Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει την εμπορική της διπλωματία σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενου προστατευτισμού, με αιχμή τις ΗΠΑ. Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από τις εμπορικές συμφωνίες με την Ινδία και τις χώρες της Mercosur υπογραμμίζουν τη βούληση των Βρυξελλών να διαφοροποιήσουν τις εμπορικές τους σχέσεις και να ενισχύσουν τη στρατηγική αυτονομία της Ένωσης. Ωστόσο, παρά τη σαφή πολιτική τους σημασία, τα αναμενόμενα οικονομικά οφέλη αυτών των συμφωνιών εμφανίζονται περιορισμένα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, σύμφωνα με ανάλυση της Scope.
Όπως επισημαίνουν διεθνείς θεσμοί και οίκοι αξιολόγησης, η μεγαλύτερη αναπτυξιακή και πιστωτική δυναμική για την Ευρώπη δεν βρίσκεται εκτός, αλλά εντός των συνόρων της, μέσω της άρσης των επίμονων εμποδίων στην ενιαία αγορά.
Συμφωνίες ΕΕ–Mercosur και Ινδίας απέναντι στην πίεση των ΗΠΑ
Η πιο πρόσφατη εμπορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθεί την ολοκλήρωση πολυετών διαπραγματεύσεων για μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις χώρες της Mercosur στη Λατινική Αμερική, αν και –όπως και η συμφωνία με την Ινδία– τελεί ακόμη υπό την αίρεση της τελικής επικύρωσης. Οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν αντίστοιχες πρόσφατες εμπορικές συζητήσεις μεταξύ του Καναδά και της Κίνας, σε ένα περιβάλλον αυξημένων εμπορικών εντάσεων, εξηγούν οι αναλυτές της Scope.
Ωστόσο, η επιδίωξη εξωτερικών εμπορικών συμφωνιών από την ΕΕ δεν θα πρέπει να αποσπά την προσοχή από τις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που εξακολουθούν να απαιτούνται στο εσωτερικό της Ένωσης, προκειμένου να μειωθούν τα εμπόδια στο ενδοευρωπαϊκό εμπόριο.
Mercosur και ενιαία αγορά: Το διαρθρωτικό αδύναμο σημείο της Ευρώπης
Όπως έχουν καταστήσει σαφές τόσο το ΔΝΤ όσο και η ΕΚΤ, τα σημαντικά υπολειπόμενα εμπόδια στην Ευρωπαϊκή Ενιαία Αγορά αποτελούν μια διαρθρωτική αδυναμία. Τα εμπόδια αυτά ενισχύουν την ανάγκη για βαθύτερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, με στόχο την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας και της ανθεκτικότητας της ΕΕ.
Τα οφέλη από μια τέτοια εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς για την οικονομική ανάπτυξη και τις πιστοληπτικές προοπτικές της Ευρώπης θα υπερέβαιναν κατά πολύ τις επιπτώσεις των εξωτερικών εμπορικών συμφωνιών, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι το εμπόριο της ΕΕ με την Ινδία και τη Mercosur παραμένει συγκριτικά περιορισμένο, αναφέρει o οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Περιορισμένα βραχυπρόθεσμα οφέλη, μεγάλες προοπτικές μακροπρόθεσμα για την Ινδία
Το εμπόριο της ΕΕ με τους δύο αυτούς εταίρους είναι σημαντικά μικρότερο σε σύγκριση με τις εμπορικές ροές ΕΕ–ΗΠΑ και ΕΕ–Κίνας. Το 2024, ο όγκος εμπορίου της ΕΕ με την Ινδία διαμορφώθηκε περίπου στα 190 δισ. ευρώ, ελαφρώς υψηλότερα από τα 168 δισ. ευρώ με τις χώρες της Mercosur, αλλά πολύ χαμηλότερα από τα περίπου 900 δισ. ευρώ με την Κίνα και τα 1,7 τρισ. ευρώ με τις ΗΠΑ.
Σε μεγάλο βαθμό, οι επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από το κατά πόσον θα υπάρξει εκτροπή εμπορίου από την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Ινδία και τη Mercosur, σύμφωνα με τη Scope.
Μεσοπρόθεσμα, ωστόσο, οι δυνατότητες της εμπορικής σχέσης ΕΕ–Ινδίας είναι σαφώς μεγαλύτερες. Ο συνδυασμός του μεγέθους της ινδικής αγοράς, των ισχυρών θεμελιωδών ρυθμών ανάπτυξης και της ένταξης των υπηρεσιών στη συμφωνία –η οποία ανοίγει την πρόσβαση της ΕΕ σε κρίσιμους τομείς όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και οι θαλάσσιες μεταφορές– δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες.

Mercosur, Ινδία και περιορισμένη στήριξη στα κρατικά αξιόχρεα
Οι νέες εμπορικές συμφωνίες αναμένεται να έχουν γενικά υποστηρικτική, αλλά περιορισμένη επίδραση στα προφίλ κρατικού πιστωτικού κινδύνου των χωρών της ΕΕ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα ως προς το μέγεθος και τον χρονισμό αυτών των επιπτώσεων, καθώς η επίδραση θα είναι σταδιακή, αντανακλώντας τη φάση μείωσης των δασμών.
Πρόσθετη αβεβαιότητα προκύπτει από τις συνέπειες των αυξημένων ανταγωνιστικών πιέσεων στους πιο εκτεθειμένους κλάδους, οι οποίες είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε αυτό το στάδιο. Η ενίσχυση του ανταγωνισμού από ινδικές επιχειρήσεις θα μπορούσε να επιβαρύνει ορισμένους κλάδους της ΕΕ και να οδηγήσει σε μετατοπίσεις της παραγωγής εκτός Ευρώπης, με άνισες επιπτώσεις μεταξύ χωρών και βιομηχανιών.
Η εξαίρεση πολιτικά ευαίσθητων αγροτικών υποτομέων αναμένεται να περιορίσει τις αρνητικές πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις, δεδομένου ότι η αντίθεση των Ευρωπαίων αγροτών στη συμφωνία ΕΕ–Mercosur έχει οδηγήσει σε πολυετείς καθυστερήσεις στην εφαρμογή της.
Mercosur και κλαδικές επιπτώσεις: Ποιοι κερδίζουν και ποιοι πιέζονται
Ο κλάδος κεφαλαιουχικών αγαθών της Ευρώπης αναμένεται να είναι από τους βασικούς ωφελημένους της συμφωνίας με την Ινδία. Τα μηχανήματα και ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός εκτιμάται ότι θα αποκομίσουν τα μεγαλύτερα οφέλη, ακολουθούμενα από τα χημικά προϊόντα και τα οχήματα εσωτερικής καύσης.
Οι δασμοί στα αυτοκίνητα θα μειωθούν σταδιακά από το 110% έως και το 10%, ενώ για τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων θα καταργηθούν πλήρως μετά από πέντε έως δέκα έτη. Παράλληλα, δασμοί έως 44% στα μηχανήματα, 22% στα χημικά και 11% στα φαρμακευτικά προϊόντα θα εξαλειφθούν σε μεγάλο βαθμό.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι δασμοί στα κρασιά θα μειωθούν από το 150% στο 75% με την έναρξη ισχύος της συμφωνίας και σταδιακά έως και το 20%, ενώ οι δασμοί στο ελαιόλαδο θα υποχωρήσουν από το 45% στο μηδέν εντός πενταετίας. Αντίθετα, ο ανταγωνισμός στους τομείς της κλωστοϋφαντουργίας, της ένδυσης και των σιδηρούχων μετάλλων ενδέχεται να ενταθεί, ασκώντας πρόσθετες πιέσεις στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Οι χώρες της ΕΕ με ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, αναμένεται να αποκομίσουν τα μεγαλύτερα οφέλη, ενώ περιοριστικός παράγοντας παραμένει η εξαίρεση των ηλεκτρικών οχημάτων από τις μειώσεις δασμών κατά τα πρώτα πέντε έτη.