Η Γαλλία μπαίνει σε μια κρίσιμη δημοσιονομική περίοδο, με το χρέος να ξεπερνά τα 3,5 τρισ. ευρώ και τις προεδρικές εκλογές να πλησιάζουν. Η πολιτική αβεβαιότητα, οι πιέσεις στα ομόλογα και οι ακριβότερες χρηματοδοτήσεις αυξάνουν τον κίνδυνο νέας κρίσης σε μια εύθραυστη ευρωζώνη, πολιτικά και οικονομικά.
Οι εκλογές την άνοιξη του 2027 ανάβουν τα αίματα σε μια μονομαχία αριστεράς – δεξιάς με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικα στην πολτική σύγκρουση, όπως φαίνεται ανάμεσα στον Ζαν-Λικ Μελανσόν και τη Μαρίν Λεπέν, με το λεγόμενο«κέντρο» να τραβιέται είτε από τη μια είτε από την άλλη πλευρά.
Αν και η η Λεπέν προηγείται δημοσκοπικά ο Μελανσόν ενισχύεται σταδιακά στη δεύτερη θέση, δίνοντας νέα διάσταση στην επικείμενη εκλογική μάχη στη Γαλλία για τον δεύτερο γύρο στις κρίσιμες προεδρικές κάλπες.
Πρόσφατη δημοσκόπηση (Harris Toluna) δείχνει ότι στα 4 από τα 5 πιθανά εκλογικά σενάρια, ο δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών θα είναι ένα σκληρό ντέρμπι μεταξύ Λεπέν και Μελανσόν, δείχνοντας κατάρρευση του κέντρου.
Οι μετριάσεις και οι παραδοσιακές δημοσιονομικές πολιτικές του Μακρόν υποχωρούν, αφήνοντας τις αγορές έκθετες σε δύο ριζικά αντίθετες, αλλά εξίσου δαπανηρές, οικονομικές ατζέντες, αναφέρουν αναλυτές στο Reuters.
Γαλλία: Το πολιτικό κέντρο καταρρέει
Η πρώτη προεκλογική τηλεμαχία στη Γαλλία στο πλαίσιο του ετήσιου συνεδρίου της MEDEF, της ισχυρής εργοδοτικής οργάνωσης της Γαλλίας, στο Ρολάν Γκαρός μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για τους κεντρώους και συντηρητικούς υποψηφίους να αναδείξουν τις οικονομικές τους θέσεις. Αντίθετα, η πολιτική αδυναμία και οι εσωτερικές συγκρούσεις αφήνουν χώρο στους δύο πόλους του πολιτικού φάσματος να καθορίζουν τη συζήτηση.
Η τηλεμαχία πραγματοποιείται Επτά υποψήφιοι για την προεδρία καλούνται να παρουσιάσουν τις προτάσεις τους για μια πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις οικονομία.
Παραδοσιακά, οι μετριοπαθείς υποψήφιοι που προβάλλουν οικονομικό ρεαλισμό έχουν πλεονέκτημα σε ένα τέτοιο ακροατήριο. Φέτος, το κέντρο εμφανίζεται διχασμένο και χωρίς σαφή στρατηγική, την ώρα που η ακροδεξιά και η ριζοσπαστική αριστερά κερδίζουν πολιτικό έδαφος, λένε αναλυτές στο Politico
Στο επίκεντρο βρίσκεται η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Η Γαλλία αδυνατεί να περιορίσει το υψηλό έλλειμμα, ενώ το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει τα 3,5 τρισ. ευρώ, ή το 117,5% του ΑΕΠ. Η άνοδος του παγκόσμιου κόστους δανεισμού καθιστά την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη.
Τη συζήτηση έχει καταφέρει να μονοπωλήσει ο ακροαριστερός Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος προτείνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να παραιτηθεί από τις πληρωμές τόκων για τα γαλλικά ομόλογα που διακρατεί. Η πρόταση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τους κεντρώους και την επιχειρηματική κοινότητα, μεταξύ άλλων και από τον πρόεδρο της MEDEF, Πατρίκ Μαρτέν.
Ωστόσο, το γεγονός ότι μια τόσο ριζοσπαστική πρόταση βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης αποτυπώνει τη μετατόπιση της πολιτικής ατζέντας. Καθώς οι οικονομικές προοπτικές επιδεινώνονται, οι αντισυστημικοί υποψήφιοι εμφανίζονται ολοένα περισσότερο ως εκείνοι που διαθέτουν τις «τολμηρές» λύσεις για τα οικονομικά προβλήματα της Γαλλίας.
«Θα περίμενε κανείς ότι αυτή θα ήταν μια στιγμή που θα ευνοούσε όσους θεωρούνται αξιόπιστοι στα οικονομικά», σχολίασε ο κεντρώος βουλευτής Ερβάν Μπαλανάν. «Αλλά πλέον δεν ξέρω ποιος θεωρείται αξιόπιστος στην οικονομία».
Οι δημοσκοπήσεις ενισχύουν την ανησυχία. Η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν εξακολουθεί να προηγείται, ενώ ο Μελανσόν καταγράφει άνοδο και διεκδικεί με αξιώσεις την πρόκριση στον δεύτερο γύρο. Ένα πιθανό δίδυμο Λεπέν – Μελανσόν θα αποτελούσε εξαιρετικά δύσκολο σενάριο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεδομένης της αντίθεσης και των δύο σε βασικές πτυχές της ευρωπαϊκής οικονομικής και πολιτικής αρχιτεκτονικής.
Παρά την εξέλιξη αυτή, οι κεντρώοι δεν δείχνουν διάθεση να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Οι πρώην πρωθυπουργοί Εντουάρ Φιλίπ και Γκαμπριέλ Ατάλ, καθώς και ο συντηρητικός Μπρουνό Ρεταγιό, εξακολουθούν να κινούνται σε ένα περιβάλλον έντονου εσωτερικού ανταγωνισμού.
Ο πρώην πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρού προειδοποίησε ότι η κατάσταση εξελίσσεται σε «κατάρρευση» όλων όσοι αρνούνται τα δύο άκρα.
Στους κύκλους που βρίσκονται κοντά στον Εμανουέλ Μακρόν αυξάνεται, έτσι, ο φόβος ότι Λεπέν και Μελανσόν είναι οι μόνοι υποψήφιοι που διαθέτουν αυτή τη στιγμή ένα πραγματικά ισχυρό πολιτικό αφήγημα. Και όσο το Κέντρο αδυνατεί να παρουσιάσει μια πειστική οικονομική πρόταση, η Γαλλία εισέρχεται σε μια εκλογική μάχη όπου το χρέος, το έλλειμμα και η σχέση με την Ευρώπη μπορεί να κρίνουν όχι μόνο την επόμενη κυβέρνηση, αλλά και τη σταθερότητα ολόκληρης της ευρωζώνης.

Ζαν-Λυκ Μελανσόν © EPA/Guillaume Horcajuelo
Γαλλία: Χρέος-ρεκόρ και πολιτική σύγκρουση
Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση: πρέπει να περιορίσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα και ταυτόχρονα να διαχειριστεί ένα τεράστιο χρέος, σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική αντιπαράθεση εντείνεται ενόψει των προεδρικών εκλογών.
Το δημόσιο χρέος της χώρας έχει ξεπεράσει τα 3,5 τρισ. ευρώ, αντιστοιχώντας περίπου στο 117,5% του ΑΕΠ. Το μέγεθος αυτό έχει μετατρέψει τα δημόσια οικονομικά σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για τους Γάλλους ψηφοφόρους, ενώ η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί καλείται να περάσει έναν ιδιαίτερα δύσκολο προϋπολογισμό για το 2027.
Η κατάσταση περιπλέκεται από την πολιτική αστάθεια. Οι εκλογές του 2024 για την Εθνοσυνέλευση στη Γαλλία δεν ανέδειξαν πλειοψηφία, με αποτέλεσμα η διαδικασία ψήφισης του προϋπολογισμού να μετατραπεί σε ετήσια δοκιμασία επιβίωσης για τις κυβερνήσεις. Δύο προκάτοχοι του Λεκορνί έχασαν ήδη τη θέση τους έπειτα από αποτυχημένες διαπραγματεύσεις.
Ο πρωθυπουργός έχει προειδοποιήσει τους βουλευτές ότι ο προϋπολογισμός του 2027 θα πρέπει να εγκριθεί πριν από τις εκλογές, ώστε η χώρα να μην προσθέσει «δημοσιονομική αβεβαιότητα σε όλες τις άλλες αβεβαιότητες».
Η κυβέρνηση έχει προαναγγείλει σημαντικές περικοπές όταν το σχετικό νομοσχέδιο φτάσει στη Βουλή, στις αρχές Οκτωβρίου. Ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ έχει εξετάσει ακόμη και το ενδεχόμενο παγώματος μέρους των συνταξιοδοτικών δαπανών για το επόμενο έτος, προκειμένου να εξοικονομηθούν πόροι.
Ωστόσο, η πολιτική πραγματικότητα καθιστά δύσκολη την εφαρμογή μιας επιθετικής δημοσιονομικής προσαρμογής. Η Γαλλία έχει μακρά ιστορία υπαναχώρησης από μεταρρυθμίσεις όταν αυτές προκαλούν κοινωνικές αντιδράσεις ή πολιτικές πιέσεις.
Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση. Καθώς η προεκλογική μάχη αρχίζει να διαμορφώνεται, οι βασικοί υποψήφιοι επιχειρούν να προσελκύσουν ψηφοφόρους με προτάσεις που δεν διευκολύνουν την προσπάθεια μείωσης του χρέους.

Μαρίν Λεπέν © EPA/FIRAS ABDULLAH
Η Γαλλία αντιμέτωπη με την πίεση των αγορών
Το καλοκαίρι οι επενδυτές άρχισαν να επανατιμολογούν τον κίνδυνο που συνδέεται με το γαλλικό χρέος, προεξοφλώντας μεγαλύτερη μεταβλητότητα όσο πλησιάζουν οι εκλογές. Η νευρικότητα στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων επιβαρύνει επιπλέον την κατάσταση, καθώς οι μεταβολές στις αποδόσεις των αμερικανικών τίτλων συχνά μεταδίδονται στις μεγαλύτερες διεθνείς αγορές ομολόγων.
Το λεγόμενο spread, δηλαδή το επιπλέον κόστος που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατούν γαλλικά 10ετή ομόλογα αντί των γερμανικών αντίστοιχης διάρκειας και κορυφαίας πιστοληπτικής αξιολόγησης, έχει διευρυνθεί επί τρεις συνεχόμενους μήνες.
Έχει φτάσει περίπου στις 88 μονάδες βάσης, στο υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2024.
Η εξέλιξη αποτελεί σαφή ένδειξη ότι οι αγορές ζητούν μεγαλύτερη αποζημίωση για τον κίνδυνο που αντιλαμβάνονται στη Γαλλία. Ορισμένοι διαχειριστές κεφαλαίων δεν αποκλείουν το spread να φτάσει τις 100 μονάδες βάσης και να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων έχουν βρεθεί πάνω από τις αντίστοιχες ιταλικές, παρά το γεγονός ότι η Ιταλία έχει ακόμη υψηλότερο χρέος. Η εξέλιξη δείχνει ότι το πρόβλημα της Γαλλίας δεν είναι μόνο το μέγεθος του χρέους, αλλά κυρίως η αμφιβολία για την πολιτική βούληση και ικανότητα να περιοριστεί.
Στο επίκεντρο βρίσκονται και οι οίκοι αξιολόγησης. Η Fitch αναμένεται να επανεξετάσει την αξιολόγηση της Γαλλίας, έχοντας ήδη υποβαθμίσει το γαλλικό αξιόχρεο πέρυσι στο A+, το χαμηλότερο επίπεδο στην ιστορία της συγκεκριμένης αξιολόγησης.
Ακόμη όμως και μια επιτυχής μείωση του ελλείμματος δεν θα λύσει άμεσα το πρόβλημα. Το γαλλικό Δημόσιο θα χρειαστεί να αντλήσει μεγάλα ποσά τα επόμενα χρόνια για να αναχρηματοδοτήσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ χρέους που εκδόθηκαν την περίοδο της πανδημίας, όταν τα επιτόκια βρίσκονταν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Η κυβέρνηση δυσκολεύεται ήδη να πετύχει έναν σχετικά περιορισμένο στόχο για το φετινό έλλειμμα, με μείωση στο 5% του ΑΕΠ, από 5,1% πέρυσι. Υπό αυτές τις συνθήκες, μια πολύ πιο φιλόδοξη δημοσιονομική προσαρμογή το 2027 θα απαιτήσει δύσκολες πολιτικές αποφάσεις.
Ο Μελανσόν και η διαγραφή χρέους στη Γαλλία
Στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν έχει επαναφέρει μια από τις πιο ριζοσπαστικές προτάσεις της γαλλικής προεκλογικής συζήτησης: τη διαγραφή του χρέους που διακρατεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Ο Μελανσόν επανέφερε στο προσκήνιο μια εξαιρετικά λύση -που πρότεινε και ο Αλέξης Τσίπρας στην Ελλάδα πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση το 2015- για το δημόσιο χρέος (το οποίο ξεπερνά το 116% του ΑΕΠ της Γαλλίας). Πρότεινε στην Κεντρική Τράπεζα της Γαλλίας (Banque de France) να «πετάξει στη φωτιά» και να ακυρώσει το 18% του γαλλικού χρέους που κρατά στα βιβλία της.
Ο ηγέτης της Ανυπότακτης Γαλλίας υποστηρίζει ουσιαστικά ότι ένα σημαντικό μέρος του δημόσιου χρέους θα μπορούσε να «καεί», με την ΕΚΤ να παραιτείται από την είσπραξη τόκων για τεράστιο όγκο γαλλικών ομολόγων.

Μεγαλώνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της Γαλλίας ©Bloomberg
Η πρόταση προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις. Ο υπ. Οικονομικών Σεμπαστιάν Λεκορνί τη χαρακτήρισε «απάτη στην πιο καθαρή της μορφή», ενώ ο πρόεδρος της ακροδεξιάς Εθνικής Συσπείρωσης, Ζορντάν Μπαρντελά, έκανε λόγο για «παραλογισμό». Εναντίον της πρότασης τοποθετήθηκε επίσης ο πρώην Ευρωπαίος επίτροπος Τιερί Μπρετόν.
Η πολιτική σημασία της παρέμβασης του Μελανσόν, ωστόσο, είναι μεγαλύτερη από την ίδια την πρόταση. Έχει ήδη εισέλθει δυναμικά στην προεκλογική κούρσα, την ώρα που αρκετοί από τους αντιπάλους του δεν έχουν ακόμη οργανώσει πλήρως τις εκστρατείες τους.
Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της Toluna Harris Interactive συγκεντρώνει 17%, ποσοστό που τον φέρνει σε απόσταση αναπνοής από τον κεντρώο πρώην πρωθυπουργό Εντουάρ Φιλίπ για τη δεύτερη θέση. Εφόσον διατηρηθεί η δυναμική αυτή, ο Μελανσόν θα μπορούσε να διεκδικήσει την πρόκριση στον δεύτερο γύρο, πιθανότατα απέναντι στη Μαρίν Λεπέν.
Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα δημιουργούσε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για τις αγορές. Ένας δεύτερος γύρος Μελανσόν – Λεπέν θα έφερνε αντιμέτωπους δύο υποψηφίους που προτείνουν βαθιές αλλαγές στην οικονομική πολιτική και αμφισβητούν, από διαφορετικές αφετηρίες, τη δημοσιονομική ορθοδοξία που έχει χαρακτηρίσει την ευρωζώνη επί σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Η Λεπέν, μεταξύ άλλων, έχει ταχθεί υπέρ της μείωσης του ορίου συνταξιοδότησης στα 60 έτη για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων. Ο Μελανσόν προχωρά ακόμη περισσότερο, θέτοντας ευθέως υπό αμφισβήτηση τη συμβατική αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους.

To spread απόδοσης ομολόγων Γαλλίας-Γερμανίας ©Bloomberg
Εκλογές υψηλού ρίσκου στη Γαλλία για τις αγορές
Το πρόβλημα για τη Γαλλία είναι ότι η δημοσιονομική συζήτηση και η εκλογική μάχη δεν εξελίσσονται παράλληλα· αλληλοτροφοδοτούνται.
Οι πολιτικοί έχουν κίνητρο να αποφεύγουν τις επώδυνες περικοπές όσο πλησιάζει η κάλπη, ενώ οι επενδυτές αναζητούν ακριβώς το αντίθετο: σαφείς ενδείξεις ότι η επόμενη κυβέρνηση θα είναι αποφασισμένη να περιορίσει το έλλειμμα και να σταθεροποιήσει το χρέος.
Οι ανησυχίες αυτές εντείνονται σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου το κόστος δανεισμού αυξάνεται από τις ΗΠΑ έως την Ιαπωνία, καθώς οι αγορές ανησυχούν για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Για τη Γαλλία, η συγκυρία είναι ακόμη πιο επικίνδυνη επειδή το Δημόσιο θα πρέπει να αναχρηματοδοτήσει τεράστιες ποσότητες χρέους τα επόμενα χρόνια. Εάν η εμπιστοσύνη των επενδυτών υποχωρήσει περαιτέρω, το κόστος δανεισμού θα αυξηθεί, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τον προϋπολογισμό και δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.
Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν κάποιος από τους βασικούς διεκδικητές της προεδρίας θα επιχειρήσει να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας πραγματικής δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Οι μέχρι τώρα ενδείξεις δεν είναι ενθαρρυντικές. Όπως επισημαίνουν επενδυτές, κανένα από τα επικρατέστερα πολιτικά σενάρια δεν φαίνεται να προτάσσει ως κεντρικό στόχο τη δραστική μείωση του ελλείμματος και του χρέους.
Αυτό καθιστά τον επόμενο προϋπολογισμό κάτι περισσότερο από μια κοινοβουλευτική μάχη. Θα αποτελέσει το πρώτο μεγάλο τεστ για το κατά πόσο η Γαλλία μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών πριν η προεκλογική αντιπαράθεση περάσει στην τελική της φάση.
Και όσο οι αποδόσεις των ομολόγων ανεβαίνουν, τόσο μικραίνει το περιθώριο ελιγμών. Η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα πρόβλημα υψηλού χρέους. Αντιμετωπίζει τον κίνδυνο το χρέος να μετατραπεί σε πολιτικό όπλο και η πολιτική αβεβαιότητα σε οικονομικό πολλαπλασιαστή κινδύνου.
Το στοίχημα των επόμενων μηνών, επομένως, είναι διπλό: να περάσει ένας αξιόπιστος προϋπολογισμός και ταυτόχρονα να πειστούν οι επενδυτές ότι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης δεν θα εγκαταλείψει την προσπάθεια να βάλει τα δημόσια οικονομικά της σε βιώσιμη τροχιά
