Τι δείχνουν τα στοιχεία του SSM για ελληνικές και ευρωπαϊκές τράπεζες

Καλύτερες επιδόσεις σε βασικούς δείκτες απόδοσης για τις ελληνικές τράπεζες. Υψηλότερη απόδοση ιδίων κεφαλαίων και ενεργητικού

Οι CEO των Alpha Bank Βασίλης Ψάλτης, Τράπεζας Πειραιώς Χρήστος Μεγάλου, Eurobank, Φωκίων Καραβίας και της Εθνικής Τράπεζας Παύλος Μυλωνάς © EUROKINISSI/ΙΝΤΙΜΕ/Powergame.gr

Καλύτερες επιδόσεις σχεδόν σε όλους τους βασικούς δείκτες απόδοσης παρουσιάζουν οι ελληνικές τράπεζες σε σχέση με τις ευρωπαϊκές, όπως αποδεικνύουν τα στατιστικά στοιχεία του SSM για το δ’ τρίμηνο 2025 των εποπτευόμενων 111 συστημικών τραπεζών των 19 κρατών – μελών της ΕΕ. Και αυτό το τρίμηνο, οι ελληνικές τράπεζες υπερτερούν σε επιδόσεις έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με τον Δείκτη κόστους προς έσοδα (Cost-to-income ratio – CIR), μάλιστα, να είναι για τέταρτο διαδοχικό τρίμηνο ο χαμηλότερος ή ο δεύτερος χαμηλότερος μεταξύ των συστημικών τραπεζών 15 κρατών μελών της ευρωζώνης (στο 36,98% έναντι 54,95% για τις ευρωπαϊκές).

Οι ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν επίσης υψηλότερη απόδοση ιδίων κεφαλαίων (Return on equity – RoE στο 11,98% έναντι 9,53% των ευρωπαϊκών) και ενεργητικού (Return on assets – RoA στο 1,29% έναντι 0,68% των ευρωπαϊκών), έχουν χαμηλότερη έκθεση στο χρέος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ενεργητικού τους (10,3% έναντι 12,4% των ευρωπαϊκών), πολύ υψηλότερους δείκτες ρευστότητας, πολύ χαμηλότερο δείκτη δανείων προς καταθέσεις που τους επιτρέπει να διατηρήσουν τους υψηλούς ρυθμούς αύξησης της πιστωτικής επέκτασης, πολύ μικρή απόκλιση στον δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και καλύτερες επιδόσεις στη συγκράτηση δημιουργίας νέων NPLs και υψηλότερο επιτοκιακό περιθώριο που αποτελεί “ασπίδα” για τα έσοδα σε περίοδο πτώσης των επιτοκίων (και προφανώς, συντελεί σε μεγαλύτερη αύξηση των επιτοκιακών εσόδων σε άνοδο των επιτοκίων).

Ατού το υψηλό επιτοκιακό περιθώριο

Ξεκινώντας από το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (Net interest margin – NIM) με το οποίο “δουλεύουν” οι ελληνικές τράπεζες, αυτό διαμορφώθηκε το δ΄ τρίμηνο του 2025 σε 2,69%, έναντι 1,52% του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Υψηλότερο καθαρό επιτοκιακό περιθώριο έναντι του μέσου όρου των ελληνικών συστημικών τραπεζών (2,69%) είχαν τα συστημικά πιστωτικά ιδρύματα της Σλοβενίας (3,11%) και της Λετονίας (2,73%). Στις λοιπές χώρες ισχύουν τα εξής: Πορτογαλία (2,63%), Ισπανία (2,60%), Εσθονία (2,59%), Αυστρία (2,35%), Λιθουανία (2,22%), Ιταλία (2,03%) και Ιρλανδία (1,79%). Μόνο σε πέντε κράτη-μέλη της ευρωζώνης τα συστημικά πιστωτικά ιδρύματα είχαν χαμηλότερο του μέσου όρου NIM (1,52%) και συγκεκριμένα στην Γαλλία (0,93%), την Γερμανία (1,07%), το Βέλγιο (1,43%), την Φινλανδία (1,45%) και την Ολλανδία (1,49%). Στατιστικά στοιχεία για Βουλγαρία, Κύπρο, Μάλτα και Λουξεμβούργο δεν είναι διαθέσιμα.

Σημειώνεται ότι τα έσοδα από τόκους (Net interest income) ανήλθαν σε ποσοστό 74,34% των συνολικών λειτουργικών εσόδων (Operating income) για τις ελληνικές τράπεζες, έναντι 56,87% για τα 111 συστημικά πιστωτικά ιδρύματα της ΕΕ. Η “ψαλίδα” αυτή δείχνει την ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από τα επιτόκια, σε αντίθεση με την υψηλότερη συμβολή που έχουν τα έσοδα από προμήθειες για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Ωστόσο, το δ΄ τρίμηνο 2025 οι ελληνικές τράπεζες άρχισαν να μειώνουν την εξάρτησή τους από τα επιτόκια, αυξάνοντας στο μίγμα των εσόδων, την συμβολή από προμήθειες. Μία τάση που θα γίνει εντονότερη εφεξής, μετά τις εξαγορές που πραγματοποίησαν οι ελληνικές τράπεζες στο χώρο των ασφαλιστικών, των εταιρειών asset management και των χρηματιστηριακών εταιρειών. Τα έσοδα από προμήθειες (Net fee and commission income) ως ποσοστό στα συνολικά λειτουργικά έσοδα διαμορφώθηκε το δ΄ τρίμηνο 2025 σε 29,34% για τα 111 συστημικά πιστωτικά ιδρύματα, έναντι 19,88% για τα 4 συστημικά πιστωτικά ιδρύματα της Ελλάδας. Όσο για την συμβολή των εσόδων από συναλλαγές και επενδύσεις (Net trading and investment income) ανήλθε σε 7,26% για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, έναντι 1,61% για τις ελληνικές.

Συνέχεια στους υψηλούς ρυθμούς επέκτασης, καλύτερες στη συγκράτηση των NPLs

Οι ελληνικές τράπεζες παρουσίασαν το 2025 πολύ ψηλότερη πιστωτική επέκταση σε σχέση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες και αυτό αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς τα περιθώρια αύξησης των χορηγήσεων παραμένουν υψηλά, όπως προκύπτει από τους χαμηλούς δείκτες δανείων προς καταθέσεις. Το ποσοστό δανείων προς καταθέσεις για τις ελληνικές τράπεζες ανέρχεται σε μόλις 62,55%, έναντι 100,49% των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Την ίδια στιγμή, οι ελληνικές τράπεζες αυξάνουν τα εξυπηρετούμενα δάνειά τους, καταγράφοντας καλύτερες επιδόσεις από τις ευρωπαϊκές στη συγκράτηση της δημιουργίας νέων κόκκινων δανείων. Στο τέλος του 2025 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών τραπεζών ανέρχονταν σε 5,58 δις. ευρώ, έναντι 355,16 δις. για τις τράπεζες της ΕΕ, με το ποσοστό τους επί του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου (δείκτης NPE) στο 2,85% έναντι 2,18% για τις τράπεζες της ΕΕ (μη λαμβάνοντας υπόψη τα ρευστά διαθέσιμα στις Κεντρικές Τράπεζες) και 2,47% έναντι 1,89% αντίστοιχα (λαμβάνοντας υπόψη τα ρευστά διαθέσιμα στις Κεντρικές Τράπεζες).

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν υψηλότερο ποσοστό κάλυψης (coverage ratio) των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους, στο 42,92% έναντι 39,55% των ευρωπαϊκών τραπεζών, και μάλιστα, η υπεροχή δεν είναι μόνο έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αλλά και των συστημικών τραπεζών Γερμανίας, Γαλλίας, Ολλανδίας, Αυστρίας, Φινλανδίας, Λιθουανίας, Λετονίας, Εσθονίας και Ιρλανδίας.

Επιπλέον, οι ελληνικές τράπεζες έχουν χαμηλότερο, κατά 274 μονάδες βάσης έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ποσοστό των δανείων με σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου (σημαντική βελτίωση, μάλιστα, σε σχέση με το δ΄ τρίμηνο 2024: -86 μονάδες βάσης για τις ελληνικές τράπεζες, -60 μονάδες βάσης για τον ευρωπαϊκό μέσο όρο). Συγκεκριμένα, το ποσοστό των δανείων με σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου (stage 2) ως ποσοστό του συνόλου των δανείων ανήλθε για τις ελληνικές τράπεζες σε 6,59% το δ΄ τρίμηνο 2025 έναντι 7,45% το δ΄ τρίμηνο 2024, έναντι 9,33% και 9,93% αντίστοιχα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Ισχυρά κεφάλαια και μακράν υψηλότερη ρευστότητα

Ξεπερνώντας την κρίση του 2015 που λίγο έλειψε να τους βάλει λουκέτο, κατόπιν της αιμορραγίας ρευστότητας και της ένδειας κεφαλαίων, οι ελληνικές τράπεζες σήμερα έχουν δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου (και υψηλότερο συνολικό δείκτης κεφαλαίου από τις συστημικές τράπεζες σε Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και Σλοβενία) και δείκτες ρευστότητας σημαντικά υψηλότερους. Ειδικότερα, ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital ratio) για τις ελληνικές τράπεζες διαμορφώνεται σε 19,95% έναντι 20,32% για τις ευρωπαϊκές, με τον δείκτη Tier 1 ratio στο 17,18% έναντι 17,68% των ευρωπαϊκών και τον δείκτη CET1 ratio (Common Equity Tier 1) στο 15,46% έναντι 16,18%.

Όσο για τους δείκτες ρευστότητας, ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (Net stable funding ratio – NSFR) είναι σταθερά υψηλότερος για τις ελληνικές τράπεζες (136,40% έναντι 126,49% των ευρωπαϊκών) και ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (LCR) πολύ υψηλότερος (198,81% έναντι 158,60% των ευρωπαϊκών).

Σημειώνεται ότι το ενεργητικό των 111 συστημικών πιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΕ μειώθηκε κατά 0,32% το δ΄ τρίμηνο 2025 έναντι του γ΄ τριμήνου (27,74 έναντι 27,83 τρισ. ευρώ), ενώ αυτό των τεσσάρων μεγάλων ελληνικών τραπεζών αυξήθηκε κατά 4,4% σε τριμηνιαία βάση, στα 350,7 από 335,9 δισ. ευρώ. Τα μετά τους φόρους κέρδη των 111 συστημικών ευρωπαϊκών τραπεζών για τη χρήση 2025 ανήλθαν σε 187,78 δισ. ευρώ και για τις ελληνικές σε 4,53 δισ. ευρώ.