Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Καναδάς επιχειρούν να εμβαθύνουν θεαματικά τη σχέση τους, από το εμπόριο και την ενέργεια έως την άμυνα και την τεχνολογία. Η αμερικανική αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ, όμως, υπενθυμίζει ότι η γεωπολιτική προσέγγιση έχει οικονομικό και πολιτικό κόστος.
«Δεν θα ήταν ωραίο ο Καναδάς να ήταν η 28η χώρα της ΕΕ, αντί για η 51η πολιτεία των ΗΠΑ;» είχε διερωτηθεί τον Ιούνιο ο Φινλανδός πρόεδρος Αλεξάντερ Στουμπ. Την Τετάρτη στο Στρασβούργο, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έδωσε την πρώτη θεσμική απάντηση, παρουσία του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ: «Θα ήθελα να δουλέψουμε μαζί για να ανοίξει η πόρτα ώστε ο Καναδάς να γίνει το πρώτο συνδεδεμένο μέλος της ΕΕ».
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μια νέα μορφή «συνδεδεμένης συμμετοχής» του Καναδά στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ίσως το πιο φιλόδοξο βήμα στην προσπάθεια των δύο πλευρών να οικοδομήσουν μια στενότερη στρατηγική σχέση. Η πρωτοβουλία αποτυπώνει την κοινή ανάγκη για μεγαλύτερη οικονομική και γεωπολιτική ανθεκτικότητα σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο αβέβαιο.
Ωστόσο, πίσω από τον αναπάντεχο «έρωτα» φον ντερ Λάιεν-Κάρνεϊ και τα χειροκροτήματα βρίσκεται μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα. Το 70% των καναδικών εξαγωγών κατευθύνεται στις ΗΠΑ, ενώ εδώ και έναν ήνα επιβάλλονται δασμοί 50% σε προϊόντα αξίας 20 δισ. δολ. Η Ουάσιγκτον απειλεί με δασμούς 50% σε αυτοκίνητα και χάλυβα από το 2027. Η Οτάβα απαντά με αντίμετρα, ενώ ΕΕ και Καναδάς διαθέτουν ήδη τη CETA.
Βρυξέλλες και Οτάβα επιχειρούν να περιορίσουν τις αδυναμίες τους, χωρίς όμως να μετατρέψουν τη νέα σχέση σε αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον. Την ίδια στιγμή, όμως, η αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ προσδίδει στη συζήτηση μια νέα διάσταση. Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε την ιδέα «γελοία» και προειδοποίησε ότι θα μπορούσαν να επιβληθούν πολύ υψηλοί δασμοί στην Ευρώπη εφόσον η Ουάσιγκτον έκρινε ότι η νέα συνεργασία έχει εχθρική κατεύθυνση.
Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ παρουσίασε νωρίτερα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο το περίγραμμα της φιλόδοξης προσέγγισης. Χαιρέτισε την «τόλμη» της ευρωπαϊκής πρότασης, υπογραμμίζοντας ότι η μεγάλη πλειονότητα των Καναδών τάσσεται υπέρ στενότερων δεσμών με την Ευρώπη.
Ο Κάρνεϊ περιέγραψε μια πιθανή συμμαχία Καναδά–ΕΕ ως πρότυπο για άλλες δημοκρατίες, με επίκεντρο την ελευθερία, την αλληλεγγύη, την ευημερία και τη βιωσιμότητα. Παράλληλα, έδωσε συγκεκριμένο περιεχόμενο στη συνεργασία, αναφέροντας τα κρίσιμα ορυκτά, την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής ικανότητας, την τεχνητή νοημοσύνη και το διάστημα, μεταδίδει το Bloomberg.
Στο οικονομικό πεδίο, ο Καναδός πρωθυπουργός πρότεινε τη δημιουργία ολοκληρωμένης αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ενώ έθεσε και το ενδεχόμενο συμμετοχής του Καναδά στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα Erasmus. Ωστόσο, τόνισε ότι η διαδικασία βρίσκεται μόλις στην αρχή και ότι η τελική μορφή της συμφωνίας θα πρέπει να συζητηθεί και να εγκριθεί από το καναδικό Κοινοβούλιο. Περισσότερες λεπτομέρειες αναμένονται στη σύνοδο ΕΕ–Καναδά στο Μόντρεαλ τον επόμενο μήνα.
Η σκιά του Ντόναλντ Τραμπ, πάντως, παρέμεινε πάνω από τη συζήτηση. Ο Κάρνεϊ απέρριψε τις απειλές για νέους δασμούς, υποστηρίζοντας ότι η ευρωπαϊκή συμμαχία θα καταστήσει τον Καναδά ισχυρότερο, ανθεκτικότερο και πιο κυρίαρχο εταίρο των ΗΠΑ. «Δεν επιδιώκουμε ισχύ για να κυριαρχήσουμε στους άλλους», ανέφερε, αλλά ανθεκτικότητα ώστε κανείς να μην μπορεί να ελέγξει τις ανοιχτές αγορές ή να υπονομεύσει την κυριαρχία και τη δημοκρατία της χώρας.
Έτσι, αυτό που για τις Βρυξέλλες και την Οτάβα παρουσιάζεται ως προσπάθεια διαφοροποίησης και ενίσχυσης της οικονομικής ασφάλειας αποκτά ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις.

Εισαγωγές – Εξαγωγές Καναδά εκτός ΗΠΑ (κυβερνητικά στοιχεία) ©Semafor
Καναδάς: Αναζήτηση εναλλακτικών απέναντι στην αμερικανική εξάρτηση
Για τον Καναδά, η στενότερη σχέση με την Ευρώπη δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική πρωτοβουλία. Συνδέεται με την ανάγκη αναδιάρθρωσης ενός οικονομικού μοντέλου που επί δεκαετίες στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική αγορά.
Η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ έχει ενισχύσει αυτή την ανάγκη. Οι αμερικανικοί δασμοί, οι πιέσεις για οικονομικές παραχωρήσεις και οι επανειλημμένες αναφορές του προέδρου των ΗΠΑ στον Καναδά ως εν δυνάμει «51η πολιτεία» έχουν οδηγήσει την Οτάβα στην αναζήτηση περισσότερων εμπορικών, επενδυτικών και στρατηγικών επιλογών.
Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, υποστηρίζει ότι η εμβάθυνση των σχέσεων με την Ευρώπη δεν αποσκοπεί στη δημιουργία ενός τρίτου γεωπολιτικού μπλοκ απέναντι στις ΗΠΑ ή στην Κίνα. Στόχος είναι, όπως έχει διατυπώσει, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της χώρας, ώστε καμία άλλη δύναμη να μην μπορεί να ελέγχει τις αγορές της, να περιορίζει την κυριαρχία της ή να υπαγορεύει τις στρατηγικές επιλογές της.
Η λογική αυτή εξηγεί και το εύρος των τομέων στους οποίους η Οτάβα επιδιώκει μεγαλύτερη ευρωπαϊκή παρουσία: κρίσιμες πρώτες ύλες, ενέργεια, αμυντική βιομηχανία, τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακές υποδομές, διαστημική τεχνολογία, έρευνα και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.
Για τις Βρυξέλλες, από την άλλη πλευρά, ο Καναδάς αποτελεί έναν εταίρο με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Διαθέτει ενεργειακούς πόρους και κρίσιμα ορυκτά, ισχυρή τεχνολογική βάση και στενούς δεσμούς με τη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Το κοινό έδαφος είναι επομένως σημαντικό. Το ζητούμενο είναι εάν μπορεί να μετατραπεί σε ένα λειτουργικό θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο.
ΕΕ και Καναδάς: Μια στρατηγική συμμαχία στη δίνη ανακατατάξεων
Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Καναδά βιώνουν μια περίοδο εντυπωσιακής ανάπτυξης, αλλά και έντονης γεωπολιτικής πίεσης. Με το συνολικό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών να ξεπερνά πλέον τα 130 δισ. ευρώ —σημειώνοντας αύξηση άνω του 81% από την έναρξη της εμπορικής συμφωνίας CETA— ο Καναδάς έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο αξιόπιστους οικονομικούς εταίρους της Ευρώπης.
Η σχέση αυτή, ωστόσο, αποκτά πλέον βαθύτερο στρατηγικό χαρακτήρα μετά την πρόταση της Κομισιόν να αναγνωριστεί ο Καναδάς ως το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της ΕΕ που στοχεύει στην κοινή χρηματοδότηση έργων εξόρυξης κρίσιμων πρώτων υλών.
Η κίνηση αυτή κρίνεται απαραίτητη για την απεξάρτηση της Ευρώπης από τις εφοδιαστικές αλυσίδες της Κίνας, ειδικά στον τομέα της τεχνολογίας και της πράσινης μετάβασης.
Παρά την οικονομική επιτυχία, το εγχείρημα αντιμετωπίζει εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια. Στο εσωτερικό της ΕΕ, δέκα κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, δεν έχουν ακόμη επικυρώσει πλήρως τη συμφωνία CETA, κρατώντας τη σε καθεστώς προσωρινής εφαρμογής.
Στο εξωτερικό μέτωπο, η προσέγγιση αυτή έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση της Ουάσιγκτον. Καθώς το παγκόσμιο εμπόριο μετατρέπεται σε πεδίο διπλωματικής ισχύος, η έκβαση της συμμαχίας ΕΕ-Καναδά θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την οικονομική αυτονομία της Ευρώπης τα επόμενα χρόνια.
Το μεγάλο ερώτημα για τον Καναδά: Τι σημαίνει «συνδεδεμένο μέλος» της ΕΕ;
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες δυσκολίες της πρωτοβουλίας. Ο όρος «associate member» δεν αντιστοιχεί σε υφιστάμενη νομική κατηγορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν υπάρχει, συνεπώς, ένα έτοιμο μοντέλο που να καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μιας χώρας όπως ο Καναδάς.
Η ΕΕ έχει ήδη αναπτύξει διαφορετικές μορφές σχέσεων με τρίτες χώρες. Η Νορβηγία, η Ισλανδία και το Λιχτενστάιν συμμετέχουν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και διαθέτουν πρόσβαση στην ενιαία αγορά. Η Ελβετία έχει οικοδομήσει ένα σύνθετο δίκτυο διμερών συμφωνιών με τις Βρυξέλλες. Το Ηνωμένο Βασίλειο, μετά το Brexit, εξακολουθεί να διαμορφώνει τη νέα σχέση του με την ΕΕ.
Ο Καναδάς δεν βρίσκεται σε καμία από αυτές τις κατηγορίες. Η γεωγραφική απόσταση, η διαφορετική θεσμική παράδοση και η επιμονή της Οτάβα στην προστασία της κυριαρχίας της καθιστούν δύσκολη την απλή μεταφορά κάποιου από τα υπάρχοντα μοντέλα.
Το ζήτημα έχει και εσωτερική πολιτική διάσταση. Η έννοια της «σύνδεσης» μπορεί να ερμηνευθεί ως διεύρυνση της ευρωπαϊκής επιρροής σε καναδικούς κανόνες και πολιτικές, κάτι που βρίσκεται σε αντίθεση με την προσπάθεια της κυβέρνησης Κάρνεϊ να ενισχύσει την αυτονομία της χώρας.
Για τον λόγο αυτό, η τελική ονομασία και κυρίως το περιεχόμενο της νέας σχέσης παραμένουν ανοιχτά. Το πιθανότερο είναι ότι το τελικό μοντέλο θα προκύψει μέσα από μια σειρά επιμέρους συμφωνιών, αντί μιας ενιαίας πράξης που θα αλλάξει μονομιάς το καθεστώς των σχέσεων ΕΕ–Καναδά.
ΕΕ-Καναδάς: Από τις διακηρύξεις στις επενδύσεις, την ενέργεια και την άμυνα
Το πραγματικό τεστ θα είναι η μετατροπή της πολιτικής φιλοδοξίας σε μετρήσιμα οικονομικά αποτελέσματα.
Οι δύο πλευρές επιδιώκουν να παρουσιάσουν συγκεκριμένη πρόοδο στη σύνοδο κορυφής ΕΕ–Καναδά που έχει προγραμματιστεί για το Μόντρεαλ. Στο επίκεντρο βρίσκονται τομείς στους οποίους η συμπληρωματικότητα των δύο οικονομιών μπορεί να δημιουργήσει αμοιβαία οφέλη.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις κρίσιμες πρώτες ύλες. Για την Ευρώπη, η πρόσβαση σε ασφαλείς και διαφοροποιημένες αλυσίδες εφοδιασμού αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της οικονομικής ασφάλειας. Για τον Καναδά, η ευρωπαϊκή αγορά μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετος προορισμός για τις εξαγωγές του και ως πηγή επενδύσεων.
Σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η οποία εξετάζει χρηματοδοτήσεις καναδικών έργων, ιδιαίτερα στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που μπορεί να προσδώσει ουσιαστικό οικονομικό περιεχόμενο στη νέα στρατηγική σχέση.
Στον ενεργειακό τομέα, παράλληλα, οι δύο πλευρές εργάζονται για μεγαλύτερη κανονιστική συμβατότητα. Αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να διευκολυνθούν οι καναδικές εξαγωγές φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά, καθώς οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τις εκπομπές και την ενεργειακή αλυσίδα απαιτούν συγκεκριμένες διαδικασίες παρακολούθησης και πιστοποίησης.
Στην άμυνα, η συνεργασία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Ο Καναδάς έχει εκφράσει ενδιαφέρον για συμμετοχή στη Joint Expeditionary Force, ενώ ήδη συμμετέχει σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που συνδέονται με την έρευνα, την τεχνολογία και την αμυντική βιομηχανία.
Η εικόνα δείχνει ότι η προσέγγιση δεν περιορίζεται πλέον στο εμπόριο. Επεκτείνεται σε τομείς που συνδέονται άμεσα με την οικονομική και εθνική ασφάλεια.
Η δύσκολη εξίσωση της κινητικότητας και της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας
Ένα ακόμη μέτωπο αφορά την κινητικότητα πολιτών, τις σπουδές και την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων. Η καναδική πλευρά επιδιώκει ευκολότερη πρόσβαση των πολιτών της στην ευρωπαϊκή αγορά, μεγαλύτερες περιόδους παραμονής και περισσότερες δυνατότητες φοίτησης σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια.
Οι συγκεκριμένες διευκολύνσεις, όμως, συνδέονται με σύνθετες ευρωπαϊκές διαδικασίες και θα πρέπει να έχουν αμοιβαίο χαρακτήρα. Κάθε πρόσθετη πρόσβαση των Καναδών στην Ευρώπη θα συνεπάγεται αντίστοιχα δικαιώματα για τους Ευρωπαίους στον Καναδά.
Ακόμη και σε λιγότερο ευαίσθητους τομείς, η πρόοδος δεν είναι αυτονόητη. Η συμμετοχή του Καναδά σε ευρωπαϊκά προγράμματα απαιτεί οικονομικές συνεισφορές, διοικητικές προσαρμογές και συμμόρφωση με τους κανόνες της ΕΕ.
Αυτό αναδεικνύει μια κρίσιμη αντίφαση: η πολιτική ανάγκη για ταχύτερη στρατηγική συνεργασία συναντά έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό που είναι σχεδιασμένος για λεπτομερείς και χρονοβόρες διαπραγματεύσεις.
Το προηγούμενο της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–Καναδά είναι ενδεικτικό. Παρότι εφαρμόζεται στην πράξη εδώ και χρόνια, η διαδικασία πλήρους επικύρωσής της δεν έχει ολοκληρωθεί από όλα τα κράτη-μέλη. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η μετάβαση από μια πολιτική συμφωνία σε ένα πλήρως λειτουργικό ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η αντίδραση Τραμπ αλλάζει τη γεωπολιτική εξίσωση
Και ενώ Βρυξέλλες και Οτάβα επιχειρούν να λύσουν αυτές τις εσωτερικές δυσκολίες, βρίσκεται απέναντί τους η αμερικανική μεταβλητή.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι παρακολουθεί στενά τις κινήσεις των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ. Η προειδοποίηση για ενδεχόμενους υψηλότερους δασμούς στην Ευρώπη προσθέτει οικονομικό ρίσκο σε μια διαδικασία που, ούτως ή άλλως, βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο.
Το παράδοξο είναι ότι η αμερικανική πίεση αποτελεί ταυτόχρονα έναν από τους λόγους που ενισχύουν την προσέγγιση Ευρώπης και Καναδά και έναν παράγοντα που μπορεί να την περιπλέξει.
Για την Οτάβα, η διεύρυνση των οικονομικών δεσμών είναι ένας τρόπος να μειώσει την εξάρτηση από την αμερικανική αγορά. Για τις Βρυξέλλες, η ενίσχυση των δεσμών με τον Καναδά εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια διαφοροποίησης των εμπορικών και στρατηγικών εταιρικών σχέσεων.
Ωστόσο, καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί η νέα σχέση να εξελιχθεί σε ανοικτή αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον. Η πρόκληση είναι επομένως να δημιουργηθεί μεγαλύτερη οικονομική και στρατηγική αυτονομία χωρίς να δοθεί η εικόνα συγκρότησης ενός νέου αντίπαλου μπλοκ.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο οι μεγάλες διακηρύξεις θα πρέπει να συναντήσουν την πρακτική πολιτική.
Η σχέση ΕΕ–Καναδά διαθέτει ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό υπόβαθρο, αλλά το τελικό της σχήμα παραμένει αβέβαιο. Η θεσμική αρχιτεκτονική, οι ευρωπαϊκές διαδικασίες, το κόστος συμμετοχής στα κοινά προγράμματα, η πρόσβαση στην ενιαία αγορά και η στάση των κρατών-μελών είναι ζητήματα που δεν λύνονται με πολιτικές εξαγγελίες.
Το ίδιο ισχύει για την αμερικανική αντίδραση. Όσο περισσότερο η νέα σχέση αποκτά οικονομικό βάθος —ιδίως σε ενέργεια, τεχνολογία, άμυνα και κρίσιμες πρώτες ύλες— τόσο μεγαλύτερη θα είναι η γεωπολιτική της σημασία.
Το φιλόδοξο «φλερτ» Ευρώπης και Καναδά έχει, επομένως, ήδη ξεκινήσει. Το επόμενο στάδιο θα δείξει εάν μπορεί να αποκτήσει σταθερό θεσμικό και οικονομικό περιεχόμενο ή εάν θα παραμείνει κυρίως ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων.
Και σε αυτή τη διαδρομή, ο παράγοντας που δεν μπορούν να αγνοήσουν ούτε οι Βρυξέλλες ούτε η Οτάβα βρίσκεται εκτός του νέου σχήματος: είναι η Ουάσιγκτον του να εμφανίζεται φυσικά στους μεσότιτλους και στο σώμα, χωρίς υπερβολική επανάλη Ντόναλντ Τραμπ.
