Οχτώ μήνες από τότε που τέθηκε σε ισχύ ο νόμος της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, έχουν υπογραφεί μόλις οκτώ κλαδικές συμβάσεις, ενώ καμία άλλη, τουλάχιστον, μαζική δεν φαίνεται στον ορίζοντα.
Και αυτό όχι μόνο λόγω διαφωνιών μεταξύ των συνδικαλιστικών εκπροσώπων των εργαζομένων από τη μια μεριά και των εργοδοτών από την άλλη, αλλά και λόγω διαφωνιών μεταξύ των… εργοδοτών, λόγω της καθυστέρησης έκδοσης σημαντικών εφαρμοστικών υπουργικών αποφάσεων, λόγω της πλημμυρίδας νομοσχεδίων από πλευράς Υπουργείου Εργασίας, αλλά και της έντονης πολιτικοποίησης των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων ενόψει των εθνικών εκλογών της άνοιξης του 2027.
Αυτό αναφέρουν πληροφορίες του powergame.gr προερχόμενες από στελέχη του Υπουργείου Εργασίας αλλά και του συνδικαλιστικού χώρου, εργατικού και εργατικού, τα οποία έχουν πρωταγωνιστήσει στις διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων πριν την υπογραφή της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας το Νοέμβριο του 2025, αλλά και μετά από αυτή, στη διαμόρφωση του Σχεδίου Δράσης για την Προώθηση των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων το Δεκέμβριο του 2025 (μέρος του οποίου είναι η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία), στην ψήφιση του νόμου Κεραμέως και κατόπιν στη σύσταση και λειτουργία της μόνιμης Task Force μεταξύ υπ. Εργασίας – κοινωνικών εταίρων για την προώθηση του προαναφερθέντος Σχεδίου.
Πιο συγκεκριμένα, οι συγκεκριμένες πηγές εντοπίζουν 5 στοιχεία που φρενάρουν την πλήρη εφαρμογή του Σχεδίου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις:
1. Κόντρες στο εσωτερικό των συνδικάτων
Οι σημαντικότερες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις υπογράφηκαν αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου Κεραμέως, δηλαδή την άνοιξη του 2026.
Αφορούσαν την εστίαση, τα αρτοποιία, τα ζαχαροπλαστεία και τις βιομηχανίες ζαχαρωδών. Όλες οι συλλογικές συμβάσεις αυτές υπογράφηκαν με τη συμβολή της ΓΣΕΕ, η οποία βάσει του νέου νόμου, απέκτησε τη δυνατότητα «συνυπογραφής» συλλογικών συμβάσεων ανά κλάδο, με τη σύμφωνη γνώμη της αντίστοιχης ομοσπονδίας.
Εν προκειμένω, το κάλεσμα της ΓΣΕΕ στις παραπάνω κλαδικές συλλογικές διαπραγματεύσεις έκανε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στον Επισιτισμό και τον Τουρισμό (ΠΟΕΕΤ). Έπειτα, όμως, σημειώθηκε «κοιλιά» στην υπογραφή μαζικών συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο κλάδος του εμπορίου, όπου οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος από τη μια μεριά και των ΓΣΕΒΕΕ – ΕΣΕΕ από την άλλη, αν και έχουν ξεκινήσει από πριν το καλοκαίρι, παραμένουν σε τεχνικό επίπεδο και κανένα φως δεν φαίνεται στον ορίζοντα, λόγω διάστασης απόψεων μεταξύ συνδικαλιστών των δύο πλευρών. Η διάσταση αυτή εμποδίζει, καθώς φαίνεται, το κάλεσμα της ΓΣΕΕ από την ΟΙΥΕ.
Εξάλλου, η ΟΙΥΕ αρνείται την εγγραφή της στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Εργατικών Οργανώσεων, χωρίς την οποία όμως -βάσει νόμου- δεν μπορεί να κηρυχθεί επεκτάσιμη μία κλαδική σύμβαση, είτε τη συνυπογράψει η ΓΣΕΕ, είτε όχι.
Την ίδια ώρα, από στελέχη της ηγεσίας της ΓΣΕΕ αμφισβητείται η «κλαδικότητα» της Ομοσπονδίας και, πληροφορίες του powergame,gr, αναφέρουν ότι λαμβάνουν χώρα «κινήσεις» συγκρότησης μίας αμιγώς κλαδικής ομοσπονδίας στο εμπόριο, αν και ένα τέτοιο σενάριο δεν φαίνεται να βρίσκει ιδιαίτερη απήχηση, επί του παρόντος.
2. Διαφωνίες μεταξύ των εργοδοτών
Η διάσταση απόψεων μεταξύ των δυο κοινωνικών εταίρων (εργαζομένων – εργοδοτών) δεν είναι η μόνη που εμποδίζει την υπογραφή νέων μαζικών κλαδικών συλλογικών συμβάσεων. Την εμποδίζει και η διάσταση απόψεων εντός της ίδιας κοινωνικής πλευράς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων στα αρτοποιία και στα ζαχαροπλαστεία. Αν και έχουν από καιρό υπογραφεί και το Υπουργείο Εργασίας θα έπρεπε να τις κηρύξει υποχρεωτικές, καθώς τις συνυπόγραψε η ΓΣΕΕ, αυτό δεν έχει συμβεί.
Και δεν έχει συμβεί γιατί υπάρχει διαφωνία μεταξύ ΓΣΕΒΕΕ και ΣΕΒ σε σχέση με τα όρια των δυο παραπάνω κλάδων μεταξύ βιοτεχνιών και βιομηχανιών αντίστοιχα, σύμφωνα με πληροφορίες του powergame.gr.
Σε ότι αφορά την επίλυση της ενδοεπιχειρηματικής αυτής συνδικαλιστικής διένεξης, το Υπουργείο Εργασίας φέρεται ότι ζήτησε να διευθετήσουν το ζήτημα μεταξύ τους οι δύο οργανώσεις, αναφέρουν οι πληροφορίες του powergame.gr.
Και η στάση του αυτή ερμηνεύτηκε από συνδικαλιστικούς κύκλους ως μήνυμα ότι η κυβέρνηση δεν φαίνεται, καταρχάς διατεθειμένη, να ρυθμίσει παραπέρα το χώρο των συλλογικών διαπραγματεύσεων, από την άποψη ότι ο νόμος Κεραμέως έχει δώσει νέα εργαλεία διευκόλυνσης τους, τα οποία βρίσκονται στα χέρια των κοινωνικών εταίρων για να τις προχωρήσουν μέχρι την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων.
3. Εκκρεμεί μία κρίσιμη υπουργική απόφαση
Την ίδια ώρα, όμως, από πλευράς υπουργείου Εργασίας, έχει σημειωθεί μία ορισμένη καθυστέρηση έκδοσης των απαραιτήτων αποφάσεων εφαρμογής του εν λόγω νόμου.
Συγκεκριμένα, εκκρεμεί η έκδοση της εφαρμοστικής υπουργικής απόφασης, η οποία θα καθορίζει το μηχανισμό υπολογισμού του ελάχιστου ποσοστού συνδικαλιστικής κάλυψης, προκειμένου να κηρυχθεί μία συλλογική σύμβαση επεκτάσιμη.
Ένας από τους λόγους αυτής της καθυστέρησης είναι το γεγονός ότι το Υπουργείο Εργασίας, κατ΄ εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, περνά όλες τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις από συζήτηση στην ειδική Task Force κυβέρνησης – κοινωνικών εταίρων, προκειμένου να διασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή συναίνεση σε ό,τι αφορά με το περιεχόμενό τους.
Χωρίς όμως αυτή την υπουργική απόφαση, ουσιαστικά δεν μπορεί να υπογραφεί καμία επεκτάσιμη κλαδική συλλογική σύμβαση, χωρίς τη συνυπογραφή της ΓΣΕΕ.
4. Αλλάζουν συνεχώς τα μισθολογικά και θεσμικά δεδομένα
Παράλληλα, με τις δυσχέρειες εφαρμογής του νόμου για τις συλλογικές συμβάσεις, υπάρχει και άλλος ένας λόγος που έχει πάει πίσω η διαπραγμάτευση για την υπογραφή τους.
Είναι το μπαράζ των νομοθετικών πρωτοβουλιών του Υπουργείου Εργασίας. Αμέσως μετά το νόμο για τις συλλογικές συμβάσεις (Φλεβάρης 2026), ήλθε ο νόμος για την εξίσωση των αμοιβών μεταξύ των δύο φύλων, έπειτα ο νόμος για τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης, ενώ μέχρι τέλος του τρέχοντος έτους θα έλθει ο νόμος για τις πλατφόρμες.
Όλα τα παραπάνω νομοθετήματα έχουν προχωρήσει μετά από εκτενή διαβούλευση του υπουργείου Εργασίας και των κοινωνικών εταίρων – γεγονός που στρέφει συνεχώς την προσοχή τους στο περιεχόμενο νομοσχεδίων-, ενώ οι ίδιες αυτές νομοθετικές πρωτοβουλίες αλλάζουν το εργασιακό τοπίο της χώρας και άρα, το πεδίο επί των οποίων μπορούν να γίνουν συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε από το βήμα της 90ης ΔΕΘ (5/9/26) πως ο κατώτατος μισθός θα φτάσει στα 1.000 ευρώ το 2028, ενώ αναμένονται αυξήσεις 10% σε όσους συμπληρώσουν τριετία τον Ιανουάριο του 2027. Οι εξελίξεις αυτές θα αυξήσουν σημαντικά τις αμοιβές όσων πληρώνονται με βάση των κατώτατο μισθό, «αγκαλιάζοντας» μεγαλύτερη μερίδα εργαζομένων και μειώνοντας τα περιθώρια αυξήσεων στους κλαδικούς βασικούς μισθούς ιδιαίτερα στους χαμηλά αμειβόμενους κλάδους.
Την ίδια ώρα, τρέχει η καθολική εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, η οποία οδηγεί σε ανοδική αναθεώρηση των δεδομένων που έχουν στα χέρια τους οι εργοδότες για το ύψος των δηλωμένων αμοιβών και έτσι κατεβάζει τον πήχη των αυξήσεων τις οποίες θα δέχονταν να δώσουν στα πλαίσια μίας συλλογικής διαπραγμάτευσης, αναφέρουν οι ίδιες πηγές.
5. Έντονη πολιτικοποίηση των διεκδικήσεων
Εξάλλου, δεν βοηθά ιδιαίτερα την υπογραφή νέων συλλογικών διαπραγματεύσεων η προεκλογική περίοδος στην οποία έχει μπει ατύπως η χώρα, ανέφεραν οι πηγές του powergame.gr.
Η συντριπτική πλειοψηφία των ηγεσιών στα συνδικάτα υποστηρίζεται από κόμματα της αντιπολίτευσης.
Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να μην στρέφει τη στάση τους προς μία πιο διεκδικητική γραμμή σε σχέση με αυξήσεις μισθών.
Ωστόσο, αυτή η γραμμή δεν εισακούεται από πλευράς των εργοδοτών, οι οποίοι δεν φέρονται διατεθειμένοι να δώσουν τη συγκατάθεση τους σε «μη λελογισμένες» αυξήσεις, εν μέσω μίας οικονομικής κατάστασης, στην οποία βασιλεύει η αβεβαιότητα και ο πληθωρισμός, λόγω των γεωπολιτικών αναταράξεων αλλά και της ενεργειακής κρίσης.
Εξάλλου, από μόνη της η προεκλογική περίοδος δεν είναι μόνο ένα πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση θα επιδιώξει να επιδείξει τα αποτελέσματα της πολιτικής της (μεταξύ αυτών και στο επίπεδο της επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων), αλλά και ένα πεδίο πολιτικής αβεβαιότητας σε σχέση με το αποτέλεσμά τους, γεγονός που καθιστά απρόθυμους τους εργοδότες να δεσμευθούν προεκλογικά σε αυξήσεις μισθών για την επόμενη διετία.
