Ο Σεμπάστιαν Ρίντλερ, επικεφαλής στρατηγικής για τις ευρωπαϊκές μετοχές στην Bank of America, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις διεθνείς αγορές, υποστηρίζοντας ότι οι επενδυτές υποτιμούν σοβαρά τους αυξανόμενους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με τον αναλυτή, η εύθραυστη οικονομική προοπτική επιδεινώνεται περαιτέρω από τις διαταραχές στον ενεργειακό εφοδιασμό, ένα γεγονός που το χρηματιστήριο φαίνεται να αγνοεί.
Ο Ρίντλερ επεσήμανε ότι, μετά από τέσσερα χρόνια όπου οι διάφορες αναταράξεις απέτυχαν να ανακόψουν τη δυναμική της παγκόσμιας ανάπτυξης, οι επενδυτές έχουν πλέον συνηθίσει να προσπερνούν τις αρνητικές ειδήσεις. «Αυτό που ουσιαστικά λέει η αγορά είναι πως διανύουμε το λιγότερο επικίνδυνο μακροοικονομικό περιβάλλον των τελευταίων 20 ετών», δήλωσε χαρακτηριστικά στο Bloomberg TV.
Εξήγησε δε ότι τα ασφάλιστρα κινδύνου (risk premia) είναι εξαιρετικά ευαίσθητα στη δυναμική της ανάπτυξης και οι τρέχουσες αποτιμήσεις υποδηλώνουν πως η αγορά δίνει πιθανότητα 90% στο σενάριο ότι οι παρούσες εντάσεις δεν θα επηρεάσουν την οικονομία.
Ωστόσο, ο στρατηγικός αναλυτής της BofA εμφανίζεται πολύ πιο επιφυλακτικός. Βασιζόμενος σε ιστορικά δεδομένα, τόνισε ότι τα μεγάλα ενεργειακά σοκ συνήθως οδηγούν σε καταστροφή της ζήτησης, εάν δεν αναστραφούν άμεσα. Ανέφερε ως προειδοποιητικό σημάδι την απότομη πτώση των παγκόσμιων δεικτών υπευθύνων προμηθειών (PMI) τον Μάρτιο, την οποία όμως οι αγορές υποβάθμισαν ως ένα απλό «σοκ ψυχολογίας».
Οι δηλώσεις του συμπίπτουν με μια περίοδο όπου οι ευρωπαϊκές μετοχές δυσκολεύονται να διατηρήσουν το ανοδικό τους σερί, ενώ τα αμερικανικά futures δείχνουν υποχώρηση του S&P 500 από τα επίπεδα ρεκόρ. Η πρόσφατη κλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εντείνει τους φόβους για επίμονο πληθωρισμό και κάμψη της ανάπτυξης.
Τι προτείνει ο αναλυτής της BofA
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ρίντλερ προτείνει τη λήψη αμυντικών θέσεων, συστήνοντας υποστάθμιση (underweight) στους κυκλικούς κλάδους.
Μάλιστα, έκανε μια ιδιαίτερη σύσταση για υποστάθμιση σε μετοχές που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη, όπως οι ημιαγωγοί, αλλά και στις εξορυκτικές εταιρείες, οι οποίες διαπραγματεύονται σε υψηλά πολλών ετών. «Στοιχηματίζω ότι για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια, η δυναμική της ανάπτυξης θα δεχθεί πλήγμα και θα υπάρξει πραγματική καταστροφή της ζήτησης», κατέληξε.