Ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας δεν προέκυψε από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι περίπτωση μιας φωτιάς που «σιγόκαιγε» για καιρό και εξελίχθηκε σε γενικευμένο συναγερμό τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η αντιπαλότητα των δυο υπερδυνάμεων είναι οικονομική, γεωπολιτική, τεχνολογική και στρατιωτική, με την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο να δίνουν μια σκληρή διπλωματική μάχη για να διευρύνουν τη σφαίρα επιρροής τους στον κόσμο. Αυτός ο στρατηγικός ανταγωνισμός δεν είναι πια ρητορικός, ούτε υπόγειος αλλά απεικονίζεται σε πολιτικές των κυβερνήσεων των δυο χωρών.
Η ομοβροντία δασμών εις βάρος της Κίνας που ξεκίνησε από την πρώτη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, 0ι κατηγορίες της CIA για κατασκοπεία από τη Huawei το 2019, ο εντοπισμός κατασκοπευτικών μπαλονιών της Κίνας στον εναέριο χώρο των ΗΠΑ το 2023, οι περιορισμοί της Ουάσιγκτον στις εξαγωγές τσιπ και η επίδειξη στρατιωτικής ισχύος στον Ειρηνικό, με επίκεντρο την Ταϊβάν, καθρεφτίζουν μια συστηματική σύγκρουση συμφερόντων.
Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση του SAIS Foreign Policy Institute, η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η Κίνα είναι μια συστημική πρόκληση στην παγκόσμια ηγεσία, την τεχνολογική υπεροχή, την οικονομική κυριαρχία και τις δημοκρατικές νόρμες των ΗΠΑ. Στο Πεκίνο, οι ΗΠΑ θεωρούνται ευρέως ως η κεντρική δύναμη που επιχειρεί να αναχαιτίσει την άνοδο της Κίνας, να υπονομεύσει το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα και να διατηρήσει την υπεροχή του δόγματος «Πρώτα η Αμερική». «Αυτό εγκλωβίζει ουσιαστικά και τις δύο χώρες σε μια διαρκή κατάσταση δυσπιστίας και αντιδραστικότητας, την οποία δεν μπορούν να αναστρέψουν ούτε καν οι φιλικές συναντήσεις κορυφής μεταξύ των ηγετών τους», υπογραμμίζει το SAIS Foreign Policy Institute.
Από την έναρξη της δεύτερης προεδρικής θητείας του πέρσι τον Ιανουάριο, ο Ντόναλντ Τραμπ επέκτεινε τον εμπορικό πόλεμο σε δεκάδες χώρες ανά τον κόσμο, συνειδητοποιώντας στην πορεία την εξάρτηση των ΗΠΑ και της παγκόσμιας οικονομίας στις σπάνιες γαίες της Κίνας. Οι διεθνείς περιορισμοί του Πεκίνου στις εξαγωγές αυτών των κρίσιμων υλών, οι οποίες είναι απαραίτητες στην παραγωγή αμυντικού και τεχνολογικού εξοπλισμού, επανάφεραν τις ΗΠΑ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Από τις αρχές του 2026, οι σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας χαρακτηρίζονται από μια εύθραυστη και «ανταγωνιστική σταθερότητα» μετά την συνάντηση των προέδρων Σι Τζινπίνγκ και Τραμπ στην Μπουσάν της Νότιας Κορέας πέρσι τον Οκτώβριο. Οι δύο πλευρές κατέληξαν σε προσωρινή εκεχειρία μετά την κορύφωση του εμπορικού πολέμου το 2025, όπου οι απειλές των ΗΠΑ για δασμούς έφτασαν σε τριψήφια ποσοστά.
Ο Τραμπ συμφώνησε να μειώσει τους δασμούς στο 25% σε αντάλλαγμα για τη δέσμευση του Πεκίνου να πατάξει το παράνομο εμπόριο φαιντανύλης, να ξεκινήσει ξανά τις παραγγελίες σόγιας από τις ΗΠΑ και να «παγώσει» τους ελέγχους στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Ο Αμερικανός πρόεδρος σχεδιάζει επίσκεψη στην Κίνα τον Απρίλιο ενώ οι δυο ηγέτες μίλησαν τηλεφωνικώς στις αρχές Φεβρουαρίου. Ωστόσο ο Καναδάς δέχτηκε νέες απειλές για δασμούς 100% από την κυβέρνηση Τραμπ όταν έγινε γνωστό πως συζητά μια εμπορική συμφωνία με την Κίνα.
Το ιστορικό μιας στρατηγικής αντιπαλότητας και ο κυρίαρχος ρόλος της Κίνας στην παγκόσμια μεταποίηση
Η στρατηγική αντιπαλότητα μεταξύ των δυο υπερδυνάμεων του Ειρηνικού καλλιεργήθηκε σταδιακά. Η σχέση μεταξύ των κρατών εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου και τη δεκαετία του ΄90 ήταν αποστασιοποιημένη. Μετατοπίστηκε σε στρατηγική συνεργασία και έπειτα σε γεωπολιτικό ανταγωνισμό, με αφετηρία τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Τότε οι ΗΠΑ και γενικότερα η Δύση πάλευαν με μια βαθιά ύφεση, με την Κίνα να καταφέρνει να ξεπερνά τις επιπτώσεις χάρη στην τεράστια κρατική στήριξη. Το αποτέλεσμα; Μέχρι το 2010, η Κίνα εκτόπισε τις ΗΠΑ από την κορυφή της παγκόσμιας μεταποίησης, με το μερίδιο της να κινείται πλέον στο 30%.
Η ανάληψη της εξουσίας από τον Σι τον Νοέμβριο του 2012 σηματοδότησε την υιοθέτηση μιας δυναμικότερης στάσης από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Η αναγγελία της Πρωτοβουλίας «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος» έναν χρόνο μετά επιβεβαίωσε τις παγκόσμιες βλέψεις της Κίνας. Οι ΗΠΑ παρακολουθούσαν την Κίνα να δρομολογεί στρατηγικές επενδύσεις από τα ορυχεία της Αφρικής μέχρι τα λιμάνια της Νότιας Αμερικής και της Ευρώπης.
Όσο οι δυτικές εταιρείες γαντζώνονταν όλο και πιο πολύ από την κινεζική μεταποίηση, παραδίδοντας κάθε τεχνολογία και τεχνογνωσία σε αντάλλαγμα ένα φθηνό εργατικό δυναμικό, πυροδοτούνταν ένας κοινωνικός αναβρασμός σε ΗΠΑ και την Ευρώπη από την περιθωριοποίηση ενός μεγάλου τμήματος της εργατικής τάξης. Μετά ήρθε η πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κήρυξε εμπορικό πόλεμο στην Κίνα το 2017-2021, κατηγορώντας την πως εκμεταλλεύεται τον Αμερικανό καταναλωτή εις βάρος των βιομηχανιών της χώρας της, με το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ να καθρεφτίζει αυτήν την ανισορροπία.
Η κατάρρευση μιας αμοιβαίας σχέσης μεταξύ των δυο χωρών
Σε σχετική ανάλυση, το Γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων και Ασφάλειας (SWP) τονίζει ότι η αλληλεξάρτηση ΗΠΑ-Κίνας θεωρούνταν κάποτε ως μια απαραίτητη σταθεροποιητική δύναμη στις διμερείς τους σχέσεις και αναμφίβολα συνέβαλε στην παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη. Το 2001, όταν η Κίνα προσχώρησε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ήταν 1.065 δολάρια, ενώ των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν 37.133 δολάρια. Μέχρι το 2023, τα αντίστοιχα μεγέθη ήταν 12.951 δολάρια στην Κίνα και ξεπέρασε τα 80.000 δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Και οι δύο χώρες ενίσχυσαν σημαντικά τις θέσεις τους κατά την περίοδο αυτή, αν και οι εσωτερικές ανακατατάξεις και στις δύο πλευρές είχαν αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις: η βορειοανατολική Κίνα επλήγη σοβαρά από την ανεργία, όπως συνέβη και με τις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ». Σε συνάρτηση με την ολοένα και πιο τεταμένη σχέση στον τομέα της ασφάλειας τα τελευταία χρόνια, οι δύο χώρες κατέληξαν να βλέπουν την αλληλεξάρτηση κυρίως ως αδυναμία, με την οικονομία να υποτάσσεται πλέον στην εθνική ασφάλεια, αναφέρει το SAIS Foreign Policy Institute. Είναι μια συγκυρία που η αλληλεξάρτηση των οικονομιών αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα και από την Ε.Ε ως προς τις ΗΠΑ και την Κίνα, με τους πρωταγωνιστές της διεθνούς κοινότητας να απομακρύνονται μεταξύ τους και να αμφισβητούνται τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης.