Τραμπ: Mπορεί να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ;

Δεν είναι σαφές αν ο Τραμπ θα μπορούσε μονομερώς να εγκαταλείψει τη συμμαχία, που συμπληρώνει 77 χρόνια ύπαρξης

Ντόναλντ Τραμπ στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Χάγη © EPA/Robin van Lonkhuijsen

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απείλησε σήμερα να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από το ΝΑΤΟ λόγω της άρνησης των ευρωπαϊκών χωρών να στείλουν πλοία για να άρουν τον αποκλεισμό στο Στενό του Χορμούζ, στο Ιράν, εντείνοντας τη ρητορική του κατά της στρατιωτικής συμμαχίας.

Δεν είναι σαφές αν ο Τραμπ θα μπορούσε μονομερώς να εγκαταλείψει τη συμμαχία, που συμπληρώνει 77 χρόνια ύπαρξης, παρόλο που συχνά λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις χωρίς να ζητά την έγκριση του Κογκρέσου. Ορισμένες από αυτές μπλοκάρονται στη συνέχεια από τα αμερικανικά δικαστήρια.

Τι λέει το Σύνταγμα των ΗΠΑ

Το Σύνταγμα ορίζει ότι ο πρόεδρος έχει την εξουσία να συνάπτει συνθήκες με τη συμβουλή και τη συγκατάθεση της Γερουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι συμφωνούν τα δύο τρίτα των 100 μελών της. Ωστόσο, δεν υπάρχει κάποια πρόβλεψη όσον αφορά την απόσυρση από μια συνθήκη.

Τι ορίζει η Συνθήκη του ΝΑΤΟ

Το ΝΑΤΟ, το οποίο περιλαμβάνει ευρωπαϊκές χώρες, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, ιδρύθηκε το 1949 με σκοπό την αντιμετώπιση του κινδύνου σοβιετικής επίθεσης και έκτοτε αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ασφάλειας της Δύσης.

Το Άρθρο 13 της Συνθήκης του 1949 ορίζει ότι οποιοδήποτε μέρος μπορεί να αποχωρήσει αφού προειδοποιήσει έναν χρόνο νωρίτερα την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία στη συνέχεια θα ενημερώσει τις άλλες κυβερνήσεις. Μέχρι σήμερα, κανένα μέλος του ΝΑΤΟ δεν έχει αποσυρθεί από τη συμμαχία.

Τι λέει η αμερικανική νομοθεσία

Το 2023, το Κογκρέσο ψήφισε έναν νόμο –και ο τότε πρόεδρος Τζο Μπάιντεν τον υπέγραψε– που απαγορεύει σε οποιονδήποτε πρόεδρο των ΗΠΑ να αναστείλει, να τερματίσει, να καταγγείλει ή να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από την ιδρυτική συνθήκη του ΝΑΤΟ, εκτός και αν έχει την έγκριση των δύο τρίτων της Γερουσίας.

Ο νόμος εισήχθη ως τροπολογία στον ετήσιο Νόμο περί Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας (NDAA) του 2024, που καθορίζει την πολιτική του Πενταγώνου.

Οι κύριοι εισηγητές της τροπολογίας ήταν ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τιμ Κέιν από τη Βιρτζίνια και ο τότε Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής και νυν υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο από τη Φλόριντα. Η τροπολογία αναφέρει επίσης ότι δεν επιτρέπεται να δαπανηθούν αμερικανικά κονδύλια για την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ.

Ο Ρούμπιο, ο οποίος είναι ταυτόχρονα και Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ, δήλωσε χθες ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να επανεξετάσει τις σχέσεις της με το ΝΑΤΟ μετά τον πόλεμο στο Ιράν, ο οποίος ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Τι λέει ο Τραμπ

Ο Τραμπ έχει από καιρό μια συγκρουσιακή σχέση με το ΝΑΤΟ. Έχει αφήσει και στο παρελθόν να εννοηθεί η προοπτική αποχώρησης, εγείροντας ερωτήματα σχετικά με τη δέσμευση των ΗΠΑ στη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του Άρθρου 5.

Έχει επίσης πιέσει τους συμμάχους να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες. Ο πόλεμος στο Ιράν απλώς επιδείνωσε αυτές τις εντάσεις, σε μια εποχή που η συμμαχία προσπαθεί επίσης να ενισχύσει την υποστήριξη προς την Ουκρανία.

Ο Τραμπ ασκεί δριμεία κριτική στο ΝΑΤΟ εδώ και χρόνια. Το 2020, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, ο νομικός σύμβουλος του υπουργείου Δικαιοσύνης εξέδωσε γνωμοδότηση αναφέροντας ότι ο πρόεδρος –και όχι το Κογκρέσο– έχει την αποκλειστική εξουσία να αποσύρεται από συνθήκες.

Μια έκθεση της Υπηρεσίας Ερευνών του Κογκρέσου τον περασμένο Φεβρουάριο ανέφερε ότι, εάν το ζήτημα αποχώρησης των ΗΠΑ έφτανε στο δικαστήριο, η εκτελεστική εξουσία θα μπορούσε να επικαλεστεί αυτή τη γνωμοδότηση και να ισχυριστεί ότι η τροπολογία του NDAA είναι αντισυνταγματική.

Ο Τραμπ δήλωσε, σε συνέντευξή του στο Reuters σήμερα, ότι στο διάγγελμά του προς το έθνος θα αναφέρει ότι εξετάζει το ενδεχόμενο αποχώρησης από τη συμμαχία.

Λίγες ώρες νωρίτερα, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ αρνήθηκε να επαναβεβαιώσει τη δέσμευση των ΗΠΑ στη συλλογική άμυνα του ΝΑΤΟ. Κατά τους εμπειρογνώμονες, το βασικό πρόβλημα είναι αυτή η έλλειψη δέσμευσης.

«Εάν ο πρόεδρος και ο στρατός δεν είναι δεσμευμένοι στο ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τότε δεν νομίζω ότι το Κογκρέσο μπορεί να κάνει πολλά για να το σταματήσει αυτό», δήλωσε ο Μαξ Μπέργκμαν, πρώην στέλεχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Το εμπόδιο Ρούμπιο

Η απειλή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ ως αντίποινα για την αποτυχία της Συμμαχίας να βοηθήσει στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, αντιμετωπίζει ένα σημαντικό εμπόδιο – ένα εμπόδιο που προέρχεται από τον ίδιο του τον υπουργό Εξωτερικών, τον Μάρκο Ρούμπιο.

Σύμφωνα με το Bloomberg, ο Ρούμπιο, ως Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Φλόριντα, είχε υποστηρίξει μια διακομματική νομοθεσία που απαγορεύει στους προέδρους να αποσύρουν μονομερώς τις ΗΠΑ από την αμυντική συμμαχία χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου.

Το μέτρο αυτό, το οποίο υποστήριξε και ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τιμ Κέιν από τη Βιρτζίνια, συμπεριλήφθηκε στον Νόμο περί Εθνικής Άμυνας του 2024 (NDAA), ο οποίος αποτελεί πλέον νόμο του κράτους.

Τώρα, ως ο κορυφαίος διπλωμάτης του Τραμπ, ο Ρούμπιο έχει μετατραπεί από ένθερμος υποστηρικτής του ΝΑΤΟ στο Καπιτώλιο, σε κάποιον που στέκεται στο πλευρό του προέδρου όταν εκείνος επιτίθεται στη Συμμαχία.

Ο Ρούμπιο κάλεσε πρόσφατα τις ΗΠΑ να επανεξετάσουν τη σχέση τους με τον ΝΑΤΟ, ορόσημο της συλλογικής ασφάλειας της μεταπολεμικής εποχής, στον απόηχο του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν.

«Νομίζω ότι δεν υπάρχει αμφιβολία, δυστυχώς, ότι μετά την ολοκλήρωση αυτής της σύγκρουσης, θα πρέπει να επανεξετάσουμε αυτή τη σχέση», δήλωσε ο Ρούμπιο σε συνέντευξή του στο Fox News την Τρίτη. «Θα πρέπει να επανεξετάσουμε την αξία του ΝΑΤΟ και αυτής της συμμαχίας για τη χώρα μας».

Τι είναι πιθανό να συμβεί

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ο αρχηγός κράτους έχει γενικά την εξουσία να αποσυρθεί από μια συνθήκη, εάν η συνθήκη επιτρέπει την αποχώρηση και η χώρα τηρεί τη διαδικασία αποχώρησης.

Η νομοθεσία των ΗΠΑ είναι λιγότερο σαφής, αν και οι πρόεδροι έχουν αποσυρθεί από αρκετές συνθήκες χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, συμπεριλαμβανομένης της αποχώρησης από τη συνθήκη «Ανοικτοί Ουρανοί» που αποφάσισε ο Τραμπ το 2020.

Εάν το θέμα φτάσει στα δικαστήρια, η απόφαση του Τραμπ θα είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί. Ένα πρώτο πρόβλημα είναι να καθοριστεί ποιος έχει έννομο συμφέρον (και επομένως και δικαίωμα) να προσφύγει για να προσβάλει την αποχώρηση.

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, στο οποίο είναι βέβαιο ότι θα κατέληγε μια τέτοια δικαστική διαμάχη, δεν έχει εκδικάσει ποτέ επί της ουσίας υπόθεση απόσυρσης από συνθήκη.