Θετικές προοπτικές για τις μετοχές της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου (Bank of Cyprus, BoC) εξακολουθεί να διαβλέπει η Deutsche Bank, ποντάροντας στη διατηρήσιμη κερδοφορία, την ισχυρή παραγωγή κεφαλαίων και τις αυξημένες διανομές προς τους μετόχους.
Η γερμανική τράπεζα διατηρεί τη σύσταση «Buy» και για τις μετοχές των δύο τραπεζών, χωρίς να αλλάζει τις τιμές-στόχους. Υπενθυμίζεται πως είχε προχωρήσει τον Σεπτέμβριο σε ανοδική αναθεώρηση των τιμών-στόχων και για τις δύο μετοχές. Ειδικότερα, αύξησε την τιμή-στόχο της Εθνικής Τράπεζας στα 18,55 ευρώ από 17,10 ευρώ, ενώ για την Τράπεζα Κύπρου ανέβασε τον πήχη στα 12,35 ευρώ από 11,25 ευρώ.
Η σύσταση στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η πιστωτική επέκταση, η ανθεκτικότητα των επιτοκιακών εσόδων και η αποτελεσματικότερη διαχείριση του κόστους μπορούν να διατηρήσουν την κερδοφορία σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, η Deutsche Bank διαφοροποιεί τη στάση του ως προς τις αποτιμήσεις: η Εθνική διαθέτει ισχυρό κεφαλαιακό προφίλ, αλλά διαπραγματεύεται ακριβότερα από αρκετούς ανταγωνιστές της, ενώ η Τράπεζα Κύπρου εμφανίζει, κατά την εκτίμησή της, ελκυστικότερο συνδυασμό αποτίμησης και αποδοτικότητας.
Βεβαια, όπως αναφέρεται, πιθανές αλλαγές στην κατάταξη της ελληνικής αγοράς από διεθνείς χρηματιστηριακούς δείκτες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις επενδυτικές ροές. Επίσης, η πορεία των επιτοκίων, μια ενδεχόμενη επιδείνωση του οικονομικού περιβάλλοντος και τυχόν χαμηλότερες διανομές κεφαλαίων συνιστούν βασικούς κινδύνους για τις προβλέψεις.
Εθνική Τράπεζα
Για την Εθνική Τράπεζα, θεωρεί ότι η ενίσχυση των καθαρών εσόδων από τόκους, η ανάπτυξη των προμηθειών και η ισχυρή κεφαλαιακή θέση αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που μπορούν να στηρίξουν την κερδοφορία τα επόμενα χρόνια.
Με βάση τις εκτιμήσεις της για το 2027, η μετοχή αποτιμάται περίπου 10,5 φορές τα προβλεπόμενα κέρδη (P/E) και 1,6 φορές την ενσώματη λογιστική αξία (P/TBV). Πρόκειται για σχετικά υψηλότερους πολλαπλασιαστές σε σύγκριση με άλλες ελληνικές τράπεζες, γεγονός που εξηγεί γιατί η Εθνική παραμένει η λιγότερο προτιμώμενη ελληνική τραπεζική μετοχή του οίκου, παρά τη σύσταση αγοράς.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην αξιοποίηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου, το οποίο προσφέρει δυνατότητες για υψηλότερες διανομές, επαναγορές ιδίων μετοχών ή επιλεκτικές επενδύσεις. Παράλληλα, η ανάπτυξη δραστηριοτήτων στη διαχείριση περιουσίας, στα επενδυτικά προϊόντα και στο bancassurance αναμένεται να ενισχύσει τη συμμετοχή των προμηθειών στα συνολικά έσοδα.
Στη νεότερη αξιολόγησή της, η Deutsche Bank εκτιμά ότι διαμορφώνονται προϋποθέσεις υπέρβασης των στόχων του 2026 για τα καθαρά έσοδα από τόκους, το επιτοκιακό περιθώριο, τη λειτουργική αποτελεσματικότητα, τα κέρδη ανά μετοχή και την απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων. Η δυναμική αυτή δημιουργεί θετική αφετηρία για το 2027.
Τράπεζα Κύπρου
Ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στις μελλοντικές αποδόσεις των μετόχων δίνει η Deutsche Bank για την Τράπεζα Κύπρου, την οποία χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ελκυστική περίπτωση επιστροφής κεφαλαίου. Το σημαντικότερο στοιχείο της ανάλυσης αφορά την πρόβλεψη ότι οι διανομές προς τους μετόχους θα μπορούσαν να προσεγγίσουν το 100% των ετήσιων κερδών κατά την περίοδο 2027-2028, χάρη στην υψηλή οργανική δημιουργία κεφαλαίων. Πρόκειται για εκτίμηση του επενδυτικού οίκου και όχι για οριστική δέσμευση της διοίκησης.
Για το 2027, τοποθετεί την αποτίμηση της μετοχής στις 9,6 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη (P/E) και σε λιγότερο από 1,7 φορές την ενσώματη λογιστική αξία (P/TBV), με προσαρμοσμένη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 18%.
Οι συγκεκριμένοι πολλαπλασιαστές δεν αντανακλούν πλήρως τη δυνατότητα διατήρησης υψηλών αποδόσεων και γενναιόδωρων μερισμάτων. Παράλληλα, η ισχυρή κεφαλαιακή βάση επιτρέπει στην τράπεζα να εξετάζει επιλεκτικές ευκαιρίες ανάπτυξης χωρίς να διακυβεύεται η χρηματοοικονομική της ευελιξία.
