Πτωτικά ολοκληρώθηκε η συνεδρίαση για τις αμερικανικές μετοχές, οι οποίες επηρεάστηκαν από τη νέα άνοδο στις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, που άγγιξαν νέα υψηλά πολλών ετών.
Ο Dow Jones κατέγραψε πτώση 0,26% στις 51.349 μονάδες, ο S&P 500 υποχώρησε 0,17% στις 7.670 μονάδες και ο Nasdaq σημείωσε οριακές απώλειες 0,09% στις 26.797 μονάδες.
Οι τραπεζικές μετοχές οδήγησαν την πτώση, με την Goldman Sachs να υποχωρεί περίπου 1% ενδοσυνεδριακά, ενώ αντίστοιχες απώλειες σημείωσαν οι JPMorgan Chase, Morgan Stanley και Bank of America.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου έφτασε στο 5,61%, πιάνοντας το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2002. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου, που αποτελεί σημείο αναφοράς για την αγορά, αυξήθηκε κατά 4 μονάδες βάσης, στο 5,28%, κοντά σε υψηλά 20ετίας.
Ο συνδυασμός των υψηλότερων τιμών του πετρελαίου και των αυξημένων αποδόσεων των ομολόγων έχει ασκήσει πίεση στις μετοχές το τελευταίο διάστημα.
Παρόλα αυτά, «πιστεύουμε ότι οι επενδυτές θα πρέπει να παραμείνουν τοποθετημένοι για περαιτέρω άνοδο των μετοχών, έχοντας τη διαφοροποίηση στο επίκεντρο των επενδύσεών τους», δήλωσε ο Mark Haefele, επικεφαλής επενδύσεων της UBS Global Wealth Management.
«Συνεχίζουμε επίσης να θεωρούμε τις επενδύσεις σταθερού εισοδήματος ελκυστικές και πιστεύουμε ότι οι επενδυτές θα πρέπει να προσαρμόζουν τόσο τον πιστωτικό κίνδυνο όσο και τη διάρκεια των επενδύσεών τους σύμφωνα με τους στόχους και τον επενδυτικό τους ορίζοντα. Οι επενδυτές που δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο εισόδημα ενδέχεται να προτιμήσουν ομόλογα μικρής διάρκειας, ώστε να μειώσουν τον κίνδυνο διάρκειας, ενώ όσοι μπορούν να ανεχθούν τη μεταβλητότητα ενδέχεται να εξετάσουν τακτικές επενδυτικές ευκαιρίες σε ομόλογα υψηλής ποιότητας με μεσοπρόθεσμη έως μακροπρόθεσμη διάρκεια».
Βυθίζεται η καταναλωτική εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ
Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης του Conference Board υποχώρησε κατά 6,7 μονάδες, στις 81,9 μονάδες τον Σεπτέμβριο.
Οι οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε έρευνα του Dow Jones ανέμεναν άνοδο στις 89 μονάδες, από τις 88,6 μονάδες του Αυγούστου.
«Οι εκτιμήσεις των καταναλωτών για τις τρέχουσες επιχειρηματικές συνθήκες έγιναν αρνητικές για πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο του 2024. Οι αντιλήψεις για την τρέχουσα κατάσταση της αγοράς εργασίας επιδεινώθηκαν επίσης, αν και παρέμειναν σε θετικό έδαφος», δήλωσε η Dana Peterson, επικεφαλής οικονομολόγος του Conference Board.
«Για τους επόμενους έξι μήνες, οι καταναλωτές αναμένουν επιδείνωση τόσο των επιχειρηματικών συνθηκών όσο και της αγοράς εργασίας. Εξακολουθούν να αναμένουν αύξηση των εισοδημάτων των νοικοκυριών τους, αλλά σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες», πρόσθεσε.
