Η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, επιχειρεί να αλλάξει ριζικά τον χάρτη της αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας, παρουσιάζοντας ένα εκτενές σχέδιο δράσης για τη ναυτιλία (Maritime Action Plan), το οποίο προβλέπει νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, επέκταση υφιστάμενων προγραμμάτων και επιβολή τελών σε ξένα πλοία που προσεγγίζουν αμερικανικά λιμάνια.
Το 42σέλιδο έγγραφο, που αποδίδεται στον υπουργό Εξωτερικών, Marco Rubio, υπό την ιδιότητά του ως συμβούλου εθνικής ασφάλειας, καθώς και στον διευθυντή του Γραφείου Διαχείρισης και Προϋπολογισμού, Russell Vought, περιγράφει μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την «αναστροφή της παρακμής» της αμερικανικής ναυπηγικής.
Στόχος του Λευκού Οίκου είναι η σαφής ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης, η μείωση της εξάρτησης από «αναξιόπιστους προμηθευτές» και ανάκτηση ανταγωνιστικότητας έναντι ασιατικών κολοσσών.
Φορολογικά κίνητρα και δανειακές εγγυήσεις στο προσκήνιο
Κεντρικό ρόλο στο σχέδιο διαδραματίζουν τα λεγόμενα Capital Construction Funds (CCF), δηλαδή φορολογικά αναβαλλόμενοι λογαριασμοί που μέχρι σήμερα επιτρέπουν σε πλοιοκτήτες να αποταμιεύουν κεφάλαια για τη ναυπήγηση πλοίων. Η νέα πρόταση επεκτείνει τη δυνατότητα αυτήν και στα ίδια τα ναυπηγεία, ώστε να χρηματοδοτούν έργα επέκτασης και εκσυγχρονισμού εγκαταστάσεων.
Παράλληλα, το Small Shipyard Grant Program προτείνεται να διευρυνθεί ώστε να καλύπτει και μεσαίου ή ακόμη και μεγάλου μεγέθους ναυπηγεία, αυξάνοντας την πρόσβαση σε ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από τον Ντόναλντ Τραμπ και στο ομοσπονδιακό πρόγραμμα χρηματοδότησης πλοίων Title XI, το οποίο παρέχει κρατικές εγγυήσεις δανείων για τη ναυπήγηση πλοίων στις ΗΠΑ. Το πρόγραμμα, που διαχειρίζεται η United States Maritime Administration (MARAD), έχει αποτελέσει επί χρόνια αντικείμενο κριτικής για τη γραφειοκρατία και τις χρονοβόρες διαδικασίες του.
Το νέο σχέδιο υπόσχεται «εκσυγχρονισμό» του Title XI, με απλούστευση των διαδικασιών και μείωση του κόστους συμμετοχής. Σύμφωνα με τους συντάκτες του σχεδίου, αυτό θα επιτρέψει στα αμερικανικά ναυπηγεία να αποκτήσουν πρόσβαση σε μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για μεγάλης κλίμακας επενδύσεις, καθιστώντας τα πιο ανταγωνιστικά έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους.
Το νέο ταμείο θαλάσσιας ασφάλειας και το πιο αμφιλεγόμενο μέτρο
Κομβικό στοιχείο του σχεδίου αποτελεί η δημιουργία ενός Maritime Security Trust Fund, ενός ειδικού χρηματοδοτικού μηχανισμού, που φιλοδοξεί να αποτελέσει τη «ραχοκοκαλιά» της νέας αμερικανικής ναυπηγικής στρατηγικής του Τραμπ. Στο ταμείο θα διοχετεύονται πόροι για τον εκσυγχρονισμό ναυπηγείων, την αναβάθμιση υποδομών, την ενίσχυση της εφοδιαστικής αλυσίδας και την ανάπτυξη τεχνολογιών αιχμής.
Η βασική πηγή χρηματοδότησης, ωστόσο, είναι και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο του σχεδίου. Η επιβολή ενός «καθολικού τέλους υποδομής ή ασφάλειας» σε όλα τα πλοία ξένης κατασκευής που καταπλέουν σε λιμάνια των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόκειται για μια πρόταση με σαφές προστατευτικό αποτύπωμα, η οποία μεταφέρει μέρος του κόστους ανασυγκρότησης της αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας στη διεθνή ναυτιλία.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που περιλαμβάνονται στο σχέδιο, ένα τέλος της τάξης των 0,01 δολαρίων ανά κιλό εκτοπίσματος θα μπορούσε να αποφέρει έως και 66 δισ. δολάρια ετησίως. Σε πιο επιθετικό σενάριο, με συντελεστή 0,25 δολάρια ανά κιλό, τα έσοδα -σε θεωρητικό επίπεδο- θα μπορούσαν να αγγίξουν ακόμη και το 1,5 τρισ. δολάρια. Οι αριθμοί αυτοί υπογραμμίζουν το εύρος της παρέμβασης, αλλά ταυτόχρονα γεννούν ερωτήματα ως προς τη ρεαλιστικότητα και την εφαρμογή της.
Ένα βασικό τεχνικό ζήτημα αφορά τον τρόπο υπολογισμού. Στη διεθνή ναυτιλία χρησιμοποιείται κυρίως η ολική χωρητικότητα (gross tonnage), που αποτυπώνει τον όγκο και όχι το βάρος του πλοίου. Η μετατροπή σε σύστημα χρέωσης ανά κιλό ενδέχεται να απαιτήσει νέο ρυθμιστικό πλαίσιο και να δημιουργήσει νομικές και εμπορικές αμφισβητήσεις.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι το μέτρο διασφαλίζει πως τα πλοία ξένης κατασκευής, τα οποία επωφελούνται από την πρόσβαση στη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά του κόσμου, θα συμβάλλουν στην αποκατάσταση της αμερικανικής ναυτικής ισχύος. Από την άλλη πλευρά, αναλυτές προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο τέλος θα μπορούσε να μετακυλιστεί στο κόστος μεταφοράς, επηρεάζοντας εφοδιαστικές αλυσίδες και ενδεχομένως προκαλώντας εμπορικές αντιδράσεις από μεγάλες ναυπηγικές δυνάμεις της Ασίας.
Παράλληλα, το σχέδιο δεν περιορίζεται στη φορολογική διάσταση. Προβλέπει συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ανάπτυξη τεχνολογικών κοινοπραξιών, αξιοποίηση Τεχνητής Νοημοσύνης και προηγμένων σχεδιαστικών προτύπων, καθώς και τη συγκρότηση Στρατηγικού Εμπορικού Στόλου υπό αμερικανική σημαία. Στόχος δεν είναι απλώς η αύξηση του αριθμού των πλοίων που ναυπηγούνται στις ΗΠΑ, αλλά η ανασύσταση μιας ανθεκτικής και αυτάρκους ναυπηγικής βάσης με δυνατότητα ταχείας κινητοποίησης σε περιόδους κρίσης.
Οι πρώτες επιπτώσεις του «καθολικού τέλους»
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι ο κλάδος της μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (container shipping) ενδέχεται να υποστεί το μεγαλύτερο πλήγμα από το νέο «καθολικό τέλος» στα ξένα πλοία. Σύμφωνα με τη Fearnley Securities, ένα 40-foot container με φορτίο έως 28.000 κιλά θα μπορούσε να επιβαρυνθεί με επιπλέον κόστος περίπου 1.400 δολάρια ανά μονάδα, εάν εφαρμοστεί τέλος περίπου 0,05 δολάρια ανά κιλό.
Για μεγαλύτερα πλοία, όπως οι 8.500-ceu car carriers, το συνολικό πρόσθετο κόστος για το φορτίο μπορεί να φτάσει το 1,5 εκατ. δολάρια, ενώ οι μεταφορές οχημάτων επηρεάζονται σε μικρότερο βαθμό. Οι αναλυτές τονίζουν ότι η δομή του τέλους, που βασίζεται στο φορτίο, μπορεί να μετακυλιστεί στους πελάτες ή στους τελικούς καταναλωτές, με ενδεχόμενη αύξηση του κόστους εισαγόμενων εμπορευμάτων από 0,4% έως 11% για containerised goods.
Το μέτρο, αν και αμφιλεγόμενο, αποτελεί μέρος της προσπάθειας του Τραμπ να δημιουργήσει μια «νέα ναυτική χρυσή εποχή», ενισχύοντας την εγχώρια ναυπηγική βιομηχανία και τον US-flag στόλο. Η τελική μορφή του τέλους θα καθοριστεί από το Αμερικανικό Κογκρέσο και αναμένεται να ενταχθεί στον προϋπολογισμό του 2027, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες επενδύσεις σε υποδομές, τεχνολογία και ναυπηγικά έργα υψηλής κλίμακας.
Με αυτόν τον τρόπο, οι ΗΠΑ επιχειρούν να συνδυάσουν προστατευτικά οικονομικά μέτρα με στρατηγική ανάπτυξη, μετατρέποντας την απειλή για τα ξένα πλοία σε χρηματοδοτικό εργαλείο για την αναγέννηση της εγχώριας ναυπηγικής.
Το επενδυτικό στοίχημα του Τραμπ – Δεσμεύσεις 150 δισ. δολαρίων
Σύμφωνα με αξιωματούχους, ο Τραμπ έχει ήδη εξασφαλίσει δεσμεύσεις ύψους 150 δισ. δολαρίων για επενδύσεις στη ναυπηγική, στο πλαίσιο εμπορικών διαπραγματεύσεων με χώρες όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία. Οι επενδύσεις αυτές παρουσιάζονται ως ένδειξη εμπιστοσύνης στην αμερικανική αγορά, αλλά και ως αποτέλεσμα σκληρής διαπραγμάτευσης της Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, παραμένει ένα κρίσιμο ερωτηματικό, ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός. Η κυβέρνηση όφειλε να καταθέσει την πρότασή της για το νέο δημοσιονομικό έτος έως τις 2 Φεβρουαρίου, κάτι που δεν έχει ακόμη συμβεί. Χωρίς συγκεκριμένες δημοσιονομικές προβλέψεις, η υλοποίηση πολλών από τις εξαγγελίες παραμένει θεωρητική.
Παράγοντες της ναυτιλιακής αγοράς παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, αναμένοντας να δουν πόσα από τα προτεινόμενα μέτρα θα χρηματοδοτηθούν στην πράξη και σε ποιον βαθμό θα μεταφραστούν σε πραγματική παραγωγική αναγέννηση.
Το βέβαιο είναι ότι η ναυπηγική βιομηχανία βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας. Το αν το φιλόδοξο σχέδιο θα καταφέρει να αναστήσει έναν κλάδο που επί δεκαετίες υποχωρούσε απέναντι στην Ασία, θα κριθεί όχι μόνο από τα δισεκατομμύρια που θα διατεθούν, αλλά και από την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα με την οποία θα εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις.
Η «στρατηγική γέφυρας» και το δίλημμα της Νότιας Κορέας
Πέραν των χρηματοδοτικών δεσμεύσεων, το Maritime Action Plan εισάγει και έναν μεταβατικό μηχανισμό υλοποίησης, τη λεγόμενη «στρατηγική γέφυρας», η οποία επηρεάζει άμεσα τους μεγάλους ασιατικούς ναυπηγικούς ομίλους – κυρίως της Νότιας Κορέας.
Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Make American Shipbuilding Great Again (MASGA)», η κυβέρνηση του Τραμπ προβλέπει ότι, κατά τα πρώτα στάδια εφαρμογής του σχεδίου, συμμαχικά ναυπηγεία θα μπορούν να αναλαμβάνουν την κατασκευή αρχικών παραγγελιών εκτός Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ ταυτόχρονα θα επενδύουν ή θα συνάπτουν στρατηγικές συνεργασίες με αμερικανικά ναυπηγεία. Ο τελικός στόχος είναι η σταδιακή μεταφορά τεχνογνωσίας και παραγωγής σε αμερικανικό έδαφος, καθώς θα αναπτύσσεται η εγχώρια δυναμικότητα.
Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνει τη σημερινή πραγματικότητα: οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν ακόμη επαρκή βιομηχανική ικανότητα για τη μαζική κατασκευή μεγάλων εμπορικών πλοίων. Ως εκ τούτου, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αξιοποιήσει προσωρινά την τεχνογνωσία και την παραγωγική ισχύ της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας, εντάσσοντάς τις στον σχεδιασμό της ναυπηγικής επανεκκίνησης.
Στη Σεούλ, η ερμηνεία είναι διττή. Από τη μία πλευρά, η ένταξη των ήδη ανακοινωμένων δεσμεύσεων ύψους 150 δισ. δολαρίων στο πλαίσιο του MASGA τοποθετεί το κορεατικό κεφάλαιο στον πυρήνα της αμερικανικής στρατηγικής, διασφαλίζοντας πρόσβαση σε νέες παραγγελίες και ενισχύοντας τη βραχυπρόθεσμη απασχόληση των ναυπηγείων.
Από την άλλη, τα προστατευτικά στοιχεία του σχεδίου -και κυρίως η πρόταση για καθολικό τέλος σε όλα τα πλοία ξένης κατασκευής που προσεγγίζουν αμερικανικά λιμάνια, καθώς και η πιθανή υποχρεωτική μεταφορά μέρους των αμερικανικών εισαγωγών με πλοία που πληρούν αμερικανικά κριτήρια- δημιουργούν ανησυχίες για απώλεια μεριδίων αγοράς και αύξηση του κόστους εξαγωγών.
Αναλυτές εκτιμούν ότι, εφόσον οι απαιτήσεις τοπικοποίησης στις ΗΠΑ ενταθούν, τα κορεατικά ναυπηγεία ενδέχεται να οδηγηθούν σε ανασχεδιασμό παραγωγικής στρατηγικής, με σταδιακή μεταφορά επενδύσεων και τεχνογνωσίας εκτός Ασίας. Έτσι, για τη Νότια Κορέα, το αμερικανικό σχέδιο συνιστά ταυτόχρονα ευκαιρία και δομική πρόκληση: προσφέρει βραχυπρόθεσμη τόνωση παραγγελιών, αλλά ενδέχεται μακροπρόθεσμα να επιταχύνει τη γεωγραφική ανακατανομή της παγκόσμιας ναυπηγικής παραγωγής.