Έναρξη σοβαρής νομικής και πολιτικής αντιπαράθεσης προκάλεσε η απόφαση του Ομοσπονδιακού Εφετείου των ΗΠΑ, το οποίο έκρινε ότι οι περισσότεροι δασμοί που έχει επιβάλει ο Ντόναλντ Τραμπ είναι παράνομοι. Η υπόθεση αγγίζει τον πυρήνα της εμπορικής και εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου, ενώ θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγηθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Η απόφαση του Εφετείου
Με ψήφους 7 υπέρ και 4 κατά, το Ομοσπονδιακό Εφετείο της Ουάσιγκτον έκρινε ότι οι «ανταποδοτικοί» δασμοί που είχε ανακοινώσει ο Τραμπ, καθώς και επιπλέον μέτρα που αφορούσαν χώρες όπως ο Καναδάς, το Μεξικό και η Κίνα, δεν έχουν νομική βάση. Το δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι οι δασμοί καλύπτονται από τον νόμο περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA), υπογραμμίζοντας ότι η επιβολή φόρων και δασμών αποτελεί συνταγματικά αρμοδιότητα του Κογκρέσου και όχι του προέδρου.
Η απόφαση επικυρώνει προηγούμενη κρίση του Δικαστηρίου Διεθνούς Εμπορίου της Νέας Υόρκης, που είχε επίσης χαρακτηρίσει τους δασμούς παράνομους. Ωστόσο, η ισχύς της ετυμηγορίας αναστέλλεται μέχρι τις 14 Οκτωβρίου, προκειμένου η κυβέρνηση να ζητήσει επανεξέταση από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Η αντίδραση του Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ αντέδρασε οργισμένα στην απόφαση, δηλώνοντας μέσω της πλατφόρμας Truth Social ότι πρόκειται για «μία άκρως μεροληπτική απόφαση» και ότι «αν οι δασμοί καταργηθούν, οι ΗΠΑ θα καταρρεύσουν οικονομικά». Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι δασμοί παραμένουν πλήρως σε ισχύ μέχρι να κριθεί η υπόθεση από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Κατά τον Τραμπ, οι δασμοί αποτελούν βασικό εργαλείο για την ενίσχυση της οικονομικής ισχύος των ΗΠΑ και την αποτροπή «καταχρηστικών εμπορικών πρακτικών» από ανταγωνιστικές χώρες. Έχει χαρακτηρίσει μάλιστα την επιβολή τους ως «ημέρα απελευθέρωσης» της Αμερικής από τις ανισορροπίες του παγκόσμιου εμπορίου.
Τα επιχειρήματα των δύο πλευρών
Η κυβέρνηση Τραμπ στήριξε την πολιτική της στην ερμηνεία ότι οι ανισορροπίες στο εμπόριο αποτελούν «έκτακτη απειλή» για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Όμως, το δικαστήριο απάντησε ότι ο νόμος IEEPA δεν αναφέρει πουθενά τη λέξη «δασμοί» και δεν παρέχει στον πρόεδρο απεριόριστες εξουσίες. Αντιθέτως, τονίζει ότι κάθε φορά που το Κογκρέσο επιθυμεί να μεταβιβάσει τέτοιες αρμοδιότητες, το κάνει ρητά.
Οι προσφυγές κατατέθηκαν από μικρές επιχειρήσεις και πολιτείες των ΗΠΑ που θεώρησαν τους δασμούς υπέρμετρα επιβαρυντικούς. Στο πλευρό τους στάθηκαν και νομικοί που προειδοποίησαν ότι αν οι δασμοί παραμείνουν, θα υπάρξει «οικονομικό κραχ αντίστοιχο με εκείνο του 1929».
Οι επιπτώσεις στην εμπορική πολιτική
Οι δασμοί υπήρξαν θεμελιώδες εργαλείο της δεύτερης θητείας του Τραμπ, με στόχο την αναδιαπραγμάτευση εμπορικών συμφωνιών και την απόσπαση παραχωρήσεων από χώρες που εξάγουν αγαθά στις ΗΠΑ. Παράλληλα, δημιούργησαν αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές και οδήγησαν αρκετά κράτη σε διμερείς συμφωνίες με την Ουάσιγκτον.
Η δικαστική απόφαση όμως εγείρει ερωτήματα για την εγκυρότητα αυτών των συμφωνιών, ενώ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ακυρωθεί μεγάλο μέρος της εμπορικής στρατηγικής του Τραμπ. Δεν επηρεάζονται ωστόσο οι δασμοί σε χάλυβα και αλουμίνιο, που βασίζονται σε διαφορετική νομική εξουσιοδότηση.
Η επόμενη μέρα
Όλα δείχνουν ότι το ζήτημα θα κριθεί οριστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εκεί, οι ισορροπίες είναι λεπτές, καθώς οι έξι από τους εννέα δικαστές έχουν διοριστεί από Ρεπουμπλικάνους, τρεις εκ των οποίων από τον ίδιο τον Τραμπ. Η υπόθεση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της «doctrine of major questions» που έχει διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια το Δικαστήριο, περιορίζοντας τις δυνατότητες του εκάστοτε προέδρου να επεκτείνει μονομερώς τις εξουσίες του χωρίς σαφή εντολή από το Κογκρέσο.
Η έκβαση της υπόθεσης δεν θα επηρεάσει μόνο την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, αλλά και την ίδια την ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο. Η απόφαση θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσο ο Τραμπ θα μπορέσει να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τους δασμούς ως κεντρικό μοχλό άσκησης εξωτερικής πολιτικής στη νέα του θητεία.