Εκρηκτικό κοκτέιλ κινδύνων στην παγκόσμια οικονομία

Πόλεμοι, ενεργειακό σοκ, πληθωρισμός, υψηλά επιτόκια, χρέος, φούσκες, εμπορικές ανισορροπίες, αυξάνουν τους κινδύνους «ατυχήματος»

Αγορές, ευρώ, πληθωρισμός © Freepik

Η παγκόσμια οικονομία χάνει σταδιακά τα περιθώρια ελιγμών της, καθώς πόλεμοι, ενεργειακό σοκ, επίμονος πληθωρισμός, υψηλό κόστος χρήματος, χρέος, εμπορικές ανισορροπίες και χρηματιστηριακές υπερβολές συσσωρεύουν κινδύνους, ενώ η ανάπτυξη αποδυναμώνεται και ο στασιμοπληθωρισμός επιστρέφει ως απειλή.

Στην Ιρλανδία βρίσκεται ήδη ο υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, για τις εργασίες του Eurogroup και της άτυπης συνόδου του ECOFIN, 18 και 19 Σεπτεμβρίου.

Οι συνεδριάσεις πραγματοποιούνται σε μια κρίσιμη συγκυρία για την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας εντείνει τις πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και επαναφέρει το ενεργειακό κόστος στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής οικονομικής συζήτησης.

Στο επίκεντρο του Eurogroup θα βρεθούν η παραγωγικότητα και η ανάπτυξη της ευρωζώνης, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη καλείται να απαντήσει στις διεθνείς προκλήσεις, να επιταχύνει τις επενδύσεις και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, σε έναν κόσμο πολυκρίσης, σε έναν κόσμο ασταθή όσο ποτέ, καθώς περιορίζονται οι δυνατότητες ελιγμών.

Πληθωρισμός: Τελειώνουν τα μαξιλάρια απέναντι στο ενεργειακό σοκ

Για αρκετό διάστημα η παγκόσμια οικονομία κατάφερε να αποφύγει τα χειρότερα. Το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις στο Ιράν τον Φεβρουάριο, προκάλεσε τη μεγαλύτερη διαταραχή στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές στην ιστορία.

Παρά την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, τις ελλείψεις καυσίμων, την ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων και την επέκταση της σύγκρουσης, το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα κατάφερε να απορροφήσει μεγάλο μέρος του κραδασμού.

Όμως τα περιθώρια αυτά στενεύουν, εξηγούν αναλυτές στους New York Times. Οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δείχνουν ότι οι εναλλακτικές που μέχρι σήμερα περιόριζαν τις επιπτώσεις εξαντλούνται. Επιθέσεις ανάγκασαν τη Σαουδική Αραβία να διακόψει τη λειτουργία κρίσιμου αγωγού, οι Χούθι κατέλαβαν στρατηγικό νησί και λιμάνι στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ οι προτεινόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ κρατών του Κόλπου κατέρρευσαν.

Το πετρέλαιο κινείται πλέον προς τα 110 δολάρια το βαρέλι. Η άνοδος των τιμών δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα μόνο για τις ενεργειακές αγορές. Έχει ήδη προκαλέσει διακοπές ηλεκτροδότησης, δελτίο στην κατανάλωση και κοινωνικές αντιδράσεις από την Ασία έως τη Λατινική Αμερική.

Στις Φιλιππίνες αλιείς αναγκάστηκαν να ακινητοποιήσουν τα σκάφη τους επειδή δεν μπορούσαν να αντέξουν το κόστος των καυσίμων, στο Μπανγκλαντές οι διακοπές ρεύματος προκάλεσαν πολύωρες διακοπές στην παραγωγή εργοστασίων, ενώ στη Γουατεμάλα οι διαδηλωτές έκαψαν ελαστικά και αυτοκίνητα.

Μέχρι σήμερα, η κατάσταση είχε συγκρατηθεί χάρη σε μια σειρά αντισταθμιστικών κινήσεων. Η Κίνα, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, περιόρισε τις εισαγωγές αργού και άρχισε να χρησιμοποιεί τα δικά της αποθέματα.

Παράλληλα, μείωσε ή περιόρισε τις εξαγωγές προϊόντων πετρελαίου, όπως το αεροπορικό καύσιμο. Η εξέλιξη αυτή αποσυμπίεσε την παγκόσμια αγορά σε μια κρίσιμη στιγμή.

Iρανικό πετρέλαιο

Iρανικό πετρέλαιο © Wikimedia

ΗΠΑ, Ιαπωνία και ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποίησαν επίσης τα δικά τους αποθέματα, συμβάλλοντας στην αποτροπή μιας ακόμη μεγαλύτερης εκτίναξης των τιμών. Ακόμη και η Ασία, που απορροφά περίπου το 80% των εξαγωγών αργού και LNG από τη Μέση Ανατολή, κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες ποσότητες.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η στρατηγική δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Τα αποθέματα των 38 χωρών του ΟΟΣΑ έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα εδώ και δεκαετίες, ενώ εναλλακτικές οδοί μεταφοράς πετρελαίου στον Κόλπο, όπως ο αγωγός East-West της Σαουδικής Αραβίας, δεν λειτουργούν. Η εκτίμηση είναι ότι οι τιμές του αργού μπορεί να παραμείνουν στα 80-100 δολάρια το βαρέλι τουλάχιστον έως το 2027.

Και το ενεργειακό σοκ δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Οι περιορισμένες ποσότητες διυλισμένων προϊόντων, αλλά και αργού, πιέζουν τις τιμές, ενώ ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι τα αποθέματα ασφαλείας μειώνονται και το παγκόσμιο σύστημα διύλισης βρίσκεται στα όριά του. Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν επιβαρύνει την κατάσταση, μειώνοντας σημαντικά τη ρωσική δυναμικότητα διύλισης, την ώρα που η Μόσχα έχει παρατείνει την απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ.

Η αύξηση του κόστους ενέργειας μεταφέρεται έτσι σε ολόκληρη την οικονομία: καύσιμα, μεταφορές, λιπάσματα, τρόφιμα και βιομηχανικά προϊόντα. Για τις φτωχότερες οικονομίες η επίπτωση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Οι αφρικανικές χώρες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενέργειας και λιπασμάτων, με αποτέλεσμα η αύξηση του κόστους να απειλεί τις αποδόσεις των καλλιεργειών και να εντείνει τις πιέσεις στις τιμές των τροφίμων.

H επιστροφή του στασιμοπληθωρισμού

Η νέα ενεργειακή αναστάτωση έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία ο πληθωρισμός δεν έχει εξαφανιστεί. Η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στην περιοχή θα επιταχυνθεί στο 5,2% φέτος, από 3% πέρυσι, ενώ στην Ευρώπη, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ αναμένεται να παραμείνει περίπου στο 3,5%-4% έως τουλάχιστον τα μέσα του 2027.

Στις ΗΠΑ, ο ετήσιος πληθωρισμός παρέμεινε τον Αύγουστο στο 3,4%, ενώ οι τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν κατά 27,4% σε ετήσια βάση και του πετρελαίου θέρμανσης κατά 52%. Η μηνιαία άνοδος του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά 0,4% ήταν η μεγαλύτερη των τελευταίων τριών μηνών. Με το πετρέλαιο να κινείται υψηλότερα καθώς εντείνεται η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η πίεση στις τιμές δύσκολα θα υποχωρήσει, προκαλώντας πολιτικές αντιπαραθέσεις ενόψει ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.

Το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 1,5% σε ετήσια βάση κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026.Η αμερικανική οικονομία κατέγραψε επιβράδυνση σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του έτους, όπου η ανάπτυξη είχε διαμορφωθεί στο 2,1%.

Στην ευρωζώνη το ΑΕΠ μπορεί να διαμορφώθηκε στο 1,2%, σημειώνοντας διπλασιασμό της ταχύτητας ανάπτυξης σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2026, όπου η ετήσια άνοδος ήταν μόλις +0,6%, αλλά είχε στασιμότητα για μακρά περίδο και η αστάθεια δεν εξαφανίζεται σε τέτοιες συνθήκες.

Ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3,2% τον Αύγουστο του 2026 (από 2,9% τον Ιούλιο), ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προχώρησε σε νέα αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντας το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,50%.Η άνοδος του πληθωρισμού, η οποία οφείλεται κυρίως στο αυξημένο ενεργειακό κόστος λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, ανάγκασε την ΕΚΤ να συνεχίσει την αυστηρή νομισματική της πολιτική

Οι επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ και της Fed Κέβιν Γουόρς © EPA/SHAWN THEW/ RONALD WITTEK/ Powergame.gr

Οι επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ και της Fed Κέβιν Γουόρς © EPA/SHAWN THEW/ RONALD WITTEK/ Powergame.gr

Όλα αυτά δημιουργούν το δυσκολότερο δυνατό περιβάλλον για τις κεντρικές τράπεζες. Ο πληθωρισμός αυξάνεται κυρίως από την πλευρά της προσφοράς, μέσω υψηλότερου ενεργειακού και παραγωγικού κόστους, την ώρα που η ανάπτυξη επιβραδύνεται. Η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση, όμως δεν παράγει περισσότερο πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μέταλλα, τρόφιμα ή μεταφορική δυναμικότητα.

Παρά ταύτα, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται υπό πίεση να αυξήσουν το κόστος χρήματος προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αύξησε την Τετάρτη το βασικό επιτόκιο στο 3,75%, στην πρώτη αύξηση από το 2023, ενώ αναθεώρησε προς τα πάνω την πρόβλεψή της για τον πληθωρισμό PCE στο 3,7%. Η αγορά προεξοφλεί ακόμη και δύο πρόσθετες αυξήσεις.

Ο Κέβιν Γουόρς αιφνιδίασε τις αγορές, καθώς η Federal Reserve προχώρησε στην πρώτη αύξηση επιτοκίων εδώ και περισσότερα από τρία χρόνια, με την απόφαση να λαμβάνεται ομόφωνα. Το βασικό επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 3,75%-4%, καθώς οι πολεμικές συγκρούσεις, οι δασμοί και η εκρηκτική επένδυση στην τεχνητή νοημοσύνη ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις και περιορίζουν τα περιθώρια για φθηνότερο χρήμα.

Η επιλογή του Γουόρς από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε στηριχθεί, μεταξύ άλλων, στην εκτίμησή του ότι η τεχνολογική επανάσταση θα μπορούσε να επιταχύνει την ανάπτυξη χωρίς να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό. Η νέα γραμμή, ωστόσο, σηματοδοτεί σαφή μετατόπιση. Ο Τραμπ ζήτησε άμεση μείωση των επιτοκίων στο 1% ή χαμηλότερα, ενώ απέφυγε προσωπική επίθεση στον Γουόρς, σε αντίθεση με τη σκληρή κριτική που ασκούσε στον Τζερόμ Πάουελ.

Το δίλημμα είναι προφανές: υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις, χωρίς να αντιμετωπίζουν άμεσα την αιτία του πληθωρισμού. Τα στεγαστικά δάνεια, τα επιχειρηματικά δάνεια και το κόστος έκδοσης ομολόγων γίνονται ακριβότερα, περιορίζοντας κατανάλωση και επενδύσεις. Έτσι, η προσπάθεια αντιμετώπισης του πληθωρισμού μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω την ανάπτυξη.

Αυτό είναι το έδαφος πάνω στο οποίο επανέρχεται ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού: επίμονες αυξήσεις τιμών μαζί με ασθενή ανάπτυξη. Η αμερικανική οικονομία δεν βρίσκεται ακόμη σε ύφεση, όμως το πραγματικό ΑΕΠ κινείται νωχελικά.

Το πρόβλημα έχει και βαθύτερη διάσταση. Η πληθωριστική περίοδος της δεκαετίας του 2020 δεν μοιάζει με την προηγούμενη εποχή χαμηλού πληθωρισμού. Μετά την πανδημία, οι διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, η αύξηση των τιμών ενέργειας και πρώτων υλών και η αποδιοργάνωση του διεθνούς εμπορίου δημιούργησαν ένα επίμονο σοκ προσφοράς. Τώρα ο πόλεμος στο Ιράν έρχεται να προσθέσει νέο κύμα πιέσεων.

Και το σοκ δεν περιορίζεται στους υδρογονάνθρακες. Ελλείψεις σε μέταλλα, σιτηρά και κτηνοτροφικά προϊόντα μπορούν να προκαλέσουν μακροοικονομικές συνέπειες αντίστοιχες με ένα πετρελαϊκό σοκ, αυξάνοντας τον πληθωρισμό την ίδια στιγμή που περιορίζουν τη βιομηχανική παραγωγή.

Ομόλογα ©Magnific

Ομόλογα ©Magnific

Κεντρικές τράπεζες σε νευρική κρίση για πληθωρισμό και ομόλογα

Το δίλημμα αποτυπώνεται και στις ίδιες τις κεντρικές τράπεζες. Στη Fed, οι αξιωματούχοι διχάστηκαν ως προς το αν ένας παρατεταμένος πόλεμος και οι υψηλές τιμές ενέργειας θα απαιτούσαν μειώσεις επιτοκίων για τη στήριξη της απασχόλησης ή αυξήσεις για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Στην ΕΚΤ, η αναζωπύρωση των τιμών ενέργειας έχει επαναφέρει τις ανησυχίες για πληθωρισμό, ενώ στην Τράπεζα της Αγγλίας έχουν επίσης εμφανιστεί διαφορετικές προσεγγίσεις για το πόσο έντονες θα είναι οι δευτερογενείς επιπτώσεις.

Παράλληλα, οι αγορές ομολόγων στέλνουν ένα ολοένα πιο έντονο προειδοποιητικό σήμα. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σημαντικά από το τέλος της πανδημικής ύφεσης, καθώς οι επενδυτές αντιμετωπίζουν ένα μείγμα υψηλότερου πληθωρισμού, αυξανόμενου δημόσιου χρέους, αυξημένων αναγκών χρηματοδότησης και μεγαλύτερης αβεβαιότητας για το μέλλον της οικονομίας.

Όταν ο πληθωρισμός αυξάνεται, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να διακρατούν μακροπρόθεσμο χρέος, καθώς η πραγματική αξία των μελλοντικών σταθερών πληρωμών μειώνεται. Οι χαμηλότερες τιμές των ομολόγων οδηγούν σε υψηλότερες αποδόσεις στη δευτερογενή αγορά, ενώ οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να προσφέρουν υψηλότερα επιτόκια στις νέες εκδόσεις.

Εδώ εμφανίζεται ένας ακόμη φαύλος κύκλος. Τα δημόσια ελλείμματα παραμένουν μεγάλα και οι κυβερνήσεις χρειάζεται να δανείζονται περισσότερα, τόσο για να καλύψουν τις νέες χρηματοδοτικές ανάγκες όσο και για να αναχρηματοδοτήσουν παλαιότερο χρέος. Όσο αυξάνεται η προσφορά ομολόγων, τόσο μεγαλώνει η πίεση για υψηλότερες αποδόσεις.

Το κόστος αυτής της εξέλιξης δεν αφορά μόνο τις αγορές. Στις ΗΠΑ, η ετήσια δαπάνη για τόκους του ομοσπονδιακού χρέους έχει φθάσει σε εκτιμώμενο επίπεδο 1,38 τρισ. δολαρίων, περίπου 4,2% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό από το 1997. Σε πέντε χρόνια η ετήσια δαπάνη τόκων αυξήθηκε κατά περίπου 900 δισ. δολάρια. Κάθε νέα αύξηση επιτοκίων επιβαρύνει περαιτέρω αυτό το κόστος.

Στην Ιαπωνία, οι αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων έχουν φθάσει σε υψηλό τριών δεκαετιών, ενώ η ανησυχία για τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να διαχειριστούν τα αυξανόμενα επίπεδα χρέους έχει αρχίσει να διαχέεται στις αγορές. Τα υψηλά επιτόκια μετατρέπονται έτσι από εργαλείο νομισματικής πολιτικής σε παράγοντα που επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά και ολόκληρο το κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας.

Η αβεβαιότητα προσθέτει και ένα ακόμη κόστος. Οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερο «term premium», δηλαδή πρόσθετη απόδοση για να δεσμεύσουν τα κεφάλαιά τους σε μακροπρόθεσμους τίτλους, επειδή φοβούνται μελλοντικές οικονομικές κρίσεις. Το συγκεκριμένο ασφάλιστρο, σύμφωνα με τη Fed, έχει προσθέσει περίπου 0,6 ποσοστιαίες μονάδες στις αποδόσεις των ομολόγων μέσα σε έναν χρόνο.

Τεχνητή νοημοσύνη στο γραφείο

Τεχνητή νοημοσύνη στο γραφείο © ChatGPT/AI

AI, χρηματιστηριακή ευφορία και η οικονομία σε σχήμα-Κ

Την ίδια ώρα που οι αγορές ομολόγων προειδοποιούν για αυξημένους κινδύνους, τα χρηματιστήρια κινούνται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει εξελιχθεί σε βασικό μοχλό επενδύσεων, κερδοφορίας και χρηματιστηριακής ανόδου στις ΗΠΑ. Η αντίθεση είναι εντυπωσιακή: η πραγματική οικονομία εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης, ενώ οι αποτιμήσεις εταιρειών που συνδέονται με την AI ενισχύονται θεαματικά.

Τα αμερικανικά εταιρικά κέρδη αυξήθηκαν κατά 400,9 δισ. δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2026, οδηγώντας τα συνολικά κέρδη μετά φόρων σε ιστορικό υψηλό 4,3 τρισ. δολαρίων. Τα περιθώρια κέρδους έφθασαν το 19,4%, στο υψηλότερο επίπεδο από τη δεκαετία του 1940. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την εικόνα έχουν οι τεχνολογικοί κολοσσοί, οι επενδύσεις στις υποδομές AI και οι κατασκευαστές chips, με τα κέρδη του τεχνολογικού κλάδου να αυξάνονται περισσότερο από 65% σε ετήσια βάση.

Όμως η εικόνα της εταιρικής κερδοφορίας κρύβει μια μεγάλη ανισορροπία. Τα κέρδη είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένα στους τεχνολογικούς γίγαντες της Silicon Valley, ενώ το σύνολο του μη χρηματοπιστωτικού επιχειρηματικού τομέα κατέγραψε πτώση κερδών το 2025. Την ίδια στιγμή, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 2,1% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο, από 2,7% το πρώτο, ενώ ο πληθωρισμός καίει.

Έτσι δημιουργείται μια οικονομία σε σχήμα-Κ. Στη μία πλευρά βρίσκονται οι μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις, οι επενδυτές και τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, που επωφελούνται από την άνοδο των μετοχών, τις επενδύσεις στην AI και την εταιρική κερδοφορία. Στην άλλη πλευρά βρίσκονται τα χαμηλότερα εισοδήματα, που αντιμετωπίζουν αδύναμη αύξηση μισθών, επιβράδυνση των προσλήψεων και επίμονα υψηλές τιμές.

Η ανισότητα έχει πάρει πλέον ακραίες διαστάσεις. Το πλουσιότερο 1% των αμερικανικών νοικοκυριών έχει συσσωρεύσει σχεδόν 1.000 φορές περισσότερο πλούτο από το φτωχότερο 20% κατά τις τελευταίες τρεισήμισι δεκαετίες. Το πλουσιότερο 0,1% κατέχει πλέον 12,6% του συνολικού πλούτου, ενώ το ανώτερο 1% των εισοδηματιών ελέγχει περισσότερο από το ένα πέμπτο του συνολικού εισοδήματος, έναντι μόλις 3,1% για το χαμηλότερο 20%.

Η αντίφαση είναι κρίσιμη για την πορεία της οικονομίας. Η χρηματιστηριακή αγορά μπορεί να συνεχίζει να καταγράφει ρεκόρ χάρη στην AI, στις προσδοκίες για τα επιτόκια και στην υψηλή εταιρική κερδοφορία, όμως τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος υφίστανται τις συνέπειες του ακριβότερου χρήματος, της ασθενέστερης αγοράς εργασίας και των υψηλών τιμών. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη στο κατώτερο ένα τρίτο των εισοδηματικών στρωμάτων έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί.

Αυτό δημιουργεί και τον κίνδυνο μιας απότομης διόρθωσης στις αγορές εάν η χρηματιστηριακή ευφορία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη αποδειχθεί υπερβολική. Όσο μεγαλύτερη γίνεται η εξάρτηση της ανάπτυξης και της επενδυτικής δραστηριότητας από έναν στενό κύκλο τεχνολογικών εταιρειών και AI-related δαπανών, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η μετάδοση μιας ενδεχόμενης διόρθωσης στην υπόλοιπη οικονομία.

εξωτερικό εμπόριο Κίνας

Αεροφωτογραφία του τερματικού σταθμού εμπορευματοκιβωτίων για το εξωτερικό εμπόριο στο λιμάνι του Τσινγκτάο της Κίνας © EPA/XINHUA / YU FANGPING

Ελλείμματα, χρέος και εμπορικές ανισορροπίες

Το παγκόσμιο σκηνικό επιβαρύνεται ταυτόχρονα από τις εμπορικές ανισορροπίες και την αύξηση του κόστους διεθνούς εμπορίου. Οι δασμοί αυξάνουν το κόστος για καταναλωτές και παραγωγούς, την ώρα που οι ενεργειακές διαταραχές αυξάνουν το κόστος μεταφοράς και παραγωγής. Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με πολλαπλά σοκ προσφοράς που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα με μια απλή μεταβολή των επιτοκίων.

Παράλληλα, τα κρατικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος έχουν αυξηθεί σημαντικά. Οι κυβερνήσεις χρειάστηκε να στηρίξουν τον ιδιωτικό και χρηματοπιστωτικό τομέα μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09 και στη συνέχεια να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις κατά την πανδημική ύφεση. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα καλούνται να χρηματοδοτήσουν υψηλότερες υποχρεώσεις σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων επιτοκίων.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν οι κυβερνήσεις καλούνται να περιορίσουν τις δαπάνες προκειμένου να δημιουργήσουν δημοσιονομικό χώρο. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για περικοπές κοινωνικών δαπανών και αύξηση φόρων, την ώρα που οι ίδιες οικονομίες χρειάζονται επενδύσεις και στήριξη της ζήτησης.

Ούτε η καταφυγή στη λεγόμενη «χρηματοπιστωτική καταστολή» αποτελεί εύκολη λύση. Η δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών να στηρίξουν την αγορά κρατικού χρέους και να αποτρέψουν μια κρίση χρηματοδότησης υπάρχει, όμως η αύξηση της προσφοράς χρήματος μπορεί να πιέσει το νόμισμα, να αυξήσει τις τιμές εισαγωγών και να τροφοδοτήσει εκ νέου τον πληθωρισμό.

Το Eurogroup είναι σε στενωπό

Η ευρωζώνη δέχεται πιέσεις και το Eurogroup είναι σε στενωπό. Η Γερμανία, η βιομηχανική ατμομηχανή της Ευρώπης, η οποία βρίσκεται ήδη σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Η βιομηχανική παραγωγή της έχει υποχωρήσει περισσότερο από 11% από το 2023 και κατά 15% από το τέλος της πανδημίας.

Η νέα εκτίναξη των τιμών καυσίμων επαναφέρει στην Ευρώπη το φάντασμα της ενεργειακής κρίσης, με τις κυβερνήσεις να αναζητούν μέτρα στήριξης χωρίς να επιβαρύνουν υπερβολικά τους προϋπολογισμούς. Στη Γερμανία, η αμόλυβδη E10 έφθασε σε ιστορικό υψηλό στα 2,286 ευρώ το λίτρο, ενώ στην Ελλάδα κινείται γύρω από τα 2,16 ευρώ και το ντίζελ στα 2,12 ευρώ. Στα σύνορα Γαλλίας-Βελγίου, οι χαμηλότερες τιμές έχουν μετατρέψει περιοχές όπως το Χερταίν σε προορισμούς για φθηνότερα καύσιμα.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Jacques Delors, η ΕΕ είχε ήδη διαθέσει 16 δισ. ευρώ σε περισσότερα από 210 μέτρα στήριξης μέσα στους πρώτους 100 ημέρες της κρίσης, ενώ οι νέες παρατάσεις πρόσθεσαν μόλις 1,1 δισ. ευρώ. Η άνοδος του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια και η νέα πίεση στο φυσικό αέριο ενισχύουν τις ανησυχίες.

Στη Γερμανία, ο Φρίντριχ Μερτς προαναγγέλλει μέτρα, ενώ CDU και SPD διαφωνούν για πλαφόν στις τιμές, φορολόγηση υπερκερδών ή στοχευμένες ενισχύσεις. Η Πολωνία εξετάζει φόρο 60% στα υπερκέρδη πετρελαϊκών εταιρειών, η Ουγγαρία προτιμά στοχευμένη βοήθεια και η Ιταλία παρατείνει τις μειώσεις ειδικών φόρων κατανάλωσης.

Στη Γαλλία, τα μέτρα στήριξης έχουν ήδη κοστίσει 1,4 δισ. ευρώ από τον Ιανουάριο, ενώ η TotalEnergies έχει περιορίσει κατά διαστήματα τις τιμές στα πρατήρια. Το περιθώριο για νέες επιδοτήσεις, ωστόσο, στενεύει.

βενζινη

Ακριβή βενζίνη ©Unsplash

Έτσι, το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα ιδιαίτερα δύσκολο μείγμα. Οι πόλεμοι διαταράσσουν την ενέργεια και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι τιμές ενέργειας και πρώτων υλών αυξάνουν τον πληθωρισμό. Οι δασμοί επιβαρύνουν το εμπόριο.

Η ανάπτυξη επιβραδύνεται. Τα επιτόκια απειλούν να αυξήσουν περαιτέρω το κόστος χρήματος. Οι αποδόσεις των ομολόγων ανεβαίνουν και μαζί τους το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Οι χρηματιστηριακές αγορές, αντίθετα, παραμένουν εξαιρετικά αισιόδοξες, στηριζόμενες κυρίως στην AI και στην κερδοφορία των τεχνολογικών κολοσσών.

Το κρίσιμο πλέον είναι ότι κανένας από αυτούς τους κινδύνους δεν λειτουργεί απομονωμένα. Η άνοδος του πετρελαίου αυξάνει τον πληθωρισμό, ο πληθωρισμός πιέζει τις κεντρικές τράπεζες για υψηλότερα επιτόκια, τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος δανεισμού, το κόστος δανεισμού επιβαρύνει κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, η περιορισμένη κατανάλωση και οι επενδύσεις αποδυναμώνουν την ανάπτυξη, ενώ η χαμηλότερη ανάπτυξη δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη διαχείριση του χρέους.

Γι’ αυτό και το σημερινό πρόβλημα δεν είναι ένα ακόμη μεμονωμένο ενεργειακό ή χρηματοπιστωτικό σοκ. Είναι η συσσώρευση πολλών πιέσεων σε ένα σύστημα σε πολυκρίσαη, που έχει ήδη χρησιμοποιήσει σημαντικό μέρος των διαθέσιμων μαξιλαριών.

Η παγκόσμια οικονομία κατάφερε μέχρι τώρα να αποφύγει το χειρότερο. Όμως όσο αυξάνονται ταυτόχρονα οι τιμές, το χρέος, τα επιτόκια, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι χρηματιστηριακές υπερβολές, τόσο μικρότερα γίνονται τα περιθώρια για ένα ακόμη λάθος ή ένα νέο απρόβλεπτο σοκ.