Γερμανία: Οι 6 νέες κάλπες του 2027 θα κρίνουν την επόμενη ημέρα σε κυβέρνηση και οικονομία

Η κρίσιμη Προεδρική εκλογή του Ιανουαρίου, οι 4 τοπικές εκλογές στη δυτική Γερμανία και το συνέδριο του CDU τον Νοέμβριο του 2027

O καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς στο γερμανικό κοινοβούλιο / Πηγή: bundeskanzler.de

Στρωμένος με 6 κάλπες είναι ο ήδη πολιτικά λεηλατημένος δρόμος της κυβέρνησης του (πρώην) μεγάλου συνασπισμού στη Γερμανία, υπό τον καγκελάριο, Φρίντριχ Μερτς.

Μετά την «καταστροφή», όπως ο ίδιος ο Μερτς χαρακτήρισε το αποτέλεσμα των εκλογών στο κρατίδιο του Μαγδεμβούργου – Πομερανίας, καθώς όχι μόνο τερμάτισε πρώτο το ακροδεξιό κόμμα της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (Αlternative fuer Deutschland, AfD) αλλά έμεινε εκτός τοπικής Βουλής το δικό του κόμμα (CDU), θα περάσει από 6 νέες εκλογικές αναμετρήσεις το 2027.

Πρώτα πρώτα, στις 30 Ιανουαρίου του 2027, η ομοσπονδιακή Βουλή (Bundestag), θα πρέπει να εκλέξει νέο Πρόεδρο της Γερμανικής Δημοκρατίας.

Η αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με τους ψήφους του CDU και του SPD, θεωρείται δεδομένη μεν, πλην, όμως, υπό τις συνθήκες της σοβαρότερης πολιτικής κρίσης στην Γερμανία από τον καιρό της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» (1919-1933), το πρόσωπο που θα επιλεγεί από τους κυβερνητικούς συνεταίρους θα πρέπει να έχει κάτι περισσότερο από τη μέχρι πριν από τις τελευταίες κάλπες στο Μαγδεμβούργο-Πομερανία και τη Σαξονία – Ανχαλτ κοινώς νοούμενη πολιτική βαρύτητα.

Μέχρι την εκλογή του νέου Ομοσπονδιακού Προέδρου από μία Βουλή, όπου τα δυο συγκυβερνώντα κόμματα (CDU – SPD) συγκεντρώνουν δημοσκοπικά μόλις το 33% της υποστήριξης γερμανικής κοινής γνώμης και το ακροδεξιό AfD έχει κατακτήσει από τον… Απρίλιο του 2026 την πρωτιά – φτάνοντας τελευταία στο κατώφλι του 30% (INSA, 20.09.26), το βασικό σενάριο προβλέπει τον σχηματισμό μονοκομματικής κυβέρνησης υπό το AfD στην Σαξονία – Άνχαλτ (όπου η ακροδεξιά θριάμβευσε με 43,8% υπό την ψήφο ανοχής του κόμματος της πρώην αριστερής Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW).

Oι επόμενες τοπικές εκλογές στη δυτική Γερμανία

Aμέσως μετά την εκλογή του νέου Προέδρου της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας είναι προγραμματισμένες άλλες τοπικές εκλογικές μάχες:

  • 18 Απριλίου 2027: Εκλογές στο κρατίδιο του Σάαρ
  • 18 Απριλίου 2027: Εκλογές στο κρατίδιο του Σλέσβιχ Χόλσταϊν
  • 25 Απριλίου 2027: Εκλογές στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας
  • 26 Σεπτεμβρίου 2027: Εκλογές στο κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας

Όλα τα παραπάνω κρατίδια βρίσκονται στην δυτική Γερμανία, και σε όλες τις παραπάνω εκλογές κρατιδίων το AfD, σύμφωνα τουλάχιστον με τις μέχρι πρότινος (οι οποίες όμως διεξήχθησαν πριν από τις σαρωτικές κάλπες στα δύο ανατολικογερμανικά κρατίδια) δημοσκοπήσεις, διεκδικεί καθαρά -το λιγότερο- τη 2η θέση.

  • Στο μικρό δυτικο – γερμανικό κρατίδιο του Σάαρ, το AfD «έτρεχε» με ποσοστό 23% (έναντι 21% στις ομοσπονδιακές του 2025) έναντι 25% που είχε το CDU. Αν το AfD ξεπεράσει το CDU στο Σάαρ, τότε αυτό θα είναι το πρώτο δυτικογερμανικό κρατίδιο που  θα εκλέξει πρώτη την ακροδεξιά, διευρύνοντας αποφασιστικά πλέον το κύμα ανόδου της και στη δυτική Γερμανία (αφού έχει αλώσει ήδη από το 2025 την ανατολική Γερμανία).
  • Στο βορειογερμανικό κρατίδιο του Σλέσβιχ Χόλσταϊν, το AfD βρίσκοταν στο 18% (έναντι 16,1%) ενώ το CDU προπορευόταν με 27%.
  • Στο δυτικογερμανικό γιγάντιο (σε πληθυσμό αλλά και σε οικονομική σημασία) κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, το AfD ήταν στο 17% (έναντι 16,4%) έναντι 32% που είχε το CDU.
  • Στο κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας (βόρεια Γερμανία) το AfD κονταροχτυπιόταν με το CDU για τη δεύτερη θέση (μεταξύ 21%-22% έναντι 17,6% το 2025) σε απόσταση αναπνοής από το προπορευόμενο SPD.

Εσωκομματικές κάλπες στο CDU

Φυσικά, μέχρι τις παραπάνω τοπικές κάλπες, περιμένει τον καγκελάριο Μερτς και την κυβέρνηση του εξαιρετικά «πυκνός» πολιτικός χρόνος.

Ο ίδιος απέκλεισε, αφού έκλεισαν με καταστροφικό τρόπο για το κόμμα οι κάλπες στο Μαγδεμβούργο – Πομερανία, το ενδεχόμενο να παραιτηθεί από την καγκελαρία και την προεδρία του CDU.

Ωστόσο, αν και προς το παρόν έχει απομακρυνθεί μία τέτοια περίπτωση (καθώς θα προκαλούνταν ανεξέλεγκτη αναταραχή στις ήδη… διαταραγμένες ευρωπαϊκές αγορές κρατικών ομολόγων), δεν υπάρχει κανένα απολύτως θεσμικό εμπόδιο να παραιτηθεί ο Μερτς και από τις δύο θέσεις.

Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορούσε να εκλέξει αμέσως μετά κάποιον άλλον βουλευτή του CDU καγκελάριο, ακόμα και αν αυτός δεν έχει εκλεγεί πρόεδρος του CDU.

Κατά τα άλλα, το επόμενο (39ο) ετήσιο πανεθνικό συνέδριο του CDU είναι προγραμματισμένο για τις 18-20 Νοεμβρίου 2027 (Φρανκφούρτη), δηλαδή ύστερα από πάνω από έναν χρόνο από σήμερα και αφού έχουν προηγηθεί οι 4 προαναφερθείσες τοπικές κάλπες.

Αυτό σημαίνει πως το ανώτερο χρονικό όριο παραμονής του Μερτς στην προεδρία του CDU και στην Καγκελαρία της Γερμανίας είναι το τέλος Νοεμβρίου 2027, καθώς το αργότερο έως τότε θα πρέπει να ανανεώσει (ή όχι) την εσωκομματική εμπιστοσύνη στην ηγεσία του CDU και κατ΄ επέκταση της Γερμανίας.

Σε περίπτωση που δεν την ανανεώσει, ο νέος πρόεδρος του CDU προφανώς θα αναλάβει την καγκελαρία, επιχειρώντας να διορθώσει την «καταστροφική» πορεία του κόμματός του μέχρι τις επόμενες Ομοσπονδιακές Εκλογές, οι οποίες είναι προγραμματισμένες για τον Μάρτιο του 2029.

Αυτονόητα, ουδείς μπορεί να βάλει το χέρι του στη… φωτιά για το αν θα φτάσει η παρούσα, υπό κατάρρευση κυβέρνηση CDU – SPD, η οποία η ίδια προέκυψε από πρόωρες εκλογές (για πρώτη φορά μεταπολεμικά) το 2025, έως το πολύ μακρινό 2029, ειδικά καθώς αναμένεται ένας πανάκριβος, από τη σκοπιά των ενεργειακών τιμών, χειμώνας (και) για τη Γερμανία.

Ελπίδες στη φθορά της άσκησης της πολιτικής εξουσίας

Η μόνη -και ενδεχομένως τελευταία- «ελπίδα» των κυβερνώντων στη Γερμανία είναι πως εφόσον σχηματιστεί τοπική κυβέρνηση στη Σαξονία – Άνχαλτ υπό το AfD μέχρι το τέλος του χρόνου (όπως δήλωσε ο τοπικός ηγέτης του Oύλριχ Σίγκμουντ (Ulrich Siegmund), δεν θα αντέξει πολιτικά.

Δηλαδή, θα το φθείρει η άσκηση της πολιτικής εξουσίας, ειδικά καθώς το οικονομικό πρόγραμμα του εκτιμάται από οικονομικούς αναλυτές ως «μη εφαρμόσιμο».

Σημειώνεται πως το ομοσπονδιακό σύστημα της Γερμανίας παρέχει αυξημένες αρμοδιότητες στις κυβερνήσεις των 16 κρατιδίων της χώρας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μελέτη την οποία δημοσιοποίησε το εξειδικευμένο σε ανατολικογερμανικά οικονομικά θέματα Iνστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (Leibniz-Institut für Wirtschaftsforschung Halle, IWH), έναν μήνα πριν από τις τοπικές εκλογές στη Σαξονία – Άνχαλτ, ο προϋπολογισμός μιας πιθανής κυβέρνησης μόνο από το AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ θα είχε «τρύπα» τουλάχιστον 2,2 δισεκατομμύρια ευρώ. Αν επαληθευθεί αυτή η πρόβλεψη, τότε η «τρύπα» αυτή δεν θα αφορά μόνο τη Σαξονία – Άνχαλτ, αλλά και τον προϋπολογισμό της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, και αυτό την ώρα που μετά τη συνταγματική χαλάρωση του φρένου χρέους (όχι μόνο για το κεντρικό κράτος, αλλά και τα κρατίδια) έχει αρχίσει το «ξεχείλωμα» της πάλαι ποτέ κραταιάς «πρώσικης» δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Το κόμμα υπόσχεται να εισαγάγει εκτεταμένες νέες υπηρεσίες, να μειώσει τους φόρους και να μην αναλαμβάνει νέο χρέος, αναφέρει η ίδια μελέτη.

Πρόκειται για έναν συντηρητικό υπολογισμό, αναφέρεται στην εισαγωγή της εν λόγω μελέτης. Το IWH ποσοτικοποίησε μόνο παράγοντες που μπορούν να τεκμηριωθούν, για παράδειγμα, με εκτιμήσεις προϋπολογισμού, στατιστικά στοιχεία ή πληροφορίες από το προεκλογικό μανιφέστο του AfD.

Από τα 136 μέτρα που σχετίζονται με το κόστος στο μανιφέστο, τα 28 μπορούν να τεκμηριωθούν με επίσημες πηγές.

Αυτά κοστίζουν περίπου 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Επιπλέον, υπάρχουν τα 877 εκατομμύρια ευρώ σε ετήσιο νέο χρέος που έχουν ήδη προϋπολογιστεί στον κρατικό προϋπολογισμό. Η ποσοτικοποιήσιμη απαίτηση χρηματοδότησης είναι επομένως περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Αυτό αντισταθμίζεται, ακόμη και με μια γενναιόδωρη ερμηνεία, από επαληθεύσιμες εξοικονομήσεις περίπου 243 εκατομμυρίων ευρώ. Έτσι, καλύπτονται λιγότερο από δέκα λεπτά από κάθε ευρώ. Το κενό χρηματοδότησης ύψους τουλάχιστον 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ αντιστοιχεί σε περίπου το ένα τέταρτο των φορολογικών εσόδων του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ.

«Ακόμα και εν μέρει, το προεκλογικό μανιφέστο του AfD δεν είναι οικονομικά βιώσιμο μεσοπρόθεσμα», λέει ο πρόεδρος του IWH, Reint Gropp.

Καμπανάκι Βundesbank για τα χρέη των Ομοσπονδιακών κρατιδίων

Σε προδημοσίευση της τελευταίας μηνιαίας έκθεσης της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας, Βundesbank, την επομένη των εκλογών στο Μεκλεμβούργο – Πομερανία, γίνεται ειδική αναφορά στη σχέση μεταξύ χρέους της κεντρικής κυβέρνησης και των ομοσπονδιακών κρατιδίων. Για την ακρίβεια αναφέρεται πως το χρέος των Περιφερειακών και Τοπικών Αρχών αποτελεί μέρος του Δημόσιου Χρέους.

Η σχετική ομάδα δημόσιων οφειλετών δεν περιορίζεται στην κεντρική κυβέρνηση. Οι τράπεζες έχουν τακτικά απαιτήσεις κατά υποεθνικών αρχών, όπως κρατιδίων, περιφερειών ή δήμων, καθώς και κατά άλλων δημόσιων φορέων, επισημαίνει η Bundesbank.

Yπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι απαιτήσεις κατά περιφερειακών και τοπικών αρχών μπορούν να αντιμετωπιστούν κανονιστικά όπως οι απαιτήσεις κατά της κεντρικής κυβέρνησης, τονίζει η Φρανκφούρτη.

Αυτό απαιτεί οι αρμόδιες υποεθνικές (σ.σ. Περιφερειακές, δημοτικές) αρχές να έχουν τις δικές τους εξουσίες επιβολής φόρων και να υπάρχουν θεσμικές διασφαλίσεις που μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο αθέτησης από εποπτική άποψη.

Στη Γερμανία, τα κρατίδια και οι δήμοι αποτελούν μέρος του δημόσιου τομέα και είναι ενσωματωμένα σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο σύστημα συνταγματικού, δημοσιονομικού και οικονομικού δικαίου.

Επιπλέον, η δημοτική αφερεγγυότητα αποκλείεται νομικά. Η οικονομική τους ικανότητα διασφαλίζεται από δημοτικά εποπτικά μέσα και ομοσπονδιακούς μηχανισμούς εξίσωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι απαιτήσεις κατά γερμανικών κρατιδίων και δήμων αντιμετωπίζονται γενικά με τον ίδιο τρόπο όπως οι απαιτήσεις κατά της κεντρικής κυβέρνησης για κανονιστικούς σκοπούς. Οι τράπεζες μπορούν επομένως, υπό τις σχετικές συνθήκες, να αποδώσουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0% σε τέτοιες απαιτήσεις στην τυποποιημένη προσέγγιση.

Ιδιαίτερα σε ομοσπονδιακά συστήματα όπως η Γερμανία, γίνεται σαφές ότι οι κρατικοί κίνδυνοι δεν προέρχονται αποκλειστικά από το επίπεδο της κεντρικής κυβέρνησης, αλλά μπορούν επίσης να προέρχονται από περιφερειακές και δημοτικές οντότητες και να επηρεάζουν τον τραπεζικό τομέα.

Οι απαιτήσεις κατά δήμων και κρατιδίων αποτελούν σημαντικό μέρος της έκθεσης των γερμανικών τραπεζών στους δημόσιους προϋπολογισμούς, σύμφωνα με την Bundesbnak. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε στενά αλληλένδετες επιπτώσεις:

  •  Η υψηλή συγκέντρωση απαιτήσεων κατά περιφερειακών και δημοτικών οντοτήτων αυξάνει την ευπάθεια των εμπλεκόμενων τραπεζών.
  • Ταυτόχρονα, εάν οι μεμονωμένες οντότητες αντιμετωπίζουν προβλήματα φερεγγυότητας, η πολιτική και θεσμική πίεση στο αντίστοιχο ανώτερο επίπεδο για παρέμβαση και σταθεροποίησή τους μπορεί να αυξηθεί.

Η σχέση μεταξύ κρατών και τραπεζών, τονίζει η Bundesbank, δεν θα πρέπει επομένως να νοείται αποκλειστικά ως σχέση μεταξύ τραπεζών και κεντρικής κυβέρνησης, αλλά στα ομοσπονδιακά συστήματα μπορεί να λειτουργήσει ως ένας πολυεπίπεδος σύνδεσμος μεταξύ τραπεζών, δήμων, κρατιδίων και κεντρικής κυβέρνησης.

Για πιθανές κανονιστικές προσαρμογές, τίθεται το θεμελιώδες ερώτημα σχετικά με το επίπεδο σε ποιο επίπεδο θα πρέπει να αξιολογούνται οι κρατικοί κίνδυνοι, αναφέρει η ίδια μελέτη.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη διευκρίνιση του ποιοι δημόσιοι οφειλέτες θεωρούνται συνδεδεμένοι δανειολήπτες ή μέρος μιας κοινής μονάδας κινδύνου βάσει της εποπτικής νομοθεσίας.

Μια ευρωπαϊκή σύγκριση αποκαλύπτει τις σημαντικές διαφορές στις εποπτικές ταξινομήσεις. Ενώ τα γερμανικά κρατίδια και οι δήμοι, καθώς και οι ισπανικές αυτόνομες κοινότητες, αντιμετωπίζονται σε μεγάλο βαθμό με τον ίδιο τρόπο όπως οι αντίστοιχες κεντρικές κυβερνήσεις τους για κανονιστικούς σκοπούς, αυτό δεν ισχύει γενικά για τις γαλλικές και ιταλικές τοπικές αρχές.

Παρά τις δικές τους εξουσίες επιβολής φόρων στη Γαλλία και τους συγκεκριμένους δημοτικούς φορολογικούς συντελεστές στην Ιταλία, υπόκεινται στους τακτικούς, αυστηρότερους συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τις τοπικές αρχές. Οι ετερογενείς κυβερνητικές δομές εντός της Ευρώπης περιπλέκουν επομένως μια ομοιόμορφη και συνεπή κανονιστική αντιμετώπιση των τραπεζικών απαιτήσεων έναντι περιφερειακών και δημοτικών δημόσιων οφειλετών, καταλήγει η Bundesbank.