Σε μια κομβική καμπή για τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) προχώρησε τελικά στην αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντας το εύρος στο 3,75%-4,00% και πραγματοποιώντας την πρώτη αυστηροποίηση του κόστους δανεισμού από τον Ιούλιο του 2023.
Η απόφαση αυτή αποτελεί ένα ισχυρό μήνυμα αποφασιστικότητας απέναντι στις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις που τροφοδοτήθηκαν από τα υψηλότερα του αναμενομένου στοιχεία του Αυγούστου και την αβεβαιότητα της γεωπολιτικής κρίσης στο Ιράν, επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες της αγοράς που έδιναν πιθανότητα άνω του 90% για μια τέτοια κίνηση.
Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα αναταραχή στον τομέα της ενέργειας, καθώς το άλμα στις τιμές του πετρελαίου εξαιτίας της ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή κινδυνεύει να συντηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα. Την ίδια ώρα, οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων καταγράφουν ρεκόρ πολλών ετών, με τη δεκαετή απόδοση να διασπά ανοδικά το ψυχολογικό φράγμα του 5% και να σκαρφαλώνει σε υψηλά 19ετίας – μια εξέλιξη που εντείνει την ανάγκη για αποφασιστικές κινήσεις από τη Fed, ώστε να καθησυχάσει τους επενδυτές και να επιβεβαιώσει τη δέσμευσή της για τη συγκράτηση των τιμών.
Παράλληλα, η απόφαση συνιστά ένα πρώτο μεγάλο τεστ για τον νέο πρόεδρο της Fed, Κέβιν Γουόρς, ο οποίος επέλεξε να προτάξει την καταπολέμηση του πληθωρισμού, επιδεικνύοντας θεσμική ανεξαρτησία παρά τις έντονες και δημόσιες πιέσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ για χαμηλότερα επιτόκια.
Στο εσωτερικό του Διοικητικού Συμβουλίου, η κίνηση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη γραμμή των αξιωματούχων (όπως οι Μπεθ Χάμακ, Νιλ Κασκάρι και Λόρι Λόγκαν) που είχαν ήδη από τον Ιούλιο ταχθεί υπέρ της σύσφιγξης. Η τελική συνοχή της επιτροπής και το εύρος της πλειοψηφίας θα αναλυθούν διεξοδικά από τους επενδυτές.
Πλέον, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στη συνέντευξη Τύπου και στις δηλώσεις του Γουόρς, καθώς η αγορά αναζητά ενδείξεις για το αν η σημερινή αύξηση αποτελεί μεμονωμένη προσαρμογή ή την απαρχή ενός νέου κύκλου αυξήσεων, με φόντο τις επόμενες συνεδριάσεις του Οκτωβρίου – λίγο πριν τις ενδιάμεσες εκλογές – και του Δεκεμβρίου, αλλά και τις προοπτικές για το 2027.
Με 12-0 ψήφους η απόφαση της Fed για τα επιτόκια
Στην ανακοίνωσή της Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς (FOMC) σχετικά με τη σημερινή συνεδρίαση αναφέρεται χαρακτηριστικά:
«Η Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (FOMC) ενέκρινε την ακόλουθη ανακοίνωση προς δημοσίευση με ψήφους 12 έναντι 0:
Η Επιτροπή αποφάσισε να αυξήσει το εύρος-στόχο για το επιτόκιο των ομοσπονδιακών κεφαλαίων κατά 1/4 της ποσοστιαίας μονάδας, στο 3,75% έως 4%, προς υποστήριξη της διπλής εντολής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Η Επιτροπή συνεχίζει την πολιτική της για τη διατήρηση επαρκών διαθεσίμων στο τραπεζικό σύστημα.
Η οικονομική δραστηριότητα επεκτείνεται με στερεό ρυθμό. Παρότι η αβεβαιότητα παραμένει αυξημένη, εν μέρει λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων, η εγχώρια δαπάνη εμφανίζεται ανθεκτική. Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι ισχυρή και οι κεφαλαιουχικές επενδύσεις παραμένουν σθεναρές. Η αύξηση των θέσεων εργασίας συμβαδίζει με το εργατικό δυναμικό, ενώ το ποσοστό ανεργίας έχει μεταβληθεί ελάχιστα.
Ο πληθωρισμός παραμένει αυξημένος. Η σημερινή απόφαση νομισματικής πολιτικής θα υποστηρίξει την ταχύτερη επιστροφή στον στόχο 2% της Επιτροπής. Η Επιτροπή θα διασφαλίσει τη σταθερότητα των τιμών».
Τα συμπεράσματα
Η ομόφωνη απόφαση της FOMC (12-0) να αυξήσει τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, στο εύρος 3,75%-4%, επιβεβαιώνει την απόλυτη προσήλωση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας στην τιθάσευση του επιμένοντος πληθωρισμού και την επίτευξη του στόχου 2%.
Παρά τις εντεινόμενες γεωπολιτικές αβεβαιότητες, η Fed στηρίζει τη σφιχτή νομισματική της πολιτική στη στέρεη εικόνα της αμερικανικής οικονομίας, την οποία περιγράφει με ιδιαίτερα θετικούς όρους.
Η ανθεκτικότητα των καταναλωτικών δαπανών, η ισχυρή αύξηση της παραγωγικότητας, οι σθεναρές κεφαλαιουχικές επενδύσεις και η διατήρηση της ανεργίας σε σταθερά επίπεδα παρέχουν το απαραίτητο περιθώριο ελιγμών στην κεντρική τράπεζα.
Με τη διατήρηση επαρκών διαθεσίμων στο τραπεζικό σύστημα, η Fed επιχειρεί να αποκαταστήσει πλήρως τη σταθερότητα των τιμών, χωρίς παράλληλα να διακυβεύσει την αναπτυξιακή δυναμική της εγχώριας αγοράς.
