Αρμαγεδδών για τις συντάξεις στη Γαλλία, η μάχη Λεπέν-Μελανσόν και το τέλος εποχής Μακρόν

Η κυβέρνηση στη Γαλλία θέλει 6 δισ. από τους συνταξιούχους. Λεπέν και Μελανσόν συγκρούονται για τη λιτότητα & ο Μακρόν με την υστεροφημία του

Μαρίν Λεπέν, Ζαν-Λυκ Μελανσόν, Εμμανουέλ Μακρόν © EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON / YARA NARDI / PowerGame.gr

Η Γαλλία έχει μπει ήδη σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, με την κυβέρνηση να εισηγείται δραστικές περικοπές στον προϋπολογισμό 2027 ώστε να αντιμετωπίσει το τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα και το χρέος.

Στο επίκεντρο έχουν βρεθεί οι συντάξεις , ενώ η Λεπέν στην ακροδεξιά και ο Μελανσόν στη ριζοσπαστική αριστερά συγκρούονται για τα μέτρα λιτότητας που φέρνει η κυβέρνηση Σεμπαστιάν Λεκορνί με τον Μακρόν να επιχειρεί να διασώσει την ευρωπαϊκή κληρονομιά του, καθώς η εποχή του ολοκληρώνεται.

Οι περικοπές και η πίεση στην κοινωνική πρόνοια μετατρέπονται σε κεντρικό όπλο της προεκλογικής μάχης, ενώ οι δημοσιονομικές πιέσεις περιορίζει τα περιθώρια της επόμενης κυβέρνησης με τις αγορές να χτυπούν τα κρατικά ομόλογα ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού.

Στο στόχαστρο οι συντάξεις στη Γαλλία

Όπως μεταδίδει η Les Echos, η δημοσιονομική μάχη για τον προϋπολογισμό του 2027 εξελίσσεται σε μία από τις πιο δύσκολες πολιτικές αναμετρήσεις στη Γαλλία, με το βάρος να μετατοπίζεται πλέον ευθέως στους συνταξιούχους. Η κυβέρνηση αναζητά εξοικονομήσεις 6 δισ. ευρώ και σύμφωνα με τον υπουργό Προϋπολογισμού Νταβίντ Αμιέλ, δεν υπάρχουν σήμερα διαθέσιμοι πόροι για να χρηματοδοτηθεί η πλήρης αναπροσαρμογή των συντάξεων.

Μιλώντας στο Sud Radio, ο Αμιέλ υποστήριξε ότι δεν μπορούν να υπάρξουν «ημίμετρα», καθώς οποιαδήποτε επιλογή πρέπει να οδηγεί σε πραγματική εξοικονόμηση και να είναι δημοσιονομικά αξιόπιστη. Η αναθεώρηση του πληθωρισμού στο 2,1% κατά μέσο όρο το 2026 σημαίνει ότι η πλήρης τιμαριθμική αναπροσαρμογή όλων των συντάξεων θα κόστιζε πάνω από 6 δισ. ευρώ το 2027.

Η κυβέρνηση εξετάζει τρία βασικά σενάρια:

  1. Το πρώτο προβλέπει πλήρη διατήρηση της αναπροσαρμογής των συντάξεων, με αντίστοιχη κατάργηση της φορολογικής έκπτωσης 10% για επαγγελματικές δαπάνες που ισχύει για τους συνταξιούχους. Το συγκεκριμένο φορολογικό όφελος κόστισε 5,3 δισ. ευρώ το 2025 και αναμένεται να προσεγγίσει τα 6 δισ. ευρώ το 2026. Η κατάργησή του είχε ήδη ενταχθεί στο σχέδιο προϋπολογισμού του 2025, αλλά απορρίφθηκε από την αρμόδια επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης.
  2. Το δεύτερο σενάριο προβλέπει πλήρες πάγωμα των συντάξεων, με τη φορολογική έκπτωση να παραμένει σε ισχύ.
  3. Η τρίτη επιλογή είναι μια μερική αναπροσαρμογή, με προτεραιότητα στις χαμηλότερες συντάξεις, η οποία όμως θα συνοδευόταν από σημαντική συρρίκνωση της φορολογικής έκπτωσης.
ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΛΕΚΟΡΝΙ ΓΑΛΛΙΑ

O Γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί © EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON

Πολιτικά εκρηκτικό δίλημμα στη Γαλλία

Το δίλημμα είναι πολιτικά εκρηκτικό. Η κατάργηση της έκπτωσης θα επιβάρυνε περισσότερο τους οικονομικά ισχυρότερους συνταξιούχους, καθώς η φορολογία εισοδήματος είναι προοδευτική, ενώ ένα πάγωμα των συντάξεων θα επηρέαζε αναλογικά όλους. Η κυβέρνηση γνωρίζει, ωστόσο, ότι η πρώτη επιλογή μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση φορολογική αύξηση, ενώ η τρίτη απαιτεί περικοπές και στα δύο μέτωπα.

Την τελική επιλογή καλείται να κάνει ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί, σε ένα περιβάλλον όπου η δημοσιονομική πίεση περιορίζει δραστικά τα περιθώρια ελιγμών. Ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ υπογραμμίζει ότι ο προϋπολογισμός του 2027 θα απαιτήσει «κοινή προσπάθεια», η οποία όμως δεν πρέπει να υπονομεύσει τους κινητήρες ανάπτυξης της οικονομίας σε μια περίοδο αυξημένων κινδύνων.

Η κυβέρνηση επιχειρεί παράλληλα να μεταφέρει μέρος του βάρους στους οικονομικά ισχυρότερους. Ο Αμιέλ αποκάλυψε ότι έχει συζητήσει με τον πρωθυπουργό αλλαγές σε φορολογικές απαλλαγές που ευνοούν τα υψηλότερα εισοδήματα, χωρίς όμως να διευκρινίσει ποιες θα είναι αυτές ή πόσα έσοδα αναμένεται να αποφέρουν.

γαλλια μαριν λεπεν

Μαρίν Λεπέν © EPA/FIRAS ABDULLAH

Λεπέν: Δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς υποχώρηση στις συντάξεις στη Γαλλία

Όπως εξηγούν αναλυτές στη Les Echos, η επιλογή της κυβέρνησης φέρνει τη Γαλλία στο επίκεντρο μιας ευρύτερης πολιτικής σύγκρουσης, καθώς η Μαρίν Λεπέν και ακροδεξιός ο Εθνικός Συναγερμός επιχειρούν δημαγωγικά να μετατρέψουν την κοινωνική δυσαρέσκεια σε εκλογικό πλεονέκτημα ενόψει της προεδρικής αναμέτρησης του 2027.

Η Λεπέν εμφανίζεται δημοσκοπικά ως ένα από τα φαβορί της αναμέτρησης και επιδιώκει να παρουσιάσει το κόμμα της ως δύναμη που μπορεί να συνδυάσει κοινωνική προστασία με δημοσιονομική υπευθυνότητα. Η εξίσωση είναι δύσκολη. Ο Εθνικός Συναγερμός έχει δεσμευτεί για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ, ενώ ταυτόχρονα θέλει να ανατρέψει τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του Εμανουέλ Μακρόν και να επαναφέρει το όριο συνταξιοδότησης στα 62 έτη.

Παράλληλα, όμως, το κόμμα έχει παρουσιάσει σχέδιο περικοπών δαπανών περίπου 125 δισ. ευρώ, με βασικούς στόχους τη μετανάστευση, το Δημόσιο και τη γαλλική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Η αντίφαση είναι εμφανής: για να διεκδικήσει την προεδρία, η Λεπέν χρειάζεται να διευρύνει την εκλογική της βάση και να προσεγγίσει κεντρώους και επιχειρηματικούς κύκλους, χωρίς να αποξενώσει τους ψηφοφόρους που προσέλκυσε με την υπόσχεση ισχυρότερης κοινωνικής προστασίας.

Η αποχώρηση του οικονομικού συμβούλου της Φρανσουά Ντιρβί ανέδειξε αυτή την αντίφαση. Ο Εθνικός Συναγερμός προσπαθεί να καλλιεργήσει την εικόνα μιας κυβερνητικά «ώριμης» δύναμης, όμως οι οικονομικές του δεσμεύσεις εξακολουθούν να δημιουργούν ερωτήματα.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση για τις συντάξεις προσφέρει στη Λεπέν ένα ισχυρό πολιτικό πεδίο. Η κυβέρνηση ζητά θυσίες από τους συνταξιούχους, ενώ η ίδια μπορεί να υποστηρίξει την επαναφορά του ορίου συνταξιοδότησης στα 62, επιχειρώντας να εμφανιστεί ως αντίβαρο στη λιτότητα.

Ζαν-Λυκ Μελανσόν © EPA/Guillaume Horcajuelo

Ζαν-Λυκ Μελανσόν © EPA/Guillaume Horcajuelo

Μελανσόν: «Όχι» στη λιτότητα και σύγκρουση για το χρέος

Στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν με την Ανυπότακτη Γαλλία επιχειρούν να μετατρέψουν τη μάχη για τον προϋπολογισμό σε ευρύτερη σύγκρουση γύρω από την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους και την προστασία της αγοραστικής δύναμης.

Ο ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχει δηλώσει ότι θα καταψηφίσει και θα επιχειρήσει να εμποδίσει την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2027, τον οποίο αποκαλέι «σχέδιο αντιλαϊκής λιτότητας». Ιδιαίτερα σκληρή είναι η αντίδραση της Ανυπότακτης Γαλλίας στα σχέδια για περιορισμό της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής ή ακόμη και πάγωμα των υψηλότερων συντάξεων.

Ο Μελανσόν αντιπαραθέτει στις περικοπές μια ριζικά διαφορετική δημοσιονομική προσέγγιση. Προτείνει το πάγωμα ή τη διαγραφή μέρους του γαλλικού δημόσιου χρέους που διακρατεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, υποστηρίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να μειωθεί η δημοσιονομική πίεση χωρίς να θυσιαστούν οι κοινωνικές δαπάνες.

Η πολιτική στρατηγική του είναι σαφής: να παρουσιάσει την κυβέρνηση ως δύναμη που επιβάλλει μια «κρυφή λιτότητα», επειδή έχει δεσμευτεί να μην αυξήσει τους φόρους, αλλά τελικά μεταφέρει το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής στις δημόσιες παροχές και στις συντάξεις.

Καθώς οι δημοσκοπήσεις τον εμφανίζουν να δίνει μάχη για την είσοδο στον δεύτερο γύρο, η αντιπαράθεση για τον προϋπολογισμό αποτελεί για την Ανυπότακτη Γαλλία και εργαλείο συσπείρωσης της Αριστεράς.

Η προεδρική μάχη του 2027 αποκτά έτσι ολοένα περισσότερο χαρακτηριστικά σύγκρουσης δύο διαφορετικών απαντήσεων στην ίδια κρίση: από τη μία, η ακροδεξιά υπόσχεση δημοσιονομικής πειθαρχίας με προστασία συγκεκριμένων κοινωνικών παροχών και, από την άλλη, η ριζοσπαστική Αριστερά που απορρίπτει την ίδια τη λογική της λιτότητας.

Γαλλία: Η «μεγάλη κληρονομιά» έρχεται

Η φορολογία της κληρονομιάς αποτελεί πλέον ένα από τα ζητήματα στα οποία οι υποψήφιοι για την προεδρία του 2027 παίρνουν σαφή θέση. Ενδεικτική είναι η πρόθεση του Σεμπαστιάν Λεκορνύ να εντάξει στον προϋπολογισμό του 2027 προσωρινά μέτρα για την ενθάρρυνση των οικογενειακών δωρεών, ενώ η κυβέρνηση εξετάζει και πρόταση του οικονομολόγου Φιλίπ Αγιόν για «κίνητρα» στις μεταβιβάσεις.

Η επιστροφή του ζητήματος συνδέεται πρωτίστως με τη δημογραφική πραγματικότητα. Οι ετήσιοι θάνατοι στη μητροπολιτική Γαλλία έχουν αυξηθεί από περίπου 550.000 σε 650.000 και, σύμφωνα με τις προβολές της INSEE, αναμένεται να ξεπεράσουν τις 700.000 μέχρι το τέλος της επόμενης πενταετούς θητείας.

Παράλληλα, αυξάνεται θεαματικά και η αξία των περιουσιών που μεταβιβάζονται, λόγω της ανόδου των τιμών ακινήτων και χρηματοοικονομικών στοιχείων. Περίπου το ένα τέταρτο του εθνικού πλούτου βρίσκεται στα χέρια ατόμων άνω των 70 ετών και σχεδόν το μισό σε άτομα άνω των 60. Το Ινστιτούτο Ζαν Ζωρές εκτιμά ότι έως το 2040 θα μεταβιβαστούν περίπου 9 τρισ. ευρώ.

Παρίσι Άγιος Βαλεντίνος

Παρίσι © Freepik.com

21 δισ. ευρώ στα κρατικά ταμεία

Η τάση αποτυπώνεται ήδη στα δημόσια έσοδα. Οι φόροι στις δωρεές και τις κληρονομιές έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί από το 2010, φθάνοντας τα 21 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, μελέτες του Συμβουλίου Οικονομικής Ανάλυσης και του Ελεγκτικού Συνεδρίου έχουν επισημάνει τις πολυάριθμες εξαιρέσεις του συστήματος και έχουν προτείνει τον περιορισμό τους.

Παρά τις εισηγήσεις, σημαντική μεταρρύθμιση δεν έχει γίνει εδώ και σχεδόν 15 χρόνια, καθώς οι Γάλλοι εμφανίζονται ιδιαίτερα αρνητικοί σε περαιτέρω αύξηση της φορολογίας. Η χώρα καταγράφει, μαζί με το Βέλγιο και τη Νότια Κορέα, από τις υψηλότερες επιβαρύνσεις στον ΟΟΣΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ, στο 0,7% το 2022.

Ωστόσο, η φιλόσοφος Μελανί Πλουβιέζ υποστηρίζει ότι η πραγματική επιβάρυνση είναι χαμηλότερη: ο μέσος πραγματικός συντελεστής είναι κάτω από 5% και κάτω από 2% για κληρονομιές στην άμεση γραμμή, ενώ το 87% των Γάλλων δεν πληρώνει φόρο κληρονομιάς.

Η αντιπαράθεση πλέον αφορά δύο διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές προσεγγίσεις, αναφέρει ανάλυση στη Les Echos.

Η Αριστερά προειδοποιεί για την επιστροφή μιας κοινωνίας εισοδηματιών, καθώς η πρόσβαση στον πλούτο εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την οικογενειακή στήριξη. Η Δεξιά βλέπει αντίθετα στις πρόωρες μεταβιβάσεις ένα εργαλείο ανάπτυξης, καθώς οι νεότεροι είναι πιθανότερο να καταναλώσουν ή να επενδύσουν τα χρήματα.

Η σύγκρουση αυτών των δύο αντιλήψεων αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της προεδρικής μάχης του 2027.

ΟΜΟΛΟΓΑ

Οι αποδόσεις των καλυμμένων ομολόγων σε ιστορικό χαμηλό σε σχέση με τους; κρατικούς τίτλους στη Γαλλία ©Bloomberg

Ρήγμα εμπιστοσύνης για τα γαλλικά ομόλογα

Παράλληλα οι αγορές δεν βλέπουν με καλό μάτι την πιστοληπτική ικανότητα της Γαλλίας. Τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδουν γαλλικές τράπεζες και στηρίζονται κυρίως σε στεγαστικά δάνεια αποδίδουν πλέον σχεδόν 30 μονάδες βάσης λιγότερο από τα 10ετή γαλλικά κρατικά ομόλογα, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αναστροφή που έχει παρατηρηθεί ποτέ, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.

Μόλις τέσσερις μήνες πριν, οι αποδόσεις των δύο κατηγοριών χρέους κινούνταν περίπου στα ίδια επίπεδα. Η απότομη απόκλιση ανατρέπει μία από τις βασικές παραδοχές των αγορών σταθερού εισοδήματος: ότι το κρατικό χρέος αποτελεί το ασφαλέστερο σημείο αναφοράς για τον δανεισμό σε μια χώρα.

Στην περίπτωση της Γαλλίας, οι αυξανόμενες ανησυχίες για το δημοσιονομικό έλλειμμα, το διογκούμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του Απριλίου οδηγούν τους επενδυτές να απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να δανείσουν το γαλλικό Δημόσιο.

Αντίθετα, εμφανίζονται διατεθειμένοι να αποδεχθούν χαμηλότερες αποδόσεις για τίτλους που καλύπτονται από χαρτοφυλάκια στεγαστικών δανείων. Η εξέλιξη αποτελεί σαφή ένδειξη της πίεσης που δέχεται η πιστοληπτική εικόνα του γαλλικού Δημοσίου και της αυξανόμενης επιφυλακτικότητας των αγορών απέναντι στην πορεία των δημόσιων οικονομικών.

ευρωπη εε, Μακρον λαιεν μερτς

Εμανουέλ Μακρόν, Φρίντριχ Μερτς
και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © consilium.europa.eu

Τέλος εποχής Μακρόν

Στο φόντο της κλιμακούμενης πολιτικής αντιπαράθεσης βρίσκεται… το τέλος της εποχής του Εμανουέλ Μακρόν. Σύμφνωνα με αναλυτές στο Bloomberg ο Γάλλος πρόεδρος επιχειρεί τους τελευταίους μήνες της θητείας του να διαμορφώσει την πολιτική του κληρονομιά, γνωρίζοντας ότι η προεκλογική συζήτηση για το 2027 θα γίνει σε μεγάλο βαθμό πάνω στα προβλήματα που αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια της δικής του διακυβέρνησης.

Ο Μακρόν επιδιώκει να παραμείνει ενεργός στο ευρωπαϊκό πεδίο. Η περιοδεία του στη Σουηδία και την Ολλανδία, καθώς και η γαλλογερμανική σύνοδος, εντάσσονται στην προσπάθεια να ενισχύσει την εικόνα του ως υπερασπιστή της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Η επίσκεψή του στο Λονδίνο, με αφορμή τον δανεισμό της Ταπισερί της Μπαγιέ στο Βρετανικό Μουσείο, προσθέτει ένα ακόμη συμβολικό κεφάλαιο στην προσπάθεια διαμόρφωσης της υστεροφημίας του.

Η συνεργασία με τη βρετανική κυβέρνηση σε άμυνα και ενέργεια αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια Ευρώπη που αναζητά μεγαλύτερη αυτονομία από τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ. Γαλλία και Βρετανία, παρά τις διαφορές τους, αντιμετωπίζουν κοινές πιέσεις: από τη διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης στη Μάγχη έως τις δημοσιονομικές ανησυχίες που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο των διεθνών αγορών ομολόγων.

Η συμβολική αξία της Ταπισερί της Μπαγιέ, που απεικονίζει την κατάκτηση της Αγγλίας το 1066, δεν είναι τυχαία. Η Μάγχη υπήρξε ταυτόχρονα σύνορο και γέφυρα, πεδίο αντιπαράθεσης αλλά και εμπορικός και πολιτιστικός σύνδεσμος ανάμεσα στη Βρετανία και την ηπειρωτική Ευρώπη.

ΜΠΑΡΝΤΕΛΑ ΦΑΡΑΤΖ

Ο Τζόρνταν Μπαρντέλα πρόεδρος του Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία και ο Νάιτζελ Φάρατζ ηγέτης του Reform UK στη Βρετανία ©ΑΠΕ

Την ίδια στιγμή, η παρουσία του Τζόρνταν Μπαρντελά στο συνέδριο του Reform UK στη Βρετανία υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που θα ήθελε να αφήσει ως παρακαταθήκη ο Μακρόν. Η άνοδος των αντι-μεταναστευτικών και λαϊκιστικών δυνάμεων πιέζει το παραδοσιακό κέντρο, ενώ η δημοσιονομική κρίση περιορίζει τα περιθώρια κοινωνικών παροχών.

Έτσι, η προεδρική αναμέτρηση του 2027 δεν θα κρίνει μόνο τον διάδοχο του Μακρόν. Θα αποτελέσει και δημοψήφισμα πάνω στις οικονομικές και κοινωνικές ισορροπίες που διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με δημόσιο χρέος που φθάνει το 117,5% του ΑΕΠ και επίμονα υψηλό έλλειμμα, ενώ η άνοδος του κόστους δανεισμού αυξάνει περαιτέρω την πίεση. Σε αυτό το περιβάλλον, η σύγκρουση για τις συντάξεις γίνεται σύμβολο μιας πολύ μεγαλύτερης κρίσης: ποιος θα πληρώσει το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής και ποιο κοινωνικό μοντέλο θα επιλέξει η χώρα.

Η Λεπέν επιχειρεί να αξιοποιήσει τη δυσαρέσκεια χωρίς να εγκαταλείψει τη δημοσιονομική πειθαρχία. Ο Μελανσόν απορρίπτει τη λιτότητα και προτείνει ρήξη με τη σημερινή διαχείριση του χρέους. Και ο Μακρόν, καθώς η πολιτική του διαδρομή πλησιάζει στο τέλος της, προσπαθεί να διασώσει την ευρωπαϊκή του παρακαταθήκη μέσα σε μια χώρα που αναζητά ήδη την επόμενη πολιτική εποχή.