Ο Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται αντιμέτωπος με τη σοβαρότερη πολιτική δοκιμασία από την ανάληψη της καγκελαρίας, καθώς το CDU καταγράφει βαριές απώλειες σε δύο κρατίδια, ενώ AfD και Αριστερά ενισχύονται, αποτυπώνοντας τη βαθιά μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού.
Τα αποτελέσματα των χθεσινών περιφερειακών εκλογών, προκαλούν σεισμό στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας με το CDU του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς να υφίσταται βαριές απώλειες.
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, στην ανατολική Γερμανία, η AfD κατέκτησε την πρώτη θέση με οριακή διαφορά από το SPD, ενώ το CDU κατέγραψε ιστορικά χαμηλή επίδοση και μένει εκτός της τοπικής Βουλής με 4,9%, κάτω από το όριο του 5%. «Πρόκειται για καταστροφή και το αποτέλεσμα δεν μπορεί να ωραιοποιηθεί», δήλωσε ο καγκελάριος και αρχηγός του CDU Φρίντριχ Μερτς. Στο Βερολίνο, όπου η Αριστερά επικράτησε για πρώτη φορά, το Die Linke αναδείχθηκε πρώτη δύναμη, αφήνοντας το CDU στη δεύτερη θέση.
Η διπλή κάλπη επιβεβαιώνει τη βαθιά αναδιάταξη του γερμανικού πολιτικού συστήματος, που για δεκαετίες στηριζόταν κυρίως στον ανταγωνισμό CDU και SPD. Η ενίσχυση της AfD, σε συνδυασμό με την άνοδο του Die Linke, περιορίζει τον χώρο των δύο παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας και αυξάνει την πολιτική πίεση στον Μερτς.
Για το CDU, οι επιδόσεις στα δύο κρατίδια αποτελούν τη χειρότερη εκλογική επίδοση στην ιστορία του από το 1949. Ιδιαίτερα στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το αποτέλεσμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η AfD αναδεικνύεται πρώτη δύναμη, χωρίς ωστόσο να διαθέτει κυβερνητικούς εταίρους λόγω του «τείχους προστασίας» που διατηρούν τα υπόλοιπα κόμματα απέναντί της.
Η AfD είναι πλέον πρώτη σε Θουριγγία, Σαξονία-Άνχαλτ και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, ενώ σε εθνικό επίπεδο κινείται κοντά στο 29%.
Η ηγεσία της AfD έχει χρησιμοποιήσει ναζιστικά συνθήματα και έχει υποβαθμίσει τη σημασία του Ολοκαυτώματος, ενώ οι γερμανικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν χαρακτηρίσει το κόμμα ως «ύποπτο για εξτρεμιστική δράση». Η άνοδός της συνδέεται με την οικονομική δυσαρέσκεια, τη μετανάστευση και τη διαχρονική απογοήτευση τμήματος της ανατολικής Γερμανίας.
“Συνέπειες” για τον καγκελάριο Μερτς ζήτησε η αρχηγός της AfD Αλίς Βάιντελ και τάχθηκε υπέρ συνασπισμών CDU-AfD σε ομοσπονδιακό και κρατιδιακό επίπεδο.
Ο ίδιος ο Μερτς χαρακτήρισε «καταστροφή» την επίδοση του CDU στο κρατίδιο, απορρίπτοντας ωστόσο κάθε ενδεχόμενο παραίτησής του. Αντίθετα, επέμεινε στην ανάγκη σταθερότητας, επιμονής και υπομονής για την προώθηση των κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων.
Η ανατροπή στο Βερολίνο αποτέλεσε, πάντως, πρόσθετο πλήγμα. Ο Μερτς χαρακτήρισε «αξιοπρεπές» το αποτέλεσμα του υποψηφίου του CDU, Στέφαν Έβερς, υποστηρίζοντας ότι ανέλαβε την εκλογική μάχη σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Στο Βερολίνο, το Die Linke πέτυχε ιστορική πρωτιά με περίπου 25%, διπλασιάζοντας την επίδοσή του από το 2023. Η άνοδος της Αριστεράς συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το ζήτημα της στέγασης. Το κόμμα έχει επικεντρώσει την εκστρατεία του στο υψηλό κόστος κατοικίας και την περιορισμένη προσφορά διαμερισμάτων, προτείνοντας τη μεταφορά περίπου 270.000 κατοικιών μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών σε δημόσια ιδιοκτησία.
Η Αριστερά μπορεί θεωρητικά να σχηματίσει κυβέρνηση με SPD και Πράσινους, όμως οι δύο εταίροι διαφωνούν με την πρότασή της για «κοινωνικοποίηση» περίπου 270.000 κατοικιών μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών.
Το διπλό εκλογικό αποτέλεσμα, ενισχύει τις πιέσεις προς τον καγκελάριο, καθώς η AfD κερδίζει έδαφος στα δεξιά, ενώ το Die Linke ανακτά δυναμική στα αστικά κέντρα. Για τον Μερτς, η πρόκληση πλέον δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση της AfD, αλλά η ανασύνταξη του CDU και η αποκατάσταση της πολιτικής απήχησης της κυβέρνησής του.

O Φρίντριχ Μερτς στο Βερολίνο ©ΑΠΕ
Ο Μερτς σε πολιτικό αδιέξοδο
Για τον Μερτς, η διπλή εκλογική ήττα έρχεται μόλις δύο εβδομάδες μετά τη βαριά απώλεια στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου η AfD έφτασε το 44%. Το πρόβλημα πλέον δεν είναι μόνο η ακροδεξιά, αλλά η αδυναμία του CDU να ανακτήσει πολιτική δυναμική.
Ο Μερτς παρενέβη ασυνήθιστα γρήγορα μετά το κλείσιμο της κάλπης, επιμένοντας στην ανάγκη εφαρμογής των κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων. Η κίνησή του ήρθε ενώ εντείνονται οι συζητήσεις για την πολιτική του θέση.
Γι’ αυτό και αναμασά το χαρτί της κριτικής των «δύο άκρων», αλλά πέφτει στο κενό αναδεικνύοντας την πολιτική αδυναμία του. Η εκλογική εικόνα αποκτά μεγαλύτερη σημασία λόγω της ήδη δύσκολης θέσης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Ο Μερτς αντιμετωπίζει χαμηλές δημοσκοπικές επιδόσεις και αυξανόμενη αμφισβήτηση, ενώ στο εσωτερικό του CDU έχει αρχίσει να συζητείται η ευθύνη του για την εκλογική ενίσχυση της AfD.
Το βασικό πολιτικό του στοίχημα είναι πλέον να αποδείξει ότι η κυβέρνησή του μπορεί να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα της χώρας και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Ο ίδιος επέμεινε, το βράδυ των εκλογών, ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει ούτε την καγκελαρία ούτε την ηγεσία του CDU.
Παρά τις πιέσεις, δεσμεύτηκε να προχωρήσει το φθινόπωρο σε πακέτο μεταρρυθμίσεων που θα καλύπτει τη φορολογία, την υγεία, τις συντάξεις και τη μείωση της γραφειοκρατίας. Υποστήριξε ότι η γερμανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με «βαθιές ανατροπές» και ότι απαιτούνται αποφασιστικές αλλαγές.
Το πρόβλημα για τον Μερτς είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές πρέπει να υλοποιηθούν σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου η κυβερνητική βάση εμφανίζεται αποδυναμωμένη. Παράλληλα, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν κατευθύνεται πλέον αποκλειστικά προς ένα πολιτικό στρατόπεδο.
Η AfD αντλεί ψήφους από την ανησυχία για τη μετανάστευση και την οικονομία, ενώ το Die Linke αξιοποιεί την πίεση από το κόστος ζωής και ιδιαίτερα τη στεγαστική κρίση. Το CDU καλείται συνεπώς να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα διαφορετικές μορφές πολιτικής αμφισβήτησης.
Το μεγάλο στοίχημα: Οικονομία και πολιτική επιβίωση
Ο Μερτς επιχείρησε να απαντήσει στην εκλογική πανωλεθρία με μήνυμα επιμονής, αμετανόητος. «Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να έρθουν», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται «σθένος, σταθερότητα και υπομονή».
Παράλληλα, συνέδεσε την οικονομική ανασυγκρότηση με την αντιμετώπιση της πολιτικής πόλωσης. Όπως είπε, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς μειώνεται και υπονομεύεται από ριζοσπαστικές δυνάμεις τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά.
Η πολιτική πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι ο καγκελάριος εισέρχεται σε μια εξαιρετικά απαιτητική φάση. Πρέπει να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις που μπορεί να προκαλέσουν αντιδράσεις, να διαχειριστεί μια οικονομία υπό πίεση και ταυτόχρονα να ανακόψει την εκλογική φθορά του CDU.
Οι τελευταίες κάλπες δείχνουν ότι η πολιτική σκηνή της Γερμανίας μεταβάλλεται ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία κατευθύνσεις. Η AfD εδραιώνεται ως ισχυρή δύναμη στην ανατολή, η Αριστερά ανακτά δυναμική στην πρωτεύουσα και το CDU του Μερτς δυσκολεύεται να εμφανιστεί ως ο πόλος σταθερότητας που επιδιώκει.
Ο καγκελάριος δήλωσε ότι θα παραμείνει στη θέση του. Το επόμενο διάστημα, όμως, θα κριθεί όχι μόνο από το κατά πόσο θα μπορέσει να υλοποιήσει το οικονομικό του πρόγραμμα, αλλά και από το αν το CDU μπορεί να ανακτήσει πολιτικό χώρο σε μια Γερμανία όπου η παραδοσιακή κομματική ισορροπία βρίσκεται υπό έντονη πίεση.
Τα αποτελέσματα δεν αποτελούν άμεσο δημοψήφισμα για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, λένε αναλυτές της ING. Αντανακλούν, όμως, τη χαμηλή δημοτικότητα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και του ίδιου του Μερτς. Το CDU βρίσκεται πλέον μπροστά σε εντονότερη εσωκομματική συζήτηση για τον τρόπο αντιμετώπισης της AfD, ενώ η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η πολιτική της απήχηση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την επιστροφή της γερμανικής οικονομίας σε ισχυρότερη ανάπτυξη.
Παράλληλα, το SPD ενδέχεται να πιέσει για αλλαγές στο μεταρρυθμιστικό πακέτο, ιδιαίτερα στο συνταξιοδοτικό, επιδιώκοντας να ανακτήσει ψηφοφόρους μετακινούμενο προς τα αριστερά.
Η εικόνα που προκύπτει είναι μιας ολοένα πιο κατακερματισμένης Γερμανίας: η AfD κερδίζει στα δεξιά, η Αριστερά στο Βερολίνο και το CDU του Μερτς δυσκολεύεται να βρει χώρο στο κέντρο, σύμφωνα με την ING. Η πολυετής οικονομική στασιμότητα συνέβαλε στον κατακερματισμό του πολιτικού σκηνικού. Και πλέον, ο ίδιος ο κατακερματισμός καθιστά ακόμη δυσκολότερη την υπέρβαση της οικονομικής στασιμότητας.
Η νέα εκλογική ενίσχυση της AfD στη Γερμανία, μετά τη Σαξονία-Άνχαλτ, αποκτά πλέον σαφείς ευρωπαϊκές διαστάσεις. Ο Μερτς πιέζεται στο εσωτερικό, ενώ στη Γαλλία η ακροδεξιά ενισχύεται ενόψει του 2027, δοκιμάζοντας τον γαλλογερμανικό άξονα.

Μαρίν Λεπέν, Ζαν-Λυκ Μελανσόν, Εμμανουέλ Μακρόν © EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON / YARA NARDI / PowerGame.gr
Η Γαλλία είναι το επόμενο μεγάλο τεστ
Η γερμανική εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών την άνοιξη του 2027, κοντά στις εκλογές στην Ελλάδα. Η Μαρίν Λεπέν και ο Εθνικός Συναγερμός εμφανίζονται ισχυροί στις δημοσκοπήσεις, ενώ η πολιτική αντιπαράθεση στη Γαλλία περιστρέφεται γύρω από την οικονομία, το κόστος ζωής, τη μετανάστευση και το υψηλό δημόσιο χρέος.
Παράλληλα, ο ηγέτης της ριζοσπαστικής αριστεράς Ζαν-Λικ-Μελανσόν ανεβαίνει δημοσκοπικά με την Ανυπότακτη Γαλλία και διεκδικεί να είναι δεύτερος στη μάχη των προεδρικών εκλογών, ανοίγοντας μέτωπο πολιτικής πόλωσης και στη Γαλλία, όπως και στις προηγούμενες εκλογές.
Το κοινό στοιχείο με τη Γερμανία είναι η πίεση που δέχεται το παραδοσιακό πολιτικό κέντρο. Στο Βερολίνο, ο Μερτς καλείται να διαχειριστεί μια οικονομία που δυσκολεύεται να ανακάμψει και μια κυβέρνηση με χαμηλή δημοτικότητα. Στο Παρίσι, η πολιτική αβεβαιότητα συνδέεται με τη δημοσιονομική κατάσταση και την ανάγκη περιορισμού του ελλείμματος.
Εάν οι πολιτικές αυτές πιέσεις συνεχιστούν, ο γαλλογερμανικός άξονας, που αποτελεί διαχρονικά βασικό μηχανισμό λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα βρεθεί σε ακόμη δυσκολότερη θέση.
Από την οικονομία στην ευρωπαϊκή στρατηγική
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην οικονομία. Η ενίσχυση της AfD και του Εθνικού Συναγερμού μπορεί να δυσκολέψει τη διαμόρφωση κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής σε ζητήματα όπως η Ουκρανία, η άμυνα, η μετανάστευση και οι σχέσεις με τη Ρωσία.
Η AfD διατηρεί επιφυλακτική στάση απέναντι στη συνέχιση της μεγάλης κλίμακας γερμανικής στήριξης προς την Ουκρανία, ενώ ο Εθνικός Συναγερμός έχει επίσης διαφορετικές προσεγγίσεις σε σημαντικά ζητήματα ευρωπαϊκής και εξωτερικής πολιτικής. Η ενίσχυση αυτών των δυνάμεων δεν σημαίνει αυτομάτως αλλαγή της ευρωπαϊκής στρατηγικής, αυξάνει όμως την πιθανότητα συγκρούσεων για το κόστος και την κατεύθυνσή της.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Μερτς είναι ότι η γερμανική πολιτική κρίση εξελίσσεται παράλληλα με τη γαλλική. Εάν η AfD συνεχίσει να διευρύνει την επιρροή της στη Γερμανία και ο Εθνικός Συναγερμός ενισχυθεί περαιτέρω στη Γαλλία, η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει μια νέα πραγματικότητα.
Ο γαλλογερμανικός άξονας μπορεί να πάψει να λειτουργεί ως σταθεροποιητικός μηχανισμός και να μετατραπεί σε καθρέφτη της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής πολυδιάσπασης. Και αυτό θα επηρεάσει όχι μόνο τις εθνικές κυβερνήσεις, αλλά και τις αποφάσεις της ΕΕ για την οικονομία, την άμυνα, τη μετανάστευση και τη θέση της Ευρώπης στον νέο γεωπολιτικό ανταγωνισμό.
