ΗΠΑ: Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνει τους δασμούς, οι εναλλακτικές Τραμπ

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, μια πλειοψηφία 6 προς 3, ακύρωσε ένα μεγάλο μέρος των δασμών του Αμερικανού Προέδρου

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ © EPA/ALESSANDRO DI MEO

Σε μια ιστορική απόφαση που ενδεχομένως να ανατρέψει τα δεδομένα της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής (αναμένεται πλέον η αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ), το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε σήμερα Παρασκευή ένα τεράστιο μέρος της εκτεταμένης ατζέντας δασμών του Αμερικανού Προέδρου.

Με μια πλειοψηφία 6 προς 3, οι δικαστές έκριναν ότι η νομοθεσία στην οποία βασίστηκαν οι εισαγωγικοί δασμοί «δεν εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο να επιβάλλει δασμούς».

Ο Αρχιδικαστής Τζον Ρόμπερτς συνέταξε τη γνωμοδότηση του δικαστηρίου, ενώ οι δικαστές Κλάρενς Τόμας, Σάμιουελ Αλίτο και Μπρετ Κάβανο μειοψήφησαν.

Η ερμηνεία του νόμου IEEPA

Από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ αναδιαμόρφωσε με ταχύτητα τις μακροχρόνιες εμπορικές σχέσεις της Αμερικής, επιβάλλοντας μια συγκλονιστική σειρά δασμών που επηρέασαν σχεδόν κάθε χώρα στον κόσμο.

Πολλοί από αυτούς τους δασμούς ενεργοποιήθηκαν μέσω μιας πρωτόγνωρης ερμηνείας του Νόμου περί Διεθνών Έκτακτων Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA). Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι παγκόσμιοι «αμοιβαίοι» δασμοί, καθώς και ξεχωριστοί δασμοί που σχετίζονται με την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών.

Ο νόμος IEEPA δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «δασμοί». Αντίθετα, επιτρέπει στον πρόεδρο να «ρυθμίζει… την εισαγωγή» ξένων περιουσιακών στοιχείων μετά την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση «ασυνήθιστων και εξαιρετικών» απειλών.

Η κυβέρνηση Τραμπ υποστήριξε ότι αυτή η διατύπωση δίνει το δικαίωμα στον πρόεδρο να επιβάλλει δασμούς, όμως οι επικριτές τόνισαν ότι ο νόμος δεν επιτρέπει μονομερείς εισπράξεις οποιουδήποτε μεγέθους, οποιαδήποτε στιγμή.

Τα νούμερα και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις

Τα διακυβεύματα είναι τεράστια, καθώς η πλειοψηφία των εσόδων από δασμούς που δημιουργήθηκαν πέρυσι προήλθε από τις διατάξεις του IEEPA.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Τραμπ σε πρόσφατη ανάρτησή του στο Truth Social, ο Πρόεδρος ισχυρίστηκε ότι έχουν εισπραχθεί και σύντομα θα ληφθούν περισσότερα από 600 δισ. δολάρια σε δασμούς, ωστόσο τα πραγματικά στοιχεία από άλλες πηγές είναι σημαντικά χαμηλότερα.

Συγκεκριμένα, το Bipartisan Policy Center υπολόγισε τα ακαθάριστα έσοδα από δασμούς για το 2025 στα 289 δισ. δολάρια, ενώ τα στοιχεία των Τελωνείων από την Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων (CBP) αναφέρουν εισπράξεις περίπου 200 δισ. δολαρίων μεταξύ 20 Ιανουαρίου και 15 Δεκεμβρίου.

Ειδικά για τα έσοδα IEEPA, δηλαδή τους δασμούς που βασίζονται στον συγκεκριμένο νόμο, η κυβέρνηση δήλωσε ότι έχει εισπράξει περίπου 129 δισ. δολάρια έως τις 10 Δεκεμβρίου, γεγονός που αναδεικνύει την πολιτική σύγχυση και τις αντικρουόμενες οικονομικές υποσχέσεις.

Ο Τραμπ είχε παρουσιάσει τα σχέδιά του τον περασμένο Απρίλιο σε μια πανηγυρική εκδήλωση στον Λευκό Οίκο, την οποία ονόμασε «Ημέρα Απελευθέρωσης» της Αμερικής. Η ανακοίνωση προκάλεσε πανικό στις αγορές και οι δασμοί τέθηκαν προσωρινά σε παύση, για να τροποποιηθούν και να επανεπιβληθούν αργότερα, δημιουργώντας ένα δίκτυο σύγχυσης στην εμπορική πολιτική.

Παρά τις προειδοποιήσεις ότι το κόστος μετακυλίεται στους καταναλωτές, ο Τραμπ επέμενε ότι οι ξένες χώρες πληρώνουν το τίμημα. Μάλιστα, είχε προτείνει την αντικατάσταση του φόρου εισοδήματος από τα έσοδα των δασμών, καθώς και την αποστολή επιταγών «μερίσματος δασμών» ύψους 2.000 δολαρίων στους Αμερικανούς πολίτες.

Η αντίδραση της κυβέρνησης

Πριν από την απόφαση, ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει για τις συνέπειες: «Αν το Ανώτατο Δικαστήριο αποφανθεί κατά των Ηνωμένων Πολιτειών σε αυτό το ζήτημα Εθνικής Ασφάλειας, ΤΗΝ ΒΑΨΑΜΕ!».

Παράλληλα, κορυφαία στελέχη, όπως ο Υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, εξέφραζαν την πεποίθηση ότι το δικαστήριο δεν θα ακύρωνε την εμβληματική οικονομική πολιτική του Προέδρου.

Η απόφαση αυτή αποτελεί πλέον ένα σοβαρό πλήγμα στη στρατηγική του Λευκού Οίκου, θέτοντας σε αμφισβήτηση τη μελλοντική χρηματοδότηση των κυβερνητικών προγραμμάτων.

Οι εναλλακτικές του Τραμπ

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαδτηρίου να ακυρώσει τους δασμούς που επιβλήθηκαν με επίκληση του νόμου IEEPA αναδιαμορφώνει το εμπορικό πεδίο για τον Ντόναλντ Τραμπ και περιορίζει σημαντικά τα άμεσα εργαλεία του Λευκού Οίκου. Παρότι η κυβέρνηση έχει διαμηνύσει ότι θα αντικαταστήσει οποιονδήποτε δασμό κριθεί παράνομος με νέους φόρους εισαγωγών βάσει άλλων νομικών διατάξεων, οι εναλλακτικές επιλογές είναι σαφώς πιο δεσμευτικές και λιγότερο ευέλικτες.

Ο Τραμπ είχε στηριχθεί εκτενώς στον νόμο IEEPA, ο οποίος αφορά την αντιμετώπιση διεθνών οικονομικών εκτάκτων αναγκών, παρότι δεν προβλέπει ρητά εξουσία επιβολής φόρων. Η δικαστική απόφαση έρχεται να θέσει σαφή όρια στη διασταλτική ερμηνεία των προεδρικών αρμοδιοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι, αν επιθυμεί να συνεχίσει την επιθετική εμπορική στρατηγική του, θα πρέπει να κινηθεί μέσα σε αυστηρότερα νομικά πλαίσια.

Μία από τις διαθέσιμες επιλογές είναι το Άρθρο 122 του Trade Act του 1974, το οποίο επιτρέπει την επιβολή δασμών για την αντιμετώπιση εμπορικών ελλειμμάτων. Ωστόσο, οι δασμοί αυτοί δεν μπορούν να ξεπεράσουν το 15% και ισχύουν για περιορισμένο χρονικό διάστημα, έως 150 ημέρες. Πρόκειται για εργαλείο προσωρινού χαρακτήρα, που δεν προσφέρεται για μακροχρόνια ή ευρείας κλίμακας εμπορική αντιπαράθεση.

Αντίστοιχα, το Άρθρο 301 του ίδιου νόμου ή το Άρθρο 232 του Trade Expansion Act του 1962 παρέχουν δυνατότητα επιβολής δασμών, αλλά μόνο κατόπιν συγκεκριμένης διαδικασίας διερεύνησης. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται έρευνα από τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο των ΗΠΑ, ενώ στη δεύτερη από το Υπουργείο Εμπορίου, με επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας. Οι διαδικασίες αυτές είναι χρονοβόρες και βασίζονται σε τεκμηρίωση, περιορίζοντας την ευχέρεια άμεσων και πολιτικά στοχευμένων κινήσεων.

Κατά την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ είχε αξιοποιήσει εκτενώς τα Άρθρα 232 και 301, ιδίως έναντι της Κίνας και σε τομείς όπως ο χάλυβας και το αλουμίνιο. Ωστόσο, τα εργαλεία αυτά δεν επιτρέπουν την επιβολή αυθαίρετων δασμών υψηλού ύψους σε χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν εμπορικό έλλειμμα ή ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Με άλλα λόγια, η δυνατότητα χρήσης των δασμών ως άμεσου πολιτικού μοχλού πίεσης περιορίζεται.

Οι εσωτερικές πιέσεις

Την ίδια στιγμή, ο Λευκός Οίκος βρίσκεται αντιμέτωπος με εσωτερικές πιέσεις γύρω από το ζήτημα της «ακρίβειας». Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η οικονομική αξιολόγηση του προέδρου παραμένει χαμηλή, ενώ η ίδια η κυβέρνηση έχει, σιωπηρά έστω, αναγνωρίσει ότι οι δασμοί δεν έχουν συμβάλει στη μείωση του κόστους ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο διάστημα ανεστάλησαν ή καθυστέρησαν δασμοί σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, όπως ο καφές, οι μπανάνες και τα έπιπλα, προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω επιβάρυνση των καταναλωτών.

Παρά τις πιέσεις, ο Τραμπ εξακολουθεί να θεωρεί τους δασμούς βασικό διαπραγματευτικό εργαλείο. Σε ομιλία του στο World Economic Forum στο Νταβός, επανέλαβε ότι ο πρόεδρος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να «κάνει συμφωνίες» αξιοποιώντας την απειλή ή την επιβολή δασμών. Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στη λογική της σκληρής διαπραγμάτευσης, με στόχο την αποκόμιση πολιτικών ή οικονομικών ανταλλαγμάτων.

Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν την υπόσχεση περί αναβίωσης της αμερικανικής μεταποίησης. Παρά τους υψηλότερους δασμούς των τελευταίων δεκαετιών, η βιομηχανική δραστηριότητα παραμένει υποτονική, ενώ το 2025 χάθηκαν περισσότερες από 100.000 θέσεις εργασίας στον κλάδο. Πολλοί διαχειριστές εργοστασίων επισημαίνουν ότι η αύξηση του κόστους εισαγόμενων εξαρτημάτων λειτουργεί επιβαρυντικά για την παραγωγή, περιορίζοντας τα περιθώρια ανάπτυξης.

Το επόμενο βήμα του Λευκού Οίκου θα κριθεί από τη στάθμιση δύο παραγόντων: της πολιτικής ανάγκης για δυναμική εμπορική παρουσία και της οικονομικής πραγματικότητας που επιβάλλει προσοχή λόγω κόστους ζωής και επιβράδυνσης της μεταποίησης. Οι εναλλακτικές νομικές οδοί υπάρχουν, αλλά δεν προσφέρουν την ίδια ταχύτητα και ευελιξία. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, συνεπώς, δεν ακυρώνει απλώς μια δασμολογική πολιτική, αλλά περιορίζει το εύρος των προεδρικών κινήσεων σε ένα πεδίο όπου η πολιτική βούληση συναντά πλέον πιο αυστηρά θεσμικά όρια.