Ενοίκια: “Μάχη” για τα σπίτια έως 600 ευρώ, έως 53% ακριβότερα τα επιπλωμένα

Τα σπίτια έως 600 ευρώ γίνονται δυσεύρετα, ενώ τα επιπλωμένα ανεβάζουν το κόστος ενοικίασης, με το premium να φτάνει έως και το 53%

Αττική © INTIME/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΑΝΤΑΗΣ

Σε μία από τις πιο πιεσμένες κατηγορίες της αγοράς κατοικίας εξελίσσονται τα προσιτά ενοίκια, καθώς όσο χαμηλότερα τοποθετείται ο πήχης του μηνιαίου μισθώματος τόσο εντονότερος γίνεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των υποψήφιων ενοικιαστών. Τα σπίτια με ενοίκιο έως 600 ευρώ συγκεντρώνουν πλέον το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, την ώρα που η διαθέσιμη προσφορά παραμένει περιορισμένη και δυσκολεύεται να καλύψει τη ζήτηση. Ακόμη ακριβότερη αποδεικνύεται η επιλογή μιας επιπλωμένης κατοικίας, καθώς η διαφορά στο ζητούμενο ενοίκιο σε σχέση με ένα αντίστοιχο μη επιπλωμένο ακίνητο μπορεί, σε ορισμένες κατηγορίες, να φτάσει ακόμη και το 53%.

Η εικόνα αποτυπώνεται σε δύο διαφορετικές αναλύσεις, οι οποίες φωτίζουν από διαφορετική πλευρά τις πιέσεις που ασκούνται σήμερα στην αγορά κατοικίας. Τα στοιχεία του Spitogatos καταγράφουν τις περιοχές όπου οι αγγελίες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από υποψήφιους ενοικιαστές και αγοραστές, ενώ η έρευνα της ReDataset, που βασίζεται σε αγγελίες ενοικίασης του 2026 στον Κεντρικό, τον Βόρειο και τον Νότιο Τομέα της Αθήνας, αποτυπώνει πόσο διαφοροποιούνται οι ζητούμενες τιμές ανάλογα με το αν μία κατοικία προσφέρεται επιπλωμένη ή όχι.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η μεγαλύτερη πίεση συγκεντρώνεται στο οικονομικότερο τμήμα της αγοράς. Σύμφωνα με τα στοιχεία για τη σχέση προσφοράς και ζήτησης, στις πωλήσεις η ζήτηση εμφανίζεται κατά 60% υψηλότερη από την προσφορά, ενώ στις μισθώσεις η απόσταση διευρύνεται εντυπωσιακά, καθώς η ζήτηση φθάνει σε επίπεδα 380% υψηλότερα από την προσφορά. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα ακίνητα με μηνιαίο μίσθωμα έως 600 ευρώ.

Στην πράξη, όσο περισσότερα νοικοκυριά προσπαθούν να κρατήσουν το κόστος στέγασης κάτω από αυτό το όριο, τόσο μεγαλύτερος αριθμός ενδιαφερομένων διεκδικεί ένα περιορισμένο απόθεμα κατοικιών. Η πίεση αυτή αρχίζει πλέον να αλλάζει και τον χάρτη των αναζητήσεων, καθώς οι υποψήφιοι ενοικιαστές στρέφονται πέρα από το κέντρο και τις παραδοσιακά δημοφιλείς συνοικίες, αναζητώντας περισσότερες επιλογές σε περιοχές όπου οι τιμές παραμένουν σχετικά χαμηλότερες.

Ελευσίνα, Μαρούσι και Ηράκλειο στην πρώτη γραμμή

Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία του Spitogatos για την ένταση του ενδιαφέροντος στις αγγελίες ενοικίασης. Στην κορυφή βρίσκεται η Ελευσίνα, με 38,75 μοναδικές εκδηλώσεις ενδιαφέροντος ανά διαθέσιμο ακίνητο και 899,90 μοναδικές αναζητήσεις ανά ακίνητο. Η απόσταση από τις περιοχές που ακολουθούν είναι αισθητή. Στο Μαρούσι καταγράφονται 27,07 εκδηλώσεις ενδιαφέροντος ανά ακίνητο και 291,49 αναζητήσεις, ενώ στο Ηράκλειο οι αντίστοιχοι δείκτες διαμορφώνονται σε 23,67 και 321,99. Ακολουθούν η Παλλήνη με 19,93 εκδηλώσεις ενδιαφέροντος ανά ακίνητο και το Χαλάνδρι με 19,14, ενώ στην πρώτη δεκάδα περιλαμβάνονται επίσης το Κορωπί με 16,89, η Νέα Ιωνία με 16,80, ο Πειραιάς με 16,38, η Άνω Γλυφάδα με 15,71 και οι Αχαρνές με 14,95.

Η συγκεκριμένη κατάταξη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς δεν αποτυπώνει απλώς πού βρίσκονται τα ακριβότερα ή τα φθηνότερα ενοίκια, αλλά πού συγκεντρώνεται η μεγαλύτερη πίεση γύρω από το διαθέσιμο απόθεμα. Το γεγονός ότι στην ίδια λίστα συναντώνται η Ελευσίνα, η Παλλήνη, το Κορωπί και οι Αχαρνές μαζί με το Μαρούσι, το Χαλάνδρι και την Άνω Γλυφάδα δείχνει πόσο έχει διευρυνθεί γεωγραφικά η αναζήτηση κατοικίας. Οι ενδιαφερόμενοι δεν περιορίζονται πλέον στις παραδοσιακά δημοφιλείς περιοχές, αλλά εξετάζουν μεγαλύτερο τμήμα της Αττικής προκειμένου να βρουν σπίτι που να ανταποκρίνεται στις οικονομικές τους δυνατότητες.

Το όριο των 250.000 ευρώ στις αγοραπωλησίες

Ανάλογη τάση καταγράφεται και στην αγορά κατοικίας προς πώληση, όπου το όριο των 250.000 ευρώ φαίνεται να λειτουργεί ως σημαντικό σημείο αναφοράς για ένα μεγάλο τμήμα των ενδιαφερομένων.

Στα ακίνητα με ζητούμενη τιμή κάτω από 250.000 ευρώ, πρώτη σε ένταση ενδιαφέροντος εμφανίζεται η Νέα Πέραμος, με 3,54 μοναδικές εκδηλώσεις ενδιαφέροντος ανά ακίνητο και 76,90 αναζητήσεις. Ακολουθεί η Ελευσίνα με 3,03 εκδηλώσεις ενδιαφέροντος και 53,74 αναζητήσεις ανά ακίνητο, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκεται το Παλαιό Ψυχικό, με 2,61 εκδηλώσεις ενδιαφέροντος και 68,73 αναζητήσεις. Στη συνέχεια ακολουθούν η Λυκόβρυση, η Ανθούσα, το Χαλάνδρι, η Κηφισιά, ο Χολαργός, η Βουλιαγμένη και ο Ασπρόπυργος.

Η παρουσία περιοχών όπως το Παλαιό Ψυχικό, η Κηφισιά και η Βουλιαγμένη δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι συγκεκριμένες αγορές έχουν μετατραπεί σε προσιτές επιλογές. Αντίθετα, δείχνει ότι όσα ακίνητα διατίθενται εκεί σε τιμή χαμηλότερη των 250.000 ευρώ αποτελούν μικρό και περιζήτητο τμήμα της προσφοράς και, ως εκ τούτου, συγκεντρώνουν αναλογικά αυξημένο ενδιαφέρον.

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η Ελευσίνα, η οποία βρίσκεται ψηλά τόσο στις αναζητήσεις για ενοικίαση όσο και στις αγοραπωλησίες έως 250.000 ευρώ. Η διπλή αυτή παρουσία δείχνει ότι η στροφή προς οικονομικότερες περιοχές δεν αφορά μόνο όσους αναζητούν σπίτι προς ενοικίαση, αλλά επεκτείνεται και σε όσους επιχειρούν να αποκτήσουν κατοικία.

Γιατί περισσότεροι παραμένουν στην ενοικίαση

Στην ένταση που καταγράφεται στην αγορά ενοικίων συμβάλλει και η σχετικά περιορισμένη χρήση στεγαστικής πίστης στην Ελλάδα. Σύμφωνα με στοιχεία του Spitogatos, μόλις μία στις πέντε συναλλαγές στην ελληνική αγορά πραγματοποιείται με χρηματοδότηση μέσω στεγαστικού δανείου. Στην Ιταλία το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 55%, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχεδόν μία στις δύο συναλλαγές πραγματοποιείται με στεγαστική χρηματοδότηση.

Η σύγκριση είναι ενδεικτική των δυσκολιών που αντιμετωπίζει ένα μέρος των νοικοκυριών στην προσπάθειά του να περάσει από την ενοικίαση στην ιδιοκατοίκηση. Για όσους δεν διαθέτουν επαρκή ίδια κεφάλαια, η αγορά κατοικίας παραμένει δύσκολη, με αποτέλεσμα να παρατείνεται η παραμονή τους στη μίσθωση. Έτσι, προστίθεται επιπλέον ζήτηση σε μια αγορά όπου το διαθέσιμο απόθεμα, ιδιαίτερα στις χαμηλότερες τιμές, είναι ήδη περιορισμένο.

Πόσο ακριβότερα είναι τα επιπλωμένα σπίτια

Μία ακόμη παράμετρος που ανεβάζει το κόστος για όσους αναζητούν κατοικία είναι η επίπλωση. Η έρευνα της ReDataset, η οποία αφορά αποκλειστικά την αγορά ενοικίασης, βασίστηκε σε αγγελίες κατοικιών που αναρτήθηκαν μέσα στο 2026 στον Κεντρικό, τον Βόρειο και τον Νότιο Τομέα Αθηνών. Η σύγκριση έγινε ανά περιοχή, επιφάνεια και τύπο κατοικίας και δείχνει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις τα επιπλωμένα σπίτια προσφέρονται σε αισθητά υψηλότερες τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο.

Ανάλογα με την περιοχή, η διαφορά κυμαίνεται από 13% έως 35%. Η μεγαλύτερη καταγράφεται στο Μαρούσι, όπου η διάμεση ζητούμενη τιμή για επιπλωμένη κατοικία φθάνει τα 14,6 ευρώ ανά τ.μ., έναντι 10,8 ευρώ για μία μη επιπλωμένη, δηλαδή είναι υψηλότερη κατά 35%.

Στον Δήμο Αθηναίων, τα επιπλωμένα σπίτια προσφέρονται κατά διάμεσο όρο στα 13,3 ευρώ ανά τ.μ., έναντι 10,5 ευρώ για τα μη επιπλωμένα, παρουσιάζοντας διαφορά 27%. Στην Ηλιούπολη η απόκλιση φθάνει το 32%, στην Κηφισιά το 31% και στο Χαλάνδρι το 28%.

Στα νότια προάστια, η Γλυφάδα ξεχωρίζει ως προς το ύψος των ζητούμενων τιμών. Ένα επιπλωμένο ακίνητο προσφέρεται κατά διάμεσο όρο στα 17 ευρώ ανά τ.μ., έναντι 13,2 ευρώ για ένα μη επιπλωμένο, διαφορά που αγγίζει το 29%. Στο Παλαιό Φάληρο η απόκλιση διαμορφώνεται στο 27%, στην Καλλιθέα στο 25%, ενώ σε Άλιμο και Νέα Σμύρνη στο 24%.

Τα στοιχεία, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι η επίπλωση από μόνη της ευθύνεται για ολόκληρη αυτή τη διαφορά. Πρόκειται για ζητούμενες τιμές στις αγγελίες και όχι για τα μισθώματα στα οποία τελικά κλείνουν οι συμφωνίες, ενώ τα επιπλωμένα ακίνητα μπορεί να διαφέρουν από τα υπόλοιπα ως προς την κατάσταση, την ηλικία, το επίπεδο ανακαίνισης, τον εξοπλισμό, τις παροχές ή ακόμη και την ακριβή θέση τους.

Ένα στα δύο μικρά σπίτια προσφέρεται επιπλωμένο

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα όταν τα ακίνητα εξετάζονται με βάση το μέγεθός τους. Όσο μικρότερη είναι η κατοικία τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να προσφέρεται επιπλωμένη. Στον Κεντρικό Τομέα, το 53,3% των κατοικιών επιφάνειας 20 έως 40 τ.μ. που περιλαμβάνονται στην ανάλυση είναι επιπλωμένο. Στον Νότιο Τομέα το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 49,1% και στον Βόρειο το 46,4%. Με άλλα λόγια, περίπου ένα στα δύο πολύ μικρά σπίτια που εξετάστηκαν στις τρεις αυτές περιοχές διατίθεται ήδη με επίπλωση.

Όσο αυξάνεται η επιφάνεια, η εικόνα αλλάζει αισθητά. Στον Βόρειο Τομέα, για παράδειγμα, το ποσοστό των επιπλωμένων κατοικιών περιορίζεται στο 31,2% για τα σπίτια 60-80 τ.μ., στο 24,9% για εκείνα των 80-100 τ.μ. και μόλις στο 14% για τις μεγάλες κατοικίες από 150 έως 300 τ.μ.

Τα μικρότερα σπίτια είναι, παράλληλα, ακριβότερα όταν η τιμή υπολογίζεται ανά τετραγωνικό μέτρο. Στον Κεντρικό Τομέα, η διάμεση ζητούμενη τιμή για ένα επιπλωμένο ακίνητο 20-40 τ.μ. φθάνει τα 16 ευρώ ανά τ.μ., έναντι 13,6 ευρώ για ένα μη επιπλωμένο. Στον Βόρειο Τομέα η σχέση διαμορφώνεται σε 17,2 έναντι 14,9 ευρώ και στον Νότιο σε 16,7 έναντι 14,6 ευρώ.

Η μεγαλύτερη ποσοστιαία απόκλιση με κριτήριο αποκλειστικά την επιφάνεια εμφανίζεται πάντως στα σπίτια 80-100 τ.μ. του Βόρειου Τομέα. Εκεί, η διάμεση ζητούμενη τιμή των επιπλωμένων φθάνει τα 14,5 ευρώ ανά τ.μ., έναντι 11 ευρώ για τα μη επιπλωμένα, καταγράφοντας διαφορά 32%.

Πού η διαφορά φθάνει ακόμη και το 53%

Η μεγαλύτερη ψαλίδα σε ολόκληρη την ανάλυση της ReDataset εντοπίζεται όταν τα ακίνητα συγκρίνονται με βάση τον τύπο τους. Στις μονοκατοικίες του Νότιου Τομέα, η διάμεση ζητούμενη τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο για τα επιπλωμένα ακίνητα είναι κατά 53% υψηλότερη από εκείνη των μη επιπλωμένων. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαφορά που καταγράφεται μεταξύ των κατηγοριών που εξετάστηκαν.

Το 53%, επομένως, δεν αφορά συνολικά τα επιπλωμένα σπίτια της Αττικής, αλλά τη συγκεκριμένη κατηγορία ακινήτων. Η γενικότερη εικόνα, πάντως, παραμένει σαφής: στις περισσότερες επιμέρους συγκρίσεις, η επιλογή επιπλωμένης κατοικίας συνοδεύεται από υψηλότερη ζητούμενη τιμή.

Μεγάλες αποκλίσεις καταγράφονται και ως προς το πόσο διαδεδομένη είναι η επίπλωση από περιοχή σε περιοχή. Στον Δήμο Αθηναίων, το 40,2% των κατοικιών που εξετάστηκαν προσφέρεται επιπλωμένο, ενώ στο Γαλάτσι το ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 15,5%. Στο Χαλάνδρι φθάνει το 35,8%, στο Μαρούσι το 33,5% και στην Κηφισιά το 19,8%. Αντίστοιχα, στα νότια προάστια, επιπλωμένο είναι το 35,9% των κατοικιών της ανάλυσης στη Γλυφάδα, το 33,6% στο Παλαιό Φάληρο και το 33,4% στον Άλιμο.

Η συνολική εικόνα δείχνει έτσι μια αγορά δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά, ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών αναζητεί επίμονα κατοικίες στις χαμηλότερες ζώνες τιμών, με τα σπίτια έως 600 ευρώ να συγκεντρώνουν ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον. Από την άλλη, ακόμη και χαρακτηριστικά που προσφέρουν μεγαλύτερη ευκολία στον ενοικιαστή, όπως η επίπλωση, μπορούν να ανεβάσουν αισθητά το κόστος. Σε μια αγορά όπου η οικονομικά προσιτή προσφορά παραμένει περιορισμένη, το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο έχουν αυξηθεί τα ενοίκια, αλλά πόσες πραγματικές επιλογές απομένουν για εκείνους που δεν μπορούν να ανεβάσουν περισσότερο τον μηνιαίο προϋπολογισμό τους.