Τις πρώτες επαφές με τους διεθνείς επενδυτές, στη σκιά των αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων από τις εξελίξεις στο Ιράν, θα έχουν οι ελληνικές τράπεζες στο Λονδίνο μέσα στον μήνα. Οι Έλληνες τραπεζίτες θα συμμετέχουν στο μεγάλο συνέδριο, European Financials, της Morgan Stanley, στις 17-19 Μαρτίου, όπου θα παρουσιάσουν τους νέους, αναβαθμισμένους στόχους των επιχειρηματικών τους πλάνων για την τριετία μέχρι και το 2028.
Πρωταρχικό ερώτημα των επενδυτών, δεδομένων των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, θα είναι η ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού κλάδου σε συνθήκες μιας νέας ενεργειακής κρίσης, πιθανής ύφεσης στην οικονομία της ευρωζώνης και αρνητικών επιπτώσεων για τον τουρισμό. Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, που επεκτείνεται και σε άλλες χώρες της περιοχής, ενέχει τον κίνδυνο επιτάχυνσης του πληθωρισμού και επιβάρυνσης της ήδη αναιμικής ευρωπαϊκής ανάπτυξης, μέσω της ανόδου του κόστους της ενέργειας και της διατάραξης της προσφοράς άλλων χημικών προϊόντων. Μια παρατεταμένη σύγκρουση θα ενίσχυε τις πληθωριστικές πιέσεις, ωστόσο είναι ακόμη νωρίς για οριστικά συμπεράσματα, όπως δήλωσε στο Reuters o Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μη αποκλείοντας ούτε το θετικό σενάριο αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης με έναρξη διαπραγματεύσεων, ούτε το αντίθετο αρνητικό σενάριο που θα πιέσει ανοδικά τον πληθωρισμό. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα μπαίνει στη νέα αυτή κρίση με «τσιμπημένο» πληθωρισμό, αφού με βάση τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat έχει την 3η χειρότερη θέση στην Ευρωζώνη, με άνοδο τιμών σε επίπεδο δομικού δείκτη κατά 3,5% τον Φεβρουάριο και μάλιστα αυξάνοντας ρυθμό (από 3,3% τον Ιανουάριο).
Όπως επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη, πέραν των επιπτώσεων σε ενέργεια, πληθωρισμό, αναπτυξιακό μομέντουμ, διεθνές εμπόριο, ναυτιλία, που θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια της γεωπολιτικής κρίσης, σε περίπτωση ελεγχόμενης εξέλιξης, χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες θα εκλαμβάνονταν από τις αγορές ως ασφαλές καταφύγιο, θα μπορούσαν να βιώσουν και θετικές επιπτώσεις, όπως προσέλκυση κεφαλαίων και τουριστών.
Στο εύφλεκτο και αχαρτογράφητο ακόμη σκηνικό για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής και ελληνικής οικονομίας, οι ελληνικές τράπεζες έχουν να επιδείξουν, πάντως, ισχυρή θωράκιση, με υψηλή επάρκεια κεφαλαίων και ρευστότητας και θετικές προοπτικές ανάπτυξης και κερδοφορίας.
Οι ελληνικές τράπεζες πηγαίνουν στο Λονδίνο έχοντας στη «βαλίτσα» τους τις ισχυρές επιδόσεις που κατέγραψαν το 2025 και τους επέτρεψαν υψηλές επιστροφές κερδών στους μετόχους τους. Τα καθαρά κέρδη των τεσσάρων μεγάλων ελληνικών τραπεζών την περασμένη χρήση προσέγγισαν τα 4,65 δισ. ευρώ, με έσοδα από τόκους περίπου 8,2 δισ. ευρώ και έσοδα από προμήθειες σχεδόν 2,45 δισ., ενώ οι διανομές προς τους μετόχους από τα κέρδη της χρήσης 2025 αγγίζουν τα 2,83 δισ. ευρώ. Και οι τέσσερις τράπεζες προχώρησαν σε ανοδική αναθεώρηση του ποσοστού διανομής κερδών στους μετόχους, με Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank να ανεβάζουν το ποσοστό από 50% σε 55% και την Εθνική να αποφασίζει να ενισχύσει τον ήδη υψηλότερο δείκτη διανομής κερδών της που, αναμενόταν στο 60%, εκτινάσσοντάς στο 86% τη συνολική διανομή κερδών, μέσω πρόσθετης διανομής 300 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, έχουν να επιδείξουν σημαντική διαφοροποίηση των πηγών εσόδων τους με άνοιγμα και στον τομέα των τραπεζοασφαλιστικών εργασιών και μείωση της εξάρτησης από τα επιτόκια. Το 2025 όλες οι τράπεζες υπερέβησαν τους στόχους τους για την πιστωτική επέκταση, διοχετεύοντας αθροιστικά στην ελληνική οικονομία νέα δάνεια 16,3 δισ. ευρώ.
Αναδημοσίευση από «Παραπολιτικά»