Goldman Sachs: Σε bear market το 60% των μετοχών του S&P 500 παρά τα ιστορικά υψηλά

Παρά τα επίπεδα ρεκόρ του δείκτη, η πλειονότητα των μετοχών του καταγράφει μεγάλες απώλειες περνώντας σε έδαφος bear market

S&P 500 © 123rf

Ο δείκτης S&P 500 συνεχίζει να βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, το 60% των μετοχών που τον απαρτίζουν έχει ήδη εισέλθει σε περιοχή «bear market», δηλαδή έχει υποχωρήσει τουλάχιστον 20% από τα πρόσφατα υψηλά του.

Την εικόνα αυτή, που χαρακτηρίζει εντυπωσιακή, ανέδειξε ο Μπόμπι Μολάβι, επικεφαλής των υπηρεσιών εκτέλεσης συναλλαγών της Goldman Sachs για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική (EMEA), σημειώνει το Bloomberg.

Όπως επισημαίνει, το παράδοξο είναι ότι υποχωρούν ταυτόχρονα τόσο οι τεχνολογικοί κολοσσοί, των οποίων οι τεράστιες επενδύσεις τροφοδοτούν το ράλι της τεχνητής νοημοσύνης, όσο και οι εταιρείες που επωφελούνται από αυτές τις δαπάνες.

Ο ίδιος περιγράφει την κατάσταση ως μια «σιωπηλή bear market», καθώς η συνολική εικόνα του δείκτη δεν αποτυπώνει τις σημαντικές απώλειες μεγάλου μέρους των μετοχών του.

Η στροφή των επενδυτών μακριά από την τεχνητή νοημοσύνη

Η ανησυχία για τη βιωσιμότητα των τεράστιων δαπανών στην τεχνητή νοημοσύνη έχει προκαλέσει ισχυρή αναδιάταξη των επενδυτικών χαρτοφυλακίων. Οι επενδυτές απομακρύνονται από τις μετοχές που συνδέονται με την AI, πιέζοντας ιδιαίτερα τον τεχνολογικό κλάδο.

Την ίδια στιγμή, οι περισσότερες μετοχές του S&P 500 έχουν ενισχυθεί τον τελευταίο μήνα, καθώς κεφάλαια μετακινούνται από τις δημοφιλείς και υπερφορτωμένες επενδυτικές επιλογές προς πιο αμυντικούς κλάδους και εταιρείες που μέχρι πρότινος βρίσκονταν στο περιθώριο.

Από τις 15 Οκτωβρίου, οι επτά τεχνολογικοί κολοσσοί που είναι γνωστοί ως «Magnificent Seven» έχουν χάσει συνολικά 4 τρισ. δολάρια από τη χρηματιστηριακή τους αξία.

Ο Μολάβι επισημαίνει, μάλιστα, ότι για πρώτη φορά στη δική του εμπειρία τα εταιρικά αποτελέσματα δεν θεωρήθηκαν επαρκή από την αγορά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Alphabet, η οποία την περασμένη Πέμπτη έχασε 500 δισ. δολάρια σε χρηματιστηριακή αξία, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση της εδώ και 20 χρόνια.

Παρ’ όλα αυτά, ο S&P 500 υποχώρησε μόλις 0,3%, καθώς οι κλάδοι της υγείας, των ακινήτων και των βασικών καταναλωτικών αγαθών απορρόφησαν μέρος των πιέσεων.

Αντίθετα, οι εταιρείες ημιαγωγών δεν είχαν ανάλογη προστασία. Ο δείκτης Philadelphia Semiconductor Index έκλεισε την Παρασκευή με απώλειες 7%, υποχωρώντας κάτω από τον κινητό μέσο όρο των 200 ημερών για πρώτη φορά μέσα σε έναν χρόνο.

Δεν προβληματίζει η ζήτηση, αλλά το κόστος της AI

Σύμφωνα με τον Μολάβι, το πρόβλημα δεν είναι η ζήτηση για υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης. Τα τελευταία οικονομικά αποτελέσματα δείχνουν ότι τα έσοδα του Google Cloud διπλασιάστηκαν, το Azure της Microsoft αυξήθηκε κατά 48% και το AWS της Amazon κατά 39%, καταγράφοντας τον ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης των τελευταίων πέντε ετών.

Η ανησυχία των επενδυτών αφορά πλέον το ύψος των επενδύσεων και τον χρόνο που θα χρειαστεί για να αποδώσουν. Οι μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας, οι λεγόμενοι hyperscalers, μετατρέπονται από μηχανές παραγωγής ρευστότητας σε μεγάλους καταναλωτές κεφαλαίων, για χρονικό διάστημα που ενδέχεται να ξεπεράσει κατά πολύ το ένα ή δύο χρόνια.

Οι τέσσερις μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου παρήγαγαν συνολικά μόλις 26 δισ. δολάρια ελεύθερων ταμειακών ροών, ποσό πολύ χαμηλότερο από τα επίπεδα του παρελθόντος.

Παράλληλα, χρηματοδοτούν ολοένα και περισσότερο τις επενδύσεις τους στην τεχνητή νοημοσύνη όχι μόνο με διαθέσιμα κεφάλαια, αλλά και μέσω δανεισμού και έκδοσης μετοχών.

Ενδεικτικά, το μακροπρόθεσμο χρέος της Amazon αυξήθηκε μέσα σε εννέα μήνες από τα 66 δισ. στα 173 δισ. δολάρια.

Ο Μολάβι εκτιμά ότι την περασμένη εβδομάδα οι αγορές άρχισαν να αντιλαμβάνονται το πραγματικό κόστος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Οι επενδυτές στρέφουν πλέον την προσοχή τους στις αποδόσεις και στις ταμειακές ροές, αντί να επιβραβεύουν απλώς τις φιλόδοξες επενδυτικές ανακοινώσεις.

Προειδοποιητικό σήμα από την αγορά ομολόγων

Τη Δευτέρα, ο S&P 500 υποχώρησε κατά 0,5%, καταγράφοντας την τρίτη διαδοχική πτωτική συνεδρίασή του, ενώ ο Nasdaq 100 σημείωσε απώλειες 1,4%, καθώς οι πιέσεις στις τεχνολογικές μετοχές συνεχίστηκαν και στις αρχές του Νοεμβρίου.

Ωστόσο, κατά τον Μολάβι, ακόμη πιο ανησυχητικό μήνυμα προέρχεται από την αγορά εταιρικών ομολόγων. Η διαφορά αποδόσεων μεταξύ ομολόγων χαμηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης Β και CCC έφθασε τις 8 ποσοστιαίες μονάδες. Σύμφωνα με την καταμέτρησή του, κάτι τέτοιο έχει συμβεί λιγότερες από πέντε φορές από το 1996.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο S&P 500 βρισκόταν τουλάχιστον 11,5% χαμηλότερα από το υψηλό των προηγούμενων 52 εβδομάδων, ενώ σε δύο περιπτώσεις η πτώση πλησίαζε το 30%.

Αυτή τη φορά, όμως, ο δείκτης βρισκόταν λιγότερο από 2% κάτω από το ιστορικό υψηλό του, παρά την επιδείνωση των συνθηκών στην αγορά ομολόγων. Η απόκλιση αυτή ενισχύει τις ανησυχίες ότι η φαινομενική ανθεκτικότητα των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών ενδέχεται να κρύβει πολύ βαθύτερες πιέσεις στο εσωτερικό της αγοράς.