Οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ πιέζουν το ΝΑΤΟ να περιορίσει πολλές από τις ξένες δραστηριότητές του, συμπεριλαμβανομένου του τερματισμού μιας βασικής αποστολής της συμμαχίας στο Ιράκ, δήλωσαν διπλωμάτες του ΝΑΤΟ στο Politico.
Η Ουάσιγκτον επανακαθορίζει τη στρατηγική της στο ΝΑΤΟ, επιδιώκοντας έναν δραστικό περιορισμό των στρατιωτικών αποστολών και επαναφέρει το δόγμα της «στενά ευρωατλαντικής άμυνας».
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Ιράκ, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν τον τερματισμό της νατοϊκής αποστολής ήδη από το φθινόπωρο, αλλά και το Κόσοβο, όπου δρομολογείται συζήτηση για σταδιακή αποχώρηση.
Η πρωτοβουλία, που εσωτερικά αποκαλείται «επιστροφή στις εργοστασιακές ρυθμίσεις», αντανακλά τη βούληση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να περιορίσει τις διεθνείς δεσμεύσεις και να επικεντρώσει την εξωτερική πολιτική σε ζητήματα «πυρήνα εθνικής ασφάλειας». Ωστόσο, η κατεύθυνση αυτή προκαλεί έντονες αντιδράσεις μεταξύ των συμμάχων.
Επιστροφή στις εργοστασιακές ρυθμίσεις: Το νέο δόγμα Τραμπ για το Ιράκ και το ΝΑΤΟ
Σύμφωνα με το Politico, οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, πιέζουν το ΝΑΤΟ να περικόψει σημαντικό μέρος των διεθνών του δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του τερματισμού της βασικής αποστολής της Συμμαχίας στο Ιράκ. Τέσσερις διπλωμάτες της Συμμαχίας ανέφεραν ότι η πρωτοβουλία αυτή έχει εσωτερικά ονομαστεί «επιστροφή στις εργοστασιακές ρυθμίσεις», υποδηλώνοντας την πρόθεση της Ουάσιγκτον να επαναφέρει τον Οργανισμό στον αρχικό του ρόλο: τη συλλογική άμυνα και αποτροπή στον ευρωατλαντικό χώρο.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον έχει ασκήσει πίεση για τη μείωση της ειρηνευτικής δύναμης στο Κόσοβο, ενώ επιδιώκει να περιορίσει τη θεσμική συμμετοχή της Ουκρανίας και των εταίρων του Ινδο-Ειρηνικού στη σύνοδο κορυφής του Ιουλίου στην Άγκυρα.
Η κίνηση αυτή αντανακλά τη στρατηγική του Λευκού Οίκου να αντιμετωπίζει το ΝΑΤΟ ως αυστηρά αμυντική συμμαχία, ανατρέποντας δεκαετίες διεύρυνσης σε τομείς διαχείρισης κρίσεων, παγκόσμιων εταιρικών σχέσεων και πρωτοβουλιών βασισμένων σε αξίες — στοιχεία που, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, προκαλούσαν διαχρονικά δυσφορία στον Αμερικανό πρόεδρο και τη βάση του κινήματος MAGA.
Ιράκ: Πίεση Τραμπ για τερματισμό της αποστολής του ΝΑΤΟ
Το ΝΑΤΟ διατηρεί στο Ιράκ συμβουλευτική αποστολή με στόχο την ενίσχυση των θεσμών ασφαλείας της χώρας, όπως η αστυνομία, και την αποτροπή επανεμφάνισης του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους. Η επιχείρηση ιδρύθηκε το 2018, κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, και διευρύνθηκε επανειλημμένα μετά το 2021, κατόπιν αιτήματος της Βαγδάτης.
Σύμφωνα με δύο διπλωμάτες, η Ουάσιγκτον έχει ζητήσει από τους συμμάχους τον τερματισμό της αποστολής στο Ιράκ ήδη από τον Σεπτέμβριο. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προγραμματίζουν την απόσυρση περίπου 2.500 στρατιωτών από το Ιράκ, βάσει συμφωνίας του 2024 με την ιρακινή κυβέρνηση. Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι η κίνηση εντάσσεται στη δέσμευση του Τραμπ για τερματισμό των «αιώνιων πολέμων», τονίζοντας ότι πραγματοποιείται σε στενό συντονισμό με τη Βαγδάτη.
Ο Ταμέρ Μπαντάουι, ειδικός στο Ιράκ και συνεργάτης του Κέντρου Εφαρμοσμένης Έρευνας σε Συνεργασία με την Ανατολή, εκτιμά ότι η νατοϊκή αποστολή στο Ιράκ δεν είναι από μόνη της «καθοριστική» για την ασφάλεια της χώρας. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η ταυτόχρονη αποχώρηση ΝΑΤΟ και ΗΠΑ θα μπορούσε να ενισχύσει ένοπλες πολιτοφυλακές και να αποσταθεροποιήσει την αυτόνομη κυβέρνηση του Κουρδιστάν στο βόρειο Ιράκ.
Η πρόταση για αποχώρηση από το Ιράκ συναντά αντιδράσεις εντός της Συμμαχίας. «Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να φύγουμε από το Ιράκ· η κυβέρνηση επιθυμεί την παρουσία μας», σημείωσε ένας διπλωμάτης. Άλλος ανέφερε ότι η «πλειονότητα» των συμμάχων συμφωνεί σε σταδιακή μείωση της αποστολής στο Ιράκ, αλλά σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα και με διατήρηση περιορισμένης παρουσίας.
Ιράκ και Κόσοβο: Διπλή αναδίπλωση με γεωπολιτικό ρίσκο
Πέραν του Ιράκ, οι ΗΠΑ έχουν διαμηνύσει ότι επιθυμούν τη σταδιακή λήξη της δύναμης KFOR στο Κόσοβο, η οποία λειτουργεί υπό νατοϊκή διοίκηση από το 1999, μετά τους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας. Η ειρηνευτική αποστολή, εγκεκριμένη από τον ΟΗΕ, αριθμεί σήμερα περίπου 4.500 στρατιώτες.
Η Ένγκελουσε Μορίνα, ανώτερη ερευνήτρια στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, υποστηρίζει ότι η αποστολή παραμένει «απαραίτητη» για την περιφερειακή ασφάλεια. Μια αποχώρηση, τονίζει, θα μπορούσε να ενθαρρύνει σερβικές αποσχιστικές δυνάμεις στο βόρειο Κόσοβο και να δημιουργήσει ανάλογες τάσεις στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας.
Ανώτερος διπλωμάτης του ΝΑΤΟ εξέφρασε ανησυχία, επισημαίνοντας ότι «τα Δυτικά Βαλκάνια μπορούν να κλιμακωθούν γρήγορα». Εκπρόσωπος της Συμμαχίας διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ούτε για την αποστολή στο Ιράκ ούτε για την KFOR και ότι οι αποστολές επανεξετάζονται περιοδικά με βάση τις ανάγκες.
Οποιαδήποτε απόφαση για το Ιράκ ή το Κόσοβο απαιτεί ομοφωνία και των 32 συμμάχων — διαδικασία που συνήθως συνοδεύεται από έντονες διαπραγματεύσεις και πολιτικές πιέσεις.
Ιράκ και σύνοδος Άγκυρας: Περιορισμός εταίρων και δημόσιας διπλωματίας
Σύμφωνα με το Politico, οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν επίσης να μην προσκληθούν η Ουκρανία και οι τέσσερις επίσημοι εταίροι του Ινδο-Ειρηνικού — Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα — στις επίσημες συνεδριάσεις της συνόδου κορυφής στην Άγκυρα. Αν και θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε παράλληλες εκδηλώσεις, η απουσία τους από τις κύριες εργασίες θα σηματοδοτούσε στροφή σε «σκληρά» ζητήματα πυρήνα.
Παράλληλα, προτείνεται η κατάργηση του ετήσιου Δημόσιου Φόρουμ της Συνόδου, το οποίο συγκεντρώνει ηγέτες, αναλυτές και αξιωματούχους. Επισήμως, η απόφαση αποδίδεται σε περιορισμό κόστους. Ωστόσο, διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι συνδέεται έμμεσα με την αμερικανική πίεση για μείωση δαπανών σε διεθνείς οργανισμούς.
Η Οάνα Λουνγκέσκου, πρώην εκπρόσωπος του ΝΑΤΟ και νυν ερευνήτρια στο Royal United Services Institute του Λονδίνου, θεωρεί ότι η κατάργηση του φόρουμ εντάσσεται σε ευρύτερη υποβάθμιση της δημόσιας διπλωματίας υπό τον γενικό γραμματέα Μαρκ Ρούτε. Ωστόσο, σε μια περίοδο όπου η Συμμαχία επιχειρεί να πείσει τις κοινωνίες για την ανάγκη αυξημένων αμυντικών δαπανών, μια τέτοια επιλογή ενδέχεται να αποδειχθεί επιζήμια.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει εάν η στρατηγική «επαναφοράς» θα ενισχύσει τη συνοχή της Συμμαχίας ή αν, αντίθετα, θα περιορίσει τον διεθνή της ρόλο σε μια εποχή αυξανόμενων γεωπολιτικών προκλήσεων.