Υπάρχουν επαγγέλματα που σπάνια πια ακούμε όταν ρωτάμε κάποιον «με τι ασχολείσαι;». Τενεκετζής, για παράδειγμα, ή γανωματής, ο τεχνίτης που επισκευάζει και επικασσιτερώνει χάλκινα καζάνια, κατσαρόλες και άλλα σκεύη. Ή καστανοπαραγωγός ή αλλαντοποιός ή μυλωνάς. Κι όμως, πρόκειται για επαγγέλματα που εξακολουθούν να είναι απαραίτητα. Ίσως σήμερα περισσότερο από ποτέ.
Στο Montetiffi, μια μικρή κοινότητα της Εμίλια Ρομάνα στην Ιταλία, ο Maurizio Camilletti είχε μείνει ο μοναδικός τεχνίτης που συνέχιζε την παραδοσιακή κατασκευή πήλινων πλακών για το ψήσιμο της piadina, του χαρακτηριστικού επίπεδου ψωμιού της περιοχής.
Αφού συνέβαλε στη διάσωση αυτής της ιδιαίτερης τεχνικής, ο Camilletti βρέθηκε μπροστά σε ένα κρίσιμο ερώτημα: «Και μετά από εμένα, ποιος θα συνεχίσει;».
Έτσι, σε συνεργασία με τον Δήμο Sogliano al Rubicone και το Appenninol’Hub, δημιουργήθηκε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για την ανάδειξη μιας νέας γενιάς τεχνιτών. Τα μαθήματα πραγματοποιούνται στο εργαστήριο του Camilletti.
Πρόκειται για περίπου 60 ώρες εκπαίδευσης, κατανεμημένες σε τέσσερα Σαββατοκύριακα, από τον Αύγουστο έως τον Σεπτέμβριο. Οι συμμετέχοντες μαθαίνουν ολόκληρη τη διαδικασία παραγωγής: από τη συλλογή και την προετοιμασία του πηλού και τη διαμόρφωσή του στον ποδοκίνητο τροχό, μέχρι το φινίρισμα και το ψήσιμο στον ξυλόφουρνο.
Στις 26 και 27 Σεπτεμβρίου, κατά την τελευταία συνάντηση, το πρόγραμμα θα εστιάσει επίσης στην οικονομική βιωσιμότητα του επαγγέλματος, στην τιμολόγηση και στις απευθείας πωλήσεις. Στόχος είναι η μεταφορά της τεχνογνωσίας να μετατραπεί σε μια πραγματική επαγγελματική ευκαιρία, σημειώνει η La Reppublica.
Στο πρόγραμμα συμμετέχουν έξι άτομα, με μέσο όρο ηλικίας περίπου τα 35 χρόνια.
Καστανοπαραγωγός: Κάτι περισσότερο από επάγγελμα, τρόπος προστασίας της υπαίθρου
Η παραδοσιακή καστανοκαλλιέργεια αποτελεί ένα ολόκληρο σύστημα γνώσεων και μια πλήρη παραγωγική αλυσίδα: από τη φροντίδα του καστανεώνα έως τη συγκομιδή, την αποξήρανση και τη μεταποίηση του καρπού.
Τον Δεκέμβριο ολοκληρώνεται το πρώτο εκπαιδευτικό campus του Δικτύου Slow Food των Καστανοπαραγωγών, το οποίο ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2026 στην ορεινή περιοχή της Πιστόια στην Τοσκάνη.
Το πρόγραμμα, που διοργανώνεται από το Slow Food Italia, την Anci Toscana και το GAL MontagnAppennino, απευθύνεται σε 25 συμμετέχοντες — νέους, επίδοξους επιχειρηματίες και επαγγελματίες.
Έξι θεματικές ενότητες, με μαθήματα, εργαστήρια, επισκέψεις σε καστανεώνες και συναντήσεις με παραγωγούς και τεχνικούς, έχουν στόχο να εκπαιδεύσουν μια νέα γενιά επαγγελματιών που θα μπορούν να διαχειρίζονται έναν καστανεώνα, να μεταποιούν τα κάστανα και να αναπτύσσουν οικονομικές δραστηριότητες γύρω από την παραγωγή και τον αγροτικό τουρισμό.
Η Τοσκάνη είναι η δεύτερη σημαντικότερη περιφέρεια της Ιταλίας, μετά την Καμπανία, όσον αφορά τους καστανεώνες που προορίζονται για παραγωγή καρπών, αντιπροσωπεύοντας το 18% των επιχειρήσεων και το 20% των συνολικών εκτάσεων της χώρας. Πρόκειται για καλλιέργεια που αντιμετωπίζει τα δικά της προβλήματα και στην Ελλάδα.
Ο τυροκόμος των Άλπεων μαθαίνει στην πράξη
Κάποτε πολλά επαγγέλματα μαθαίνονταν απλώς παρακολουθώντας εκείνους που τα γνώριζαν. Όταν όμως οι παλιοί τεχνίτες λιγοστεύουν, χρειάζεται να δημιουργηθούν νέοι τρόποι μεταφοράς αυτής της γνώσης.
Γι’ αυτό, από τις 15 έως τις 28 Οκτωβρίου 2026, η Scuola Agraria del Parco di Monza διοργανώνει στη Βαλκιαβένα ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τυροκόμους ορεινών βοσκοτόπων, με θεωρητικά μαθήματα αλλά κυρίως πρακτική εξάσκηση.
Ο Piergiorgio Bianchi, τεχνολόγος γαλακτοκομικών προϊόντων και εκπαιδευτής στο πρόγραμμα, εξηγεί: «Εδώ και 15 χρόνια οργανώνουμε αυτά τα μαθήματα στα βουνά. Η τέχνη του τυροκόμου περνούσε από πατέρα σε γιο, αλλά πλέον αυτό δεν συμβαίνει. Είναι ένα αρχαίο επάγγελμα που έχει γίνει και πάλι επίκαιρο και πολλοί νέοι το επιλέγουν επειδή το θεωρούν “πράσινο” επάγγελμα».
Ο μέσος όρος ηλικίας, σύμφωνα με τον Bianchi, είναι κάτω των 30 ετών, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σημαντικά και ο αριθμός των γυναικών που συμμετέχουν.
Το πρόγραμμα είναι πρακτικό και περιορίζεται σε 15 συμμετέχοντες, ώστε ο καθένας να μπορεί να έχει προσωπική καθοδήγηση την ώρα που φτιάχνει τυρί. Γιατί η συγκεκριμένη τέχνη μαθαίνεται στην πράξη. Όπως ακριβώς γινόταν παλιά.
Αναζητούνται νέοι ψαράδες
Στη Μεσόγειο, η παράκτια αλιεία αντιμετωπίζει έντονη κρίση ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε το WWF το 2026, σχεδόν οι μισοί αλιείς είναι άνω των 40 ετών, ενώ μόλις το 17% είναι κάτω των 25.
Για να ενισχυθεί η είσοδος νέων στον κλάδο, η Περιφέρεια Καλαβρίας ενέκρινε στις 15 Ιουλίου 2026 το πρόγραμμα «Στήριξη των νέων αλιέων για την ενίσχυση της ανανέωσης των γενεών». Απευθύνεται σε νέους ηλικίας 18 έως 40 ετών που θέλουν να δραστηριοποιηθούν επαγγελματικά στον κλάδο, παρέχοντας στήριξη για την έναρξη της δραστηριότητας και την απόκτηση του πρώτου αλιευτικού σκάφους.
Στη Λομβαρδία, αντίστοιχα, στις 12 Οκτωβρίου 2026 ξεκινά πρόγραμμα εκπαίδευσης για όσους θέλουν να γίνουν επαγγελματίες αλιείς στις λίμνες. Το πρόγραμμα, που υποστηρίζεται από την Περιφέρεια Λομβαρδίας, περιλαμβάνει θεωρητικά μαθήματα στην Μπρέσια και πρακτική εκπαίδευση δίπλα σε έμπειρους ψαράδες στις λίμνες.
Πώς βιοπορίζεσαι ως βοσκός
Το επάγγελμα του βοσκού είναι ένα από εκείνα στα οποία η διακοπή της οικογενειακής παράδοσης κατέστησε αναγκαία τη δημιουργία νέων τρόπων μεταφοράς γνώσεων που κάποτε αποκτιούνταν αποκλειστικά μέσα από την καθημερινή εργασία.
Έτσι δημιουργήθηκαν ακόμη και ειδικές σχολές.
Στο Εθνικό Δασικό Πάρκο του Κασεντίνο, η ShepherdSchool συνδυάζει θεωρητική εκπαίδευση και επισκέψεις σε κτηνοτροφικές μονάδες με 30 ημέρες πρακτικής δίπλα σε επαγγελματίες βοσκούς και κτηνοτρόφους. Στόχος είναι να ενισχυθεί η ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού στις ορεινές περιοχές.
Στο Καλάσκιο, ανατολικά της Ρώμης, η Σχολή Εξειδίκευσης στην Κτηνοτροφία, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Slow Food, διοργανώνει masterclasses για τη διαχείριση των βοσκοτόπων, την τυροκομία, την ευζωία των ζώων, τους θηρευτές και την οικονομική βιωσιμότητα μιας κτηνοτροφικής επιχείρησης.
Παράλληλα, για το 2027 προβλέπεται νέα διοργάνωση της Σχολής Νέων Βοσκών, ενός περιοδεύοντος προγράμματος των CREA και Riabitare l’Italia.
Ο στόχος είναι διπλός: να μάθουν οι νέοι πώς να γίνουν βοσκοί, αλλά και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε να μπορούν πραγματικά να βιοποριστούν από το επάγγελμα.
Γαστροκριτικός με άποψη
Ο γαστρονομικός κριτικός, δηλαδή αληθινός γευσιγνώστης με άποψη, βρίσκεται σε πορεία εξαφάνισης ακριβώς τη στιγμή που, σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό γαστρονομικής κουλτούρας Vittles, η ανάγκη για τον ρόλο του είναι μεγαλύτερη από ποτέ.
Αυτό υποστηρίζει το περιοδικό στο τρίτο τεύχος του, με τίτλο The Influencers Issue, που κυκλοφόρησε το 2026.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μιλάμε λιγότερο για το φαγητό. Το αντίθετο: μιλάμε γι’ αυτό περισσότερο από ποτέ. Η συζήτηση, όμως, γίνεται μέσα σ’ ένα σύστημα που βασίζεται στην πρόσβαση, στις προσκλήσεις, στις συνεργασίες με εστιατόρια και εταιρείες δημοσίων σχέσεων και σε μια σχεδόν υποχρεωτική θετική στάση.
Τα πάντα είναι «amazing», «the best», «incredible». Και αυτή η διαρκής επιδοκιμασία δημιουργεί, σύμφωνα με το Vittles, μια κρίση αυθεντικότητας.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, αρχίζει να επανέρχεται στο προσκήνιο η ανάγκη για έναν αληθινό επαγγελματία γαστρονομικό κριτικό: έναν άνθρωπο με τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να δοκιμάζει, να γνωρίζει, να συγκρίνει και να διατυπώνει μια ανεξάρτητη άποψη — ακόμη κι όταν αυτή είναι αρνητική.
Γιατί ίσως, τελικά, η αξία της κριτικής να βρίσκεται ακριβώς στην ελευθερία να πεις όχι.
