Η πολιτική κρίση στη Γερμανία βαθαίνει, καθώς η εσωκομματική αμφισβήτηση του Φρίντριχ Μερτς εντείνεται μετά την υπόθεση Σπαν και έναν προβληματικό ανασχηματισμό, που διαφημίστηκε ως «φρέσκια αρχή», αλλά δείχνει να γυρίζει μπούμερανγκ. Οι περιφερειακές εκλογές του Σεπτεμβρίου ενδέχεται να αποτελέσουν κρίσιμο τεστ για την ηγεσία του καγκελαρίου.
Την ιδια ώρα οι καταστροφικές πυρκαγιές που πλήττουν τη Γαλλία μετατρέπονται σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, με τη Μαρίν Λεπέν να επιχειρεί να αξιοποιήσει την κρίση, υποστηρίζοντας ότι το γαλλικό κράτος αδυνατεί πλέον να προστατεύσει τους πολίτες από ολοένα συχνότερες απειλές.
Η ακροδεξιά αποφεύγει τη συζήτηση για την κλιματική αλλαγή και επενδύει στη δημαγωγία με αντισυστημικό πέπλο ποντάροντας ότι η δυσαρέσκεια για την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών θα δώσει πολιτικό οξυγόνο όχι μόνο στη Λεπέν που περνά στην αντεπίθεση, αλλά και στο AfD στη Γερμανία και συνολικά στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά.
Η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι ανακοίνωσε ότι αναστέλλει το καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας της Σένγκεν με την Ισπανία, με φόντο τη μεταναστευτική κρίση που έχει ξεσπάσει στη Θέουτα, ενώ με την ιδέα αυτή έσπευσε να συμφωνήσει και η υπουργός Εσωτερικών της Φινλανδίας. Αυτή τη φορά αφορμή της κόντρας είναι η κρίση που έχει προκαλέσει η μαζική είσοδος μεταναστών στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα μέσω του Μαρόκου.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς κράτησε αποστάσεις. Δήλωσε ότι καλωσορίζει την πρόθεση της Ισπανίας να μην επιτρέψει σε μετανάστες να εισέλθουν στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα και ότι η γερμανική κυβέρνηση είναι σε επαφή με την ισπανική κυβέρνηση για το θέμα.
Το περιστατικό προκαλεί πολιτικούς τριγμούς όχι μόνο στην κεντροαριστερή κυβέρνηση Σάντσεθ στην Ισπανία αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση βγάζοντας στην επιφάνεια τον διχασμό μεταξύ των ηγετών γύρω από τη μεταναστευτική πολιτική.

Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ © EPA/ANDRE COELHO
Η αντιπολίτευση κατηγόρησε τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ ότι η νομιμοποίησης μεταναστών ενθαρρύνει νέες αφίξεις. Ο ηγέτης του ακροδεξιού Vox, Σαντιάγο Αμπασκάλ, μίλησε για «εισβολή», ενώ ο Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο του Λαϊκού Κόμματος απέδωσε την κρίση σε λανθασμενς κυβερνητικές αποφάσεις. Ο Σάντσεθ απέρριψε τις αιτιάσεις, επισημαίνοντας ότι οι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν πληρούν τα κριτήρια του προγράμματος νομιμοποίησης. Πρόσφατα, η ισπανική κυβέρνηση είχε προχωρήσει στη νομιμοποίηση περίπου 500.000 μεταναστών.
Το ισπανικό πείραμα άναψε φωτιές. Ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη αντιμετωπίζει γήρανση του πληθυσμού και έλλειψη εργατικών χεριών, η Ισπανία επέλεξε να ενσωματώσει ενεργά τους μετανάστες στην οικονομία της και αυτό θεωρείται ότι λειτούργησε ως κίνητρο. Σύμφωνα με ανάλυση της Goldman Sachs, η Ισπανία αναμένεται να καταγράψει το 2026 ρυθμό ανάπτυξης περίπου 2,1%-2,4%, τριπλάσιο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ο οποίος εκτιμάται στο 0,7%, ενώ η ίδια η ισπανική κυβέρνηση ανέβασε πρόσφατα τις εκτιμήσεις της στο 2,6%.
Η ενίσχυση του εργατικού δυναμικού θεωρείται βασικός παράγοντας αυτής της πορείας, ενισχύοντας παράλληλα και τα δημόσια έσοδα. Οι μετανάστες καλύπτουν ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε τομείς όπως η γεωργία και η φροντίδα ηλικιωμένων, συμβάλλοντας στη συγκράτηση του κόστους για τις επιχειρήσεις και στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της γήρανσης του πληθυσμού.
Ωστόσο, η προσέγγιση της Μαδρίτης προκαλεί αντιδράσεις από ηγέτες που κινούνται σε αυστηρή γραμμή για το μεταναστευτικό. Μέχρι και ο Ντόναλντ Τραμπ πήρε τη σκυτάλη προειδοποιώντας ότι αυτό μπορεί να συμβεί και στις ΗΠΑ, «εάν ψηφίσετε Δημοκρατικούς».
Η κρίση του Μερτς ξεφεύγει από τον έλεγχο
Ο Μερτς, όμως, αντιμετωπίζει τις δικές του δοκιμασίες πολιτικά στο εσωτερικό της Γερμανίας καθώς πλησιάζουν οι εκλογές του Σεπτεμβρίου. Σε φυσιολογικές συνθήκες, η θερινή κοινοβουλευτική διακοπή στη Γερμανία προσφέρει στους κορυφαίους πολιτικούς την ευκαιρία να πάρουν μια ανάσα. Ωστόσο, το φετινό καλοκαίρι δεν υπάρχει αυτή η πολυτέλεια.
Η δυσαρέσκεια στο κόμμα του Μερτς, τη συντηρητική Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU), εντείνεται εδώ και δύο εβδομάδες, καθώς η αντιπαράθεση γύρω από την απόφαση ενός κορυφαίου στελέχους να αποκτήσει παιδί μέσω παρένθετης μητέρας εξελίχθηκε στη σοβαρότερη κρίση της μέχρι σήμερα καγκελαρίας του.
Κανείς δεν λέει ακόμη ανοιχτά ότι ο Μερτς πρέπει να αποχωρήσει. Ωστόσο, εάν το κόμμα του καταγράψει κακές επιδόσεις στις τρεις περιφερειακές εκλογές του Σεπτεμβρίου, η κρίση πιθανότατα θα γίνει πολύ δυσκολότερο να ελεγχθεί.
Η υπόθεση εξελίχθηκε μέχρι στιγμής σε δύο πράξεις. Η πρώτη ξεκίνησε στις 14 Ιουλίου, όταν η γερμανική εφημερίδα BILD και το Politico, ιδιοκτησίας του ομίλου Axel Springer— αποκάλυψε ότι ο Γενς Σπαν, επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των συντηρητικών και ο σύζυγός του απέκτησαν παιδί μέσω παρένθετης μητέρας στις ΗΠΑ.
«Αυτό το συναίσθημα δύσκολα μπορεί να περιγραφεί με λόγια», φέρεται να δήλωσε στην εφημερίδα ο Σπαν. Το πρόβλημα ήταν προφανές: η παρένθετη μητρότητα απαγορεύεται στη Γερμανία, ενώ η CDU έχει εδώ και χρόνια αντίθετη θέση, την οποία είχε υποστηρίξει και ο ίδιος ο Σπαν.
Μερτς: Η φθορά της εξουσίας και η εσωκομματική αμφισβήτηση
Η δημοτικότητα του Μερτς έχει υποχωρήσει από τότε που ανέλαβε την καγκελαρία, τον Μάιο του 2025, καθώς η στήριξη των ψηφοφόρων προς το πρόσωπό του μειώνεται, την ώρα που το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) έχει εκτοξευθεί στην κορυφή των δημοσκοπήσεων. Η αντιπαράθεση για την παρένθετη μητρότητα ήρθε να εντείνει την ανησυχία στο εσωτερικό της CDU.
Η δεύτερη πράξη της κρίσης υποτίθεται ότι θα αποτελούσε, σύμφωνα με τον ίδιο τον Μερτς, μια απελευθέρωση και μια νέα αρχή. Ο Σπαν, επί χρόνια πολιτικός αντίπαλός του, τον οποίο ο καγκελάριος αντιμετώπιζε πάντοτε με επιφυλακτικότητα, υποχρεώθηκε να παραιτηθεί και ένας ευρύτερος ανασχηματισμός θεωρήθηκε ότι θα ακολουθούσε γρήγορα. Τα πράγματα, όμως, σύντομα εκτροχιάστηκαν.
Ο υπουργός Μεταφορών Πάτρικ Σνάιντερ πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο να απομακρυνθεί και ενημέρωσε αμέσως το προσωπικό του μέσω γραπτού μηνύματος. Ωστόσο, ο άνθρωπος που είχε επιλέξει ο Μερτς για να τον αντικαταστήσει δεν είχε ακόμη πειστεί να αναλάβει τη θέση και τελικά αποσύρθηκε.
Ο καγκελάριος άφησε την αβεβαιότητα να συνεχιστεί και μέσα σε τρεις μέρες, την Κυριακή, ο Σνάιντερ αισθάνθηκε ότι έπρεπε να αναλάβει ο ίδιος δράση, ζητώντας την απομάκρυνσή του προκειμένου να τερματιστεί αυτή η «αναξιοπρεπής κατάσταση».
Δεν ήταν ο μόνος που εξέφρασε την ενόχλησή του. Ο Τίνο Ζόργκε, απερχόμενος υφυπουργός στο υπουργείο Υγείας, επέκρινε επίσης δημόσια τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την υπόθεση ο καγκελάριος.
«Λαμβάνω γνώση της απόφασης του καγκελαρίου», δήλωσε. «Το γεγονός ότι την ανακοίνωσε πρώτα στα κομματικά όργανα και στον Τύπο, αντί να μου μιλήσει προσωπικά, είναι ένα ζήτημα ύφους που αφορά τον ίδιο». Εκπρόσωπος της κυβέρνησης απάντησε ότι ο Ζόργκε είχε ενημερωθεί από τη νέα υπουργό Υγείας.
Η δημόσια επίπληξη προς τον Μερτς αποτελεί ένδειξη της φθοράς της εξουσίας του. «Δεν έχω βιώσει ποτέ τέτοιο κλίμα στην CDU», δήλωσε ο Τόρστεν Άλσλεμπεν, διευθύνων σύμβουλος της επιχειρηματικά προσκείμενης ομάδας πίεσης Initiative Neue Soziale Marktwirtschaft και πρόσωπο με ισχυρές διασυνδέσεις στο κόμμα.

Ο Φρίντριχ Μερτς © EPA/RONALD WITTEK
Η οικονομία στο επίκεντρο της πίεσης στον Μερτς
Για να ανακτήσει την αξιοπιστία του, υποστήριξε ο Άλσλεμπεν, ο Μερτς θα πρέπει να προωθήσει μεταρρυθμίσεις που θα βάλουν τέλος στη «μακροβιότερη περίοδο οικονομικής αδυναμίας» της Γερμανίας από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Προς το παρόν, οι συντηρητικοί πολιτικοί της Γερμανίας αποφεύγουν να εκφραστούν ανοιχτά, τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές του φθινοπώρου: στις 6 Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Άνχαλτ και δύο εβδομάδες αργότερα στο Βερολίνο και το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία.
Σε ιδιωτικές συζητήσεις, ωστόσο, η προοπτική αντικατάστασης του καγκελαρίου δεν αποτελεί πλέον θέμα ταμπού. Βουλευτής που είχε στηρίξει στο παρελθόν τον Μερτς και μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας, ώστε να εκφραστεί ελεύθερα, δήλωσε ότι το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν ο καγκελάριος θα αντικατασταθεί, αλλά πότε και με ποιον τρόπο.
Βολές για «αντικατάσταση» του Μερτς
Το επόμενο επεισόδιο της κρίσης εκτυλίχθηκε τρεις ημέρες μετά, όταν οι βουλευτές της CDU εξέλεξαν τον Τόρστεν Φράι ως διάδοχο του Σπαν στην ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας, σε ειδική συνεδρίαση. Ο νέος επικεφαλής είχε προηγουμένως διατελέσει επικεφαλής της Καγκελαρίας του Μερτς και θεωρείται δημοφιλής στους κόλπους του συντηρητικού μπλοκ.
Παράλληλα, ο πρόεδρος Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ διόρισε τρεις νέους υπουργούς, οι οποίοι όμως θα ορκιστούν ενώπιον της Bundestag μετά την επιστροφή των βουλευτών από τη θερινή διακοπή, τον Σεπτέμβριο. Ο πρώην γενικός γραμματέας της CDU, Κάρστεν Λίνεμαν, ανέλαβε το υπουργείο Υγείας, αντικαθιστώντας τη Νίνα Βάρκεν, η οποία μετακινήθηκε στην Καγκελαρία. Ο Στέφεν Μπίλγκερ διορίστηκε υπουργός Μεταφορών, αντικαθιστώντας τον Σνάιντερ.
Μετά τις εκλογές του φθινοπώρου, θα ανοίξει το επόμενο κεφάλαιο του πολιτικού δράματος. Για τον Μερτς, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστικό: είτε θα του δώσει τον χρόνο και την πολιτική νομιμοποίηση να ανακτήσει τον έλεγχο, είτε θα ενισχύσει όσους, μέχρι σήμερα κυρίως στο παρασκήνιο, αρχίζουν ήδη να συζητούν ανοιχτά την επόμενη ημέρα.
Γαλλία: Οι πυρκαγιές δοκιμάζουν τον Μακρόν και η Λεπέν δημαγωγεί
Για τη δεύτερη οικονομία της ευρωζώνης, μετά τη Γερμανία, οι ανεξέλεγκτες πυρκαγιές που σαρώνουν τη νοτιοδυτική Γαλλία δεν προκαλούν μόνο τεράστιες περιβαλλοντικές και οικονομικές απώλειες, αλλά αναδιαμορφώνουν και το πολιτικό σκηνικό.
Το ακροδεξιό κόμμα Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν επιχειρεί να μετατρέψει την κρίση σε πολιτικό πλεονέκτημα, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν αποτυγχάνει στη θεμελιώδη αποστολή της: την προστασία των πολιτών και των περιουσιών τους.
Η βουλευτής του κόμματος, Εντβίζ Ντιάζ, από την πληγείσα περιοχή της Ζιρόνδης, υποστηρίζει ότι οι πυρκαγιές αποτελούν ακόμη μία απόδειξη της αδυναμίας του κράτους να ανταποκριθεί σε διαδοχικές κρίσεις, από τα ακραία καιρικά φαινόμενα έως την εγκληματικότητα και την ασφάλεια των παιδιών. Όπως υποστηρίζει, οι προτάσεις που διατυπώνει εδώ και χρόνια ο Εθνικός Συναγερμός θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει πολλές από τις σημερινές εξελίξεις.
Γαλλία: Οι πυρκαγιές ενισχύουν το «αντισυστημικό αφήγημα» Λεπέν
Το ερώτημα δεν είναι αν οι ψηφοφόροι θεωρούν τη Λεπέν αξιόπιστη στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, αλλά εάν πιστεύουν πλέον ότι τα παραδοσιακά κόμματα μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά τη χώρα.
Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι πολλοί πρώην κεντρώοι και κεντροαριστεροί ψηφοφόροι θεωρούν πως η Γαλλία βρίσκεται σε πορεία αποσύνθεσης, επικαλούμενοι τόσο φυσικές καταστροφές όσο και υποθέσεις εγκληματικότητας ως ενδείξεις κρατικής ανεπάρκειας.
Η δυσαρέσκεια επεκτείνεται και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Δημοσκόπηση της YouGov έδειξε ότι το 74% των Γάλλων εμφανίζεται δυσαρεστημένο από την πολιτική του Μακρόν για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης.
Από τις αρχές του καλοκαιριού οι πυρκαγιές έχουν κατακάψει περίπου 1 εκατ. στρέμματα στη νοτιοδυτική Γαλλία – έκταση σχεδόν δέκα φορές μεγαλύτερη από το Παρίσι – ενώ περισσότεροι από 300.000 άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Ο Εμανουέλ Μακρόν επισκέφθηκε τις πληγείσες περιοχές, κάνοντας έκκληση για εθνική ενότητα και στηρίζοντας τις προσπάθειες των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Η ίδια η Μαρίν Λεπέν κράτησε χαμηλούς τόνους, εκφράζοντας τη συμπαράστασή της στους πληγέντες και εξυμνώντας το έργο των πυροσβεστών, χωρίς να επιτεθεί ευθέως στην κυβέρνηση.

Μαρίν Λεπέν και Εμανουέλ Μακρόν με φόντο τη γαλλική βουλή © EPA / consilium.europa.eu / PowerGame.gr
Εθνικός Συναγερμός: Από το κλίμα στην προσαρμογή
Αντί να εστιάζει στη μείωση των εκπομπών ρύπων, ο Εθνικός Συναγερμός μεταφέρει τη συζήτηση στην προσαρμογή στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Πρόσφατα πρότεινε οικονομική ενίσχυση για την εγκατάσταση κλιματιστικών σε κατοικίες και δημόσια κτίρια, παρουσιάζοντας το μέτρο ως άμεση προστασία των πολιτών από τους καύσωνες.
Οι πολιτικοί αντίπαλοι κατηγορούν τη Λεπέν ότι αντιτίθεται διαχρονικά στις ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ενώ ο ευρωβουλευτής Ραφαέλ Γκλικσμάν υποστήριξε ότι η δεξιά και η ακροδεξιά πολεμούν συστηματικά την ευρωπαϊκή πράσινη ατζέντα.
Η Ντιάζ, αντίθετα, επιρρίπτει ευθύνες στους ίδιους τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζοντας ότι περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της πυρόσβεσης. Με αυτόν τον τρόπο, ο Εθνικός Συναγερμός επιχειρεί να μετατρέψει την κλιματική κρίση από περιβαλλοντικό σε ζήτημα κρατικής αποτελεσματικότητας και ασφάλειας, επενδύοντας πολιτικά στη διάχυτη αίσθηση ότι το γαλλικό κράτος δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να προστατεύσει τους πολίτες του.
Λεπέν και Φάρατζ αντιγράφουν τον Ντόναλντ Τραμπ
Παράλληλα, σε μια εντυπωσιακή πολιτική σύμπτωση, η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και ο Νάιτζελ Φάρατζ στη Βρετανία βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοβαρές δικαστικές και πολιτικές εξελίξεις, που προσπάθησαν να τις στρέψουν υπέρ τους. Αντί να υποχωρήσουν, οι δύο ηγέτες της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς επέλεξαν να περάσουν στην αντεπίθεση, υιοθετώντας μια στρατηγική που θυμίζει έντονα τον Ντόναλντ Τραμπ: άρνηση κάθε ευθύνης, επίθεση στο «κατεστημένο» και επίκληση της λαϊκής ετυμηγορίας.
Η Μαρίν Λεπέν κρίθηκε ένοχη σε δεύτερο βαθμό για υπεξαίρεση ευρωπαϊκών κονδυλίων και καταδικάστηκε να φορέσει ηλεκτρονικό βραχιολάκι για έναν χρόνο. Λίγη ώρα αργότερα, ο Νάιτζελ Φάρατζ παραιτήθηκε από τη βουλευτική του έδρα, καθώς εντάθηκαν οι έρευνες για τις οικονομικές του δραστηριότητες και τις σχέσεις του με πρόσωπο που έχει καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα.
Αντί να υιοθετήσουν αμυντική στάση, και οι δύο επιχείρησαν να μετατρέψουν τις περιπέτειές τους σε πολιτικό πλεονέκτημα. Η Λεπέν εγκαινίασε ουσιαστικά την προεκλογική της εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 2027, ενώ ο Φάρατζ προκάλεσε τους επικριτές του να τον αντιμετωπίσουν σε αναπληρωματική εκλογή, υποστηρίζοντας ότι μόνο οι πολίτες μπορούν να αποφασίσουν για την πολιτική του τύχη.
Η στρατηγική αυτή παραπέμπει ευθέως στο μοντέλο που ακολούθησε ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, παρουσιάζοντας τις δικαστικές διώξεις ως οργανωμένη επίθεση ενός διεφθαρμένου πολιτικού και θεσμικού συστήματος εναντίον των ίδιων και των ψηφοφόρων τους.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η τακτική αυτή εξακολουθεί να βρίσκει απήχηση. Στη Γαλλία, η Λεπέν διατηρεί προβάδισμα έναντι του πρώην πρωθυπουργού Εντουάρ Φιλίπ, ενώ στη Βρετανία το Reform UK προηγείται στις μετρήσεις. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η άνοδος του λαϊκισμού τροφοδοτείται από βαθύτερες κοινωνικές αιτίες, όπως η ακρίβεια, οι ανισότητες, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και η αίσθηση ότι οι πολιτικές ελίτ δεν ανταποκρίνονται στις ανησυχίες των πολιτών.
Έτσι, ακόμη και όταν οι ηγέτες της ακροδεξιάς βρίσκονται αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη, καταφέρνουν συχνά να ενισχύουν το αντισυστημική τους δημαγωγία αντί να αποδυναμώνονται πολιτικά.
