Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας: Το παλάτι με τους σκοτεινούς θρύλους και την ιστορία 180 ετών

Το μυστηριώδες Μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας στην Πεντέλη, η τραγική ιστορία του, οι θρύλοι που το συνοδεύουν

Το Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας© ΔΤ Δήμος Πεντέλης

Στους πρόποδες της Πεντέλης, ανάμεσα σε πεύκα και σε μια περιοχή που κάποτε ήταν γεμάτη πηγές και πυκνή βλάστηση, στέκει ένα από τα πιο ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα της Αττικής. Δύο επιβλητικοί πύργοι, μια μαρμάρινη στοά με επτά οξυκόρυφες καμάρες, κεραμοσκεπές και μια μεγάλη εσωτερική αυλή συνθέτουν την εικόνα ενός κτιρίου που θυμίζει περισσότερο ευρωπαϊκό κάστρο παρά αθηναϊκή εξοχική κατοικία. Είναι το Μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας, γνωστό και ως «Καστέλο της Ροδοδάφνης», ένα οικοδόμημα που ξεκίνησε να κατασκευάζεται γύρω στο 1840, αλλά η γυναίκα που το οραματίστηκε δεν πρόλαβε ποτέ να το δει ολοκληρωμένο.

Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, το ιστορικό συγκρότημα βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο κεφάλαιο. Έπειτα από δεκατρία χρόνια διεκδικήσεων, η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) προχώρησε τον Απρίλιο του 2025 στην παραχώρησή του στον Δήμο Πεντέλης για είκοσι χρόνια, με στόχο την αποκατάσταση και τη μετατροπή του σε Κέντρο Πολιτιστικών και Πνευματικών Δράσεων. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να δώσει νέα χρήση σε ένα σημαντικό μνημείο, το οποίο γνώρισε περιόδους εγκατάλειψης, αποκαταστάθηκε για να στεγάσει μέλος της βασιλικής οικογένειας και αργότερα φιλοξένησε πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Η ιστορία του, ωστόσο, αρχίζει πολύ πριν από τη σημερινή προσπάθεια αξιοποίησης. Πίσω από τους μαρμάρινους τοίχους του κρύβεται η ζωή μιας από τις πιο αινιγματικές γυναίκες που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, μιας πάμπλουτης Ευρωπαίας αριστοκράτισσας που αγάπησε την Ελλάδα, απέκτησε τεράστιες εκτάσεις γης στην Πεντέλη, χρηματοδότησε δημόσια έργα και βρέθηκε στο επίκεντρο ιστοριών που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον θρύλο.

ΜΕΓΑΡΟ ΔΟΥΚΙΣΣΗΣ ΠΛΑΚΕΝΤΙΑΣ

Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας © Powergame.gr

Ένα κάστρο από πεντελικό μάρμαρο που έμεινε ημιτελές

Το Καστέλο της Ροδοδάφνης σχεδιάστηκε ως θερινό ανάκτορο της Σοφίας ντε Μαρμπουά Λεμπρέν, της γυναίκας που έμεινε γνωστή ως Δούκισσα της Πλακεντίας. Η επιλογή της συγκεκριμένης τοποθεσίας δεν ήταν τυχαία. Στα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους, η Πεντέλη αποτελούσε μια περιοχή με πλούσια φυσική ομορφιά, άφθονα νερά και μεγάλες αδόμητες εκτάσεις, σε σχετικά μικρή απόσταση από την Αθήνα. Η Δούκισσα επέλεξε να δημιουργήσει εκεί ένα συγκρότημα κατοικιών που θα συνδύαζε την ιδιωτικότητα με την αρχιτεκτονική μεγαλοπρέπεια. Το κεντρικό οικοδόμημα ξεχώριζε από τα νεοκλασικά κτίρια που άρχισαν να κυριαρχούν στην πρωτεύουσα. Αντί για τις αυστηρές γραμμές και τις κλασικές αναλογίες, το Μέγαρο υιοθέτησε στοιχεία της νεογοτθικής αρχιτεκτονικής, με πύργους, οξυκόρυφα τόξα και έντονα διακοσμητικά χαρακτηριστικά.

Τα αρχικά σχέδια συνδέονται με τον αρχιτέκτονα Αντρέ Κουσό, ενώ στη συνέχεια με την κατασκευή ασχολήθηκε ο Σταμάτης Κλεάνθης, μία από τις σημαντικότερες μορφές της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Το υλικό που κυριάρχησε στην κατασκευή ήταν το πεντελικό μάρμαρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο τον Ιούλιο του 1840 καταγράφεται η λατόμευση 100 κυβικών μέτρων μαρμάρου για τις ανάγκες του κεντρικού οικοδομήματος, ποσότητα που αποτυπώνει την κλίμακα και τις φιλοδοξίες του εγχειρήματος.

Η είσοδος στο συγκρότημα γίνεται μέσα από έναν επιβλητικό πυλώνα, ο οποίος οδηγεί σε μια μεγάλη τετράγωνη αυλή. Γύρω της αναπτύσσονται βοηθητικά κτίσματα, χώροι αποθήκευσης, μαγειρεία και στάβλοι, καθώς η κατοικία είχε σχεδιαστεί ώστε να εξυπηρετεί τόσο την ιδιοκτήτρια όσο και τους επισκέπτες της. Στο βάθος δεσπόζει το κυρίως Μέγαρο, με τους δύο χαρακτηριστικούς πύργους που στεγάζουν τα κλιμακοστάσια. Το πιο εντυπωσιακό αρχιτεκτονικό στοιχείο είναι η μαρμάρινη στοά με τα επτά οξυκόρυφα τόξα, τα οποία στηρίζονται σε οκταγωνικούς πεσσούς. Πάνω από αυτήν αναπτύσσεται ανοιχτός εξώστης, ενώ οι δύο πύργοι ολοκληρώνουν την εικόνα ενός μικρού ευρωπαϊκού ανακτόρου.

Παρά τη μεγαλοπρέπεια του σχεδιασμού, το έργο δεν ολοκληρώθηκε κατά την αρχική οικοδομική περίοδο. Οι δύο όροφοι παρέμειναν ημιτελείς και χωρίς στέγη, καθώς η Δούκισσα εγκατέλειψε σταδιακά τις κατασκευαστικές εργασίες μετά από μια σειρά προσωπικών τραγωδιών. Το κτίριο που είχε σχεδιάσει ως καταφύγιο και σύμβολο της παρουσίας της στην Ελλάδα έμελλε να μείνει για περισσότερο από έναν αιώνα ανολοκλήρωτο.

Οι στάβλοι του Μέγαρου Δουκίσσης Πλακεντίας© Powergame.gr

Οι στάβλοι του Μεγάρου Δουκίσσης Πλακεντίας©Powergame.gr

Τα 1.738 στρέμματα και το όραμα για την Πεντέλη

Το Μέγαρο δεν αποτελούσε μια μεμονωμένη επένδυση. Ήταν το σημαντικότερο ίσως τμήμα ενός ευρύτερου σχεδίου της Δούκισσας για τη δημιουργία ενός μεγάλου ιδιωτικού κτήματος στην Πεντέλη. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, η Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπρέν απέκτησε συνολικά 1.738 στρέμματα δασικής γης, από τα οποία μόλις οκτώ ήταν καλλιεργημένα με ελαιόδεντρα. Η έκταση βρισκόταν ανατολικά του λόφου Κουφού, στην ευρύτερη περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Αστεροσκοπείο Πεντέλης.

Η απόκτηση της γης δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Μεγάλο μέρος των εκτάσεων συνδεόταν με την Ιερά Μονή Πεντέλης, με την οποία η Δούκισσα χρειάστηκε να διαπραγματευτεί. Σώζεται μάλιστα επιστολή της προς τη Μονή, μεταφρασμένη στα ελληνικά από τη νεαρή τότε Ελένη Καψάλη, στην οποία εξέθετε την επιθυμία της να αγοράσει τη συγκεκριμένη περιοχή. Οι αρχικοί όροι που έθεταν οι μοναχοί θεωρήθηκαν ιδιαίτερα υψηλοί, με αποτέλεσμα οι συζητήσεις να καθυστερήσουν. Τελικά, έπειτα από βασιλική παρέμβαση, οι όροι τροποποιήθηκαν και η αγορά προχώρησε.

Η ονομασία «Ροδοδάφνη», με την οποία έγινε γνωστό το Μέγαρο, συνδέεται με μια μικρή πηγή της περιοχής, δίπλα στην οποία φύτρωνε το ομώνυμο φυτό. Η Δούκισσα επέλεξε το όνομα αυτό τόσο για την πηγή όσο και για το ανάκτορο που σχεδίαζε να ανεγείρει. Η παρουσία της στην Πεντέλη άφησε, όμως, και ένα ευρύτερο αποτύπωμα. Η Δούκισσα χρηματοδότησε τη διάνοιξη δρόμων και την κατασκευή γεφυρών, συμβάλλοντας στη βελτίωση της πρόσβασης σε μια περιοχή που τότε βρισκόταν μακριά από τον αστικό ιστό. Ανάμεσα στα έργα που συνδέθηκαν με το όνομά της ξεχωρίζει η Πεντάτοξη Γέφυρα, γνωστή και ως «Πέντε Καμάρες».

Το σαλόνι του Μεγάρου Δουκίσσης Πλακεντίας©Powergame.gr

Το σαλόνι του Μεγάρου Δουκίσσης Πλακεντίας©Powergame.gr

Στο μεγάλο κτήμα της κατασκευάστηκαν ή σχεδιάστηκαν περισσότερα κτίσματα, όπως η Maisonette, η Plaisance, ο Πύργος και το Καστέλο της Ροδοδάφνης. Παράλληλα, στην Αθήνα είχε δημιουργήσει τη Βίλα Ιλίσια, το επιβλητικό συγκρότημα που σήμερα στεγάζει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Με αυτόν τον τρόπο, η Δούκισσα δεν περιορίστηκε στην απόκτηση ακινήτων για προσωπική χρήση. Η δραστηριότητά της συνδέθηκε με την οικοδομική ανάπτυξη της Αθήνας και των περιχώρων της, σε μια περίοδο κατά την οποία η νέα ελληνική πρωτεύουσα διαμόρφωνε την αρχιτεκτονική και πολεοδομική της ταυτότητα.

Ποια ήταν η γυναίκα πίσω από το Μέγαρο

Η ιστορία του κτιρίου είναι αδύνατον να αποσυνδεθεί από την προσωπικότητα της ιδιοκτήτριάς του. Η Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπρέν γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1785 στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν κόρη του Γάλλου διπλωμάτη και μαρκήσιου Φρανσουά Μπαρμπέ-Μαρμπουά, ενώ από την πλευρά της μητέρας της συνδεόταν με τον κυβερνήτη της Πενσυλβάνια, Γουίλιαμ Μουρ.

Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πλούτου, πολιτικής επιρροής και ισχυρών κοινωνικών διασυνδέσεων. Σε ηλικία μόλις 19 ετών παντρεύτηκε τον Σαρλ Λεμπρέν, γιο του Σαρλ-Φρανσουά Λεμπρέν, στον οποίο ο Ναπολέων είχε απονείμει τον τίτλο του Δούκα της Πλακεντίας. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και απέκτησε μία κόρη, την Καρολίνα Ελίζα. Ο γάμος, ωστόσο, δεν υπήρξε ευτυχισμένος και σύντομα οι δύο σύζυγοι ήρθαν σε διάσταση.

Η Σοφία άρχισε να κινείται στους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους του Παρισιού, συμμετέχοντας σε λογοτεχνικά σαλόνια όπου αναπτύσσονταν έντονες φιλελληνικές τάσεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε το ενδιαφέρον της για την Ελληνική Επανάσταση και για τις προσπάθειες δημιουργίας ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία της με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1827 αποφάσισε να ταξιδέψει προς την Ελλάδα μαζί με την κόρη της, περνώντας αρχικά από την Ιταλία και τη Ρώμη και στη συνέχεια από την Κέρκυρα, το Ναύπλιο και την Αίγινα.

Η σχέση της με τον Καποδίστρια τροφοδότησε αρκετές φήμες, καθώς ιστορικές αφηγήσεις αναφέρουν ότι έτρεφε ιδιαίτερα αισθήματα για εκείνον και διατηρούσε αλληλογραφία μαζί του. Μεταγενέστεροι θρύλοι επιχείρησαν να τη συνδέσουν ακόμη και με τη δολοφονία του, χωρίς όμως να υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τέτοιους ισχυρισμούς. Η εγκατάστασή της στην Ελλάδα συνδέθηκε και με την επιθυμία της να προσφέρει στο νεοσύστατο κράτος. Ανέπτυξε εκπαιδευτική δράση, ίδρυσε σχολεία θηλέων στην Αίγινα και στο Ναύπλιο και στήριξε οικονομικά δώδεκα κόρες αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης.

Η τραγωδία που άφησε το ανάκτορο χωρίς την ιδιοκτήτριά του

Πίσω από τον πλούτο και την κοινωνική επιρροή της Δούκισσας κρυβόταν μια βαθιά προσωπική τραγωδία, η οποία επηρέασε καθοριστικά τόσο τη ζωή της όσο και την τύχη των ακινήτων της. Η επιστροφή της στην Ελλάδα το 1833 συνδέθηκε κυρίως με την υγεία της κόρης της, Ελίζας, η οποία έπασχε από φυματίωση. Η Δούκισσα πίστευε ότι το ήπιο αττικό κλίμα θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτίωση της κατάστασής της.

Το 1837, όμως, κατά τη διάρκεια ταξιδιού στην Ανατολή, η Ελίζα πέθανε στη Βηρυτό, σύμφωνα με τις ιστορικές αφηγήσεις, έχοντας προσβληθεί από πανώλη. Η απώλεια συγκλόνισε τη μητέρα της, η οποία δεν κατάφερε ποτέ να συμφιλιωθεί με τον θάνατο του μοναχοπαιδιού της. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις που διασώθηκαν, η Ελίζα είχε ζητήσει λίγο πριν πεθάνει να ταφεί στην Ελλάδα. Η Δούκισσα αποφάσισε να τηρήσει την επιθυμία της, αλλά με έναν τρόπο που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στην αθηναϊκή κοινωνία.

Φρόντισε να ταριχευθεί η σορός της κόρης της και τη μετέφερε στην κατοικία της στην οδό Πειραιώς. Εκεί διαμόρφωσε ειδικό δωμάτιο, όπου τοποθέτησε το γυάλινο φέρετρο της Ελίζας, περιστοιχισμένο από αναμμένες λαμπάδες. Οι αφηγήσεις της εποχής την παρουσιάζουν να περνά πολλές ώρες μπροστά στο φέρετρο, μιλώντας στην κόρη της σαν να ήταν ακόμη ζωντανή. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1847, μια μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε την κατοικία της στην οδό Πειραιώς. Μαζί με το κτίριο καταστράφηκε και η διατηρημένη σορός της Ελίζας.

Για τη Δούκισσα ήταν μια δεύτερη, οριστική απώλεια. Μετά την πυρκαγιά αποσύρθηκε στη μικρότερη κατοικία της στην Πεντέλη, γνωστή ως Maisonette, περιορίζοντας σταδιακά τις κοινωνικές επαφές και εγκαταλείποντας τα φιλόδοξα οικοδομικά της σχέδια. Οι περιγραφές της εποχής τη θέλουν να κυκλοφορεί ντυμένη στα λευκά, με ένα φόρεμα που θύμιζε αρχαιοελληνικό χιτώνα και με πέπλο που κάλυπτε το πρόσωπο και τα μαλλιά της. Η Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπρέν πέθανε το 1854, σε ηλικία 69 ετών. Άφησε πίσω της μεγάλη ακίνητη περιουσία, σημαντικά αρχιτεκτονικά έργα και ένα ανάκτορο που δεν είχε ολοκληρωθεί ποτέ.

Ο Νταβέλης, οι υπόγειες στοές και οι θρύλοι της Πεντέλης

Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του Μεγάρου, η απομόνωση της Δούκισσας και οι προσωπικές τραγωδίες της δημιούργησαν το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθεί γύρω από το Καστέλο της Ροδοδάφνης ένας ολόκληρος κόσμος θρύλων. Ο πιο γνωστός συνδέει τη Δούκισσα με τον λήσταρχο Νταβέλη, μία από τις θρυλικές μορφές της Αττικής του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι δύο τους διατηρούσαν μυστική σχέση και συναντιούνταν μέσα από υπόγειες στοές που συνέδεαν το Μέγαρο με τη γνωστή σπηλιά του Νταβέλη στην Πεντέλη.

Η ιστορία αυτή επιβίωσε για πολλές δεκαετίες, ενισχύοντας τη μυστηριώδη φήμη του κτιρίου. Ωστόσο, δεν υπάρχουν αξιόπιστες ιστορικές αποδείξεις ούτε για τη φερόμενη σχέση ούτε για την ύπαρξη ενός τέτοιου υπόγειου δικτύου. Οι υπόγειοι χώροι, τα κελάρια και οι διάδρομοι του συγκροτήματος φαίνεται ότι συνέβαλαν στη διάδοση των σχετικών ιστοριών, αν και αποτελούσαν λειτουργικά στοιχεία μιας μεγάλης εξοχικής κατοικίας.

Οι διάδρομοι του Μεγάρου Δουκίσσης Πλακεντίας©Powergame.gr

Οι διάδρομοι του Μεγάρου Δουκίσσης Πλακεντίας©Powergame.gr

Στους θρύλους προστέθηκε και η εικόνα της Δούκισσας να περιφέρεται μόνη, ντυμένη στα λευκά, μετά τον θάνατο της κόρης της. Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου, τα πραγματικά γεγονότα αναμείχθηκαν με τη λαϊκή φαντασία, δημιουργώντας γύρω από το Μέγαρο μια ατμόσφαιρα μυστηρίου που εξακολουθεί να το συνοδεύει.

Από την εγκατάλειψη στη θερινή κατοικία του διαδόχου Κωνσταντίνου

Μετά τον θάνατο της Δούκισσας, το Καστέλο της Ροδοδάφνης παρέμεινε εγκαταλελειμμένο για πολλές δεκαετίες. Το ημιτελές κτίριο, εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες και χωρίς συστηματική συντήρηση, άρχισε σταδιακά να μετατρέπεται σε ερείπιο. Η πρώτη μεγάλη προσπάθεια διάσωσής του πραγματοποιήθηκε περισσότερο από έναν αιώνα μετά την έναρξη της κατασκευής του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 αποφασίστηκε η αποκατάστασή του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως θερινή κατοικία του τότε διαδόχου του ελληνικού θρόνου, Κωνσταντίνου.

Την αρχιτεκτονική αποκατάσταση, που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1959-1961, ανέλαβε ο αρχιτέκτονας της βασιλικής αυλής Αλέξανδρος Μπαλτατζής. Το εγχείρημα παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες, καθώς δεν επρόκειτο απλώς για την ανακαίνιση μιας παλιάς κατοικίας, αλλά για τη λειτουργική ολοκλήρωση ενός ιστορικού κτιρίου που είχε παραμείνει ημιτελές από τον 19ο αιώνα.

Στο πλαίσιο των εργασιών αναζητήθηκαν υλικά, έπιπλα και αντικείμενα από παλιές αθηναϊκές κατοικίες της περιόδου κατά την οποία είχε ανεγερθεί το Μέγαρο, ώστε να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η αρχική αισθητική του. Η χρήση του ως βασιλικής κατοικίας δεν διήρκεσε πολλά χρόνια, ωστόσο υπήρξε καθοριστική για τη διάσωση του συγκροτήματος. Για πρώτη φορά, περισσότερο από εκατό χρόνια μετά τη θεμελίωσή του, το κτίριο απέκτησε ολοκληρωμένη λειτουργική μορφή.

Στις επόμενες δεκαετίες, οι χώροι του συνδέθηκαν με πολιτιστικές εκδηλώσεις, συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις, με τη μεγάλη εσωτερική αυλή να αποτελεί έναν ιδιαίτερο υπαίθριο χώρο φιλοξενίας εκδηλώσεων. Παρά τις κατά καιρούς χρήσεις του, το Μέγαρο εξακολούθησε να αντιμετωπίζει ανάγκες συντήρησης και αποκατάστασης, καθώς η διατήρηση ενός τόσο ιδιαίτερου ιστορικού συγκροτήματος απαιτεί σημαντικούς οικονομικούς πόρους και εξειδικευμένες παρεμβάσεις.

Οι διάδρομοι του Μεγάρου Δουκίσσης Πλακεντίας©Powergame.gr

Οι διάδρομοι του Μεγάρου Δουκίσσης Πλακεντίας©Powergame.gr

Η παραχώρηση από την ΕΤΑΔ και η επόμενη ημέρα

Η πιο πρόσφατη εξέλιξη στην ιστορία του Μεγάρου καταγράφηκε στις 14 Απριλίου 2025, όταν η ΕΤΑΔ υπέγραψε τη συμφωνία παραχώρησης του ακινήτου «Ροδοδάφνη Πεντέλης» στον Δήμο Πεντέλης. Η συμφωνία ήρθε έπειτα από μια μακρά περίοδο διεκδικήσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το πρώτο αίτημα είχε υποβληθεί το 2012, ενώ ακολούθησαν νέες προσπάθειες το 2014 και το 2015. Από το 2020 οι ενέργειες επανήλθαν με μεγαλύτερη ένταση, με το τελευταίο επίσημο αίτημα να κατατίθεται τον Απρίλιο του 2024.

Έναν χρόνο αργότερα, η διαδικασία ολοκληρώθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας, η οποία προβλέπει παραχώρηση διάρκειας είκοσι ετών. Σύμφωνα με τους όρους της, ο Δήμος Πεντέλης αναλαμβάνει την ευθύνη για την εκπόνηση των απαραίτητων μελετών, την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειοδοτήσεων και την υλοποίηση των εργασιών αποκατάστασης και ανακαίνισης του ιστορικού κτιρίου και του περιβάλλοντος χώρου.

Η συμφωνία περιλαμβάνει και οικονομικό αντάλλαγμα προς την ΕΤΑΔ. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η καταβολή ετήσιου μισθώματος, καθώς και ποσοστού επί των εσόδων που θα προκύπτουν από την αξιοποίηση του ακινήτου. Στα διαθέσιμα στοιχεία δεν προσδιορίζονται τα ακριβή ποσά ή το ύψος του σχετικού ποσοστού. Η κυριότητα του ακινήτου παραμένει στο Δημόσιο, ενώ ο Δήμος αναλαμβάνει την ευθύνη για την επανάχρηση και τη λειτουργική του ενεργοποίηση. Πρόκειται για ένα μοντέλο αξιοποίησης δημόσιας ακίνητης περιουσίας που επιχειρεί να συνδυάσει τη διατήρηση ενός ιστορικού μνημείου με τη δημιουργία νέων χρήσεων προς όφελος της τοπικής κοινωνίας.

Στην προώθηση του αιτήματος συνέβαλε, σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν τη συμφωνία, και ο Κωστής Χατζηδάκης, τόσο από την κυβερνητική του θέση όσο και με την ιδιότητα του βουλευτή της περιοχής. Το επόμενο βήμα αφορά την εξασφάλιση της χρηματοδότησης και την ολοκλήρωση των τεχνικών και διοικητικών διαδικασιών. Η υπογραφή της παραχώρησης δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αποκατάσταση, δεν σημαίνει όμως ότι οι απαιτούμενες παρεμβάσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.

Ο σχεδιασμός προβλέπει τη μετατροπή του συγκροτήματος σε Κέντρο Πολιτιστικών και Πνευματικών Δράσεων, με δυνατότητα φιλοξενίας εκδηλώσεων και δραστηριοτήτων ανοιχτών στο κοινό. Η μεγάλη αυλή, οι εσωτερικοί χώροι και η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για μια νέα πολιτιστική χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστεί η προστασία του ιστορικού χαρακτήρα του. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αποκατασταθούν οι φθορές του χρόνου, αλλά να δημιουργηθεί ένα βιώσιμο μοντέλο λειτουργίας που θα εξασφαλίζει τη διαρκή συντήρηση και τη μακροχρόνια προστασία του.