραπεζικού δανεισμού, ενώ σταδιακά αρχίζει να ενισχύεται και η αγορά στεγαστικών δανείων, η οποία είχε παραμείνει υποτονική τα προηγούμενα χρόνια.