Ποιες χώρες της Ευρώπης ξεμένουν από νερό: Στις πρώτες θέσεις η Ελλάδα

Η λειψυδρία παύει να είναι ένα εποχικό περιβαλλοντικό πρόβλημα και εξελίσσεται σε ζήτημα οικονομικής ανθεκτικότητας για την Ευρώπη

Η λειψυδρία απειλεί την Ευρώπη © Pexels

Η έλλειψη νερού έχει πάψει να είναι ένα εποχικό περιβαλλοντικό πρόβλημα και εξελίσσεται σε ζήτημα οικονομικής ανθεκτικότητας για την Ευρώπη, με ιδιαίτερη πίεση στις χώρες του Νότου. Η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες όπως το πρόσφατο και ολέθριο κύμα καύσωνα, η τουριστική ζήτηση και τα γερασμένα δίκτυα ύδρευσης δοκιμάζουν όλο και περισσότερο τις αντοχές των υποδομών.

Η εικόνα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνει, με μια πρώτη ματιά, ελεγχόμενη καθώς το συνολικό ποσοστό χρήσης των αποθεμάτων γλυκού νερού στην ΕΕ διαμορφώνεται στο 5,8%, αν συνυπολογιστούν πηγές όπως παγετώνες, υπόγεια ύδατα, ποτάμια και λίμνες. Ωστόσο, ο μέσος όρος κρύβει μεγάλες αποκλίσεις σύμφωνα με το Euronews και τα επίσημα στοιχεία που συγκέντρωσε  . Στην πράξη, οι χώρες της Μεσογείου και της νοτιοανατολικής Ευρώπης μπαίνουν στο καλοκαίρι με πολύ μικρότερα περιθώρια ασφάλειας.

Κύπρος και Ελλάδα στο «κόκκινο»

Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Κύπρου. Η χώρα έχει ήδη χρησιμοποιήσει το 72% των αποθεμάτων γλυκού νερού της, ενώ κατά τη θερινή περίοδο η κατανάλωση φτάνει στο 92%. Το μέγεθος της πίεσης γίνεται ακόμη πιο σαφές αν ληφθεί υπόψη ότι μια χώρα θεωρείται πως βρίσκεται σε ζώνη υδατικού στρες όταν χρησιμοποιεί το 20% των διαθέσιμων υδάτινων πόρων της.

Η Λευκωσία έχει ήδη καλέσει τους πολίτες να περιορίσουν κατά 10% την ημερήσια κατανάλωση νερού, ενώ επιταχύνει την εγκατάσταση μονάδων αφαλάτωσης για την κάλυψη των αναγκών σε πόσιμο νερό. Η επιλογή αυτή δείχνει και το νέο οικονομικό βάρος της κλιματικής προσαρμογής καθώς οι χώρες που πιέζονται περισσότερο δεν καλούνται απλώς να εξοικονομήσουν νερό, αλλά να χρηματοδοτήσουν νέες υποδομές, πιο ανθεκτικά δίκτυα και πρόσθετες μονάδες παραγωγής πόσιμου νερού.

Μετά την Κύπρο, υψηλή πίεση καταγράφεται και στη Μάλτα, όπου η ετήσια χρήση νερού φτάνει το 33%, αλλά το καλοκαίρι ανεβαίνει στο 67%. Στην ίδια ζώνη ανησυχίας βρίσκεται και η Ελλάδα, με θερινό επίπεδο εκμετάλλευσης υδάτινων πόρων 37%. Ακολουθούν η Ρουμανία με 34%, η Πορτογαλία με 31%, η Ιταλία με 27% και η Ισπανία με 26,5%.

Γιατί η λειψυδρία αποτελεί οικονομικό ζήτημα

Για την Ελλάδα, το πρόβλημα της λειψυδρίας έχει διπλή διάσταση. Από τη μία οι υψηλές θερμοκρασίες και οι περίοδοι ξηρασίας αυξάνουν τη ζήτηση για νερό. Από την άλλη, η αιχμή του καλοκαιριού συμπίπτει με την κορύφωση της τουριστικής περιόδου, όταν νησιά και δημοφιλείς προορισμοί καλούνται να εξυπηρετήσουν πολλαπλάσιο πληθυσμό σε σχέση με τους μόνιμους κατοίκους τους. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη πίεση σε δεξαμενές, δίκτυα, γεωτρήσεις, μονάδες αφαλάτωσης και τοπικούς φορείς ύδρευσης.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στην ποσότητα. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος προειδοποιεί ότι η κλιματική αλλαγή και τα επεισόδια ξηρασίας θα εντείνουν τη συχνότητα, την ένταση και τις επιπτώσεις των ελλείψεων νερού τουλάχιστον έως το 2030. Παράλληλα, περίπου ένας στους δέκα πολίτες της ΕΕ αντιμετωπίζει δυσκολία πρόσβασης σε επαρκές, ασφαλές και καθαρό νερό.

Και σε αυτόν τον δείκτη η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται ψηλά. Στην Κύπρο το ποσοστό όσων αντιμετωπίζουν πρόβλημα πρόσβασης σε καθαρό νερό φτάνει το 36,5%, ενώ στην Ελλάδα ανέρχεται στο 31,5%. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κρίση του νερού δεν είναι μόνο θέμα κλιματικών συνθηκών. Είναι και θέμα επενδύσεων, συντήρησης δικτύων, απωλειών, διαχείρισης και σχεδιασμού.

Συμπερασματικά, για τις οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου το νερό μετατρέπεται σε κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας. Ο τουρισμός, η αγροτική παραγωγή, η βιομηχανία τροφίμων, η ενέργεια και η καθημερινή λειτουργία των πόλεων εξαρτώνται από την ασφάλεια της υδροδότησης. Όσο τα καλοκαίρια γίνονται πιο θερμά και πιο ξηρά, τόσο η λειψυδρία θα περνά από το πεδίο της περιβαλλοντικής πολιτικής στον σκληρό πυρήνα της οικονομίας και των επενδύσεων.