Ο νομπελίστας οικονομολόγος Μάικλ Κρέμερ αναλαμβάνει από την 1η Οκτωβρίου τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας, έχοντας την ευθύνη για την ερευνητική ατζέντα του οργανισμού. Θα διαδεχθεί τον Ίντερμιτ Γκιλλ σε μια περίοδο κατά την οποία η Τράπεζα επιχειρεί να ενισχύσει τον ρόλο της στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης, στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, σύμφωνα με το Bloomberg.
Γεννημένος το 1964 στη Νέα Υόρκη, ο Κρέμερ θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης αναπτυξιακής οικονομικής. Ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στα Οικονομικά στο Χάρβαρντ το 1992, εργάστηκε στο MIT και δίδαξε επί σειρά ετών στο Χάρβαρντ, προτού μετακινηθεί το 2020 στο University of Chicago, όπου σήμερα είναι καθηγητής και διευθύνει το Development Innovation Lab.
Το έργο του συνδέει την οικονομική θεωρία με πειράματα στο πεδίο και παρεμβάσεις που μπορούν να εφαρμοστούν σε μεγάλη κλίμακα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο Κρέμερ και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν πειραματικές μεθόδους για να εξετάσουν ποιες πολιτικές μπορούν πράγματι να βελτιώσουν την εκπαίδευση και την υγεία σε φτωχότερες χώρες, με χαρακτηριστικές μελέτες στην Κένυα.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση ήταν εκείνη που τον οδήγησε στο Νόμπελ Οικονομίας το 2019, το οποίο μοιράστηκε με τους Abhijit Banerjee και Esther Duflo για την πειραματική τους προσέγγιση στην αντιμετώπιση της παγκόσμιας φτώχειας.
Σύμφωνα με το Reuters, μεταξύ των πιο γνωστών εφαρμογών της έρευνάς του βρίσκονται προγράμματα αποπαρασίτωσης μαθητών, πρωτοβουλίες που αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη στη γεωργία και ο σχεδιασμός μηχανισμών που δίνουν κίνητρα στις φαρμακευτικές εταιρείες να αναπτύσσουν προϊόντα για χώρες χαμηλού εισοδήματος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η συμβολή του στα λεγόμενα Advance Market Commitments, έναν μηχανισμό μέσω του οποίου δεσμεύονται εκ των προτέρων κεφάλαια για την αγορά εμβολίων ή άλλων καινοτομιών, δημιουργώντας ισχυρότερα κίνητρα για την ανάπτυξή τους. Ο Κρέμερ συνέβαλε στον σχεδιασμό σχετικού προγράμματος για εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου, το οποίο στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε σε δεκάδες χώρες.
Η ερευνητική του δραστηριότητα εκτείνεται από την εκπαίδευση και την υγεία έως τη γεωργία, τη χρηματοδότηση και την πρόσβαση σε ασφαλές νερό. Έχει επίσης τιμηθεί με MacArthur Fellowship και είναι μέλος της National Academy of Sciences, ενώ στο παρελθόν διετέλεσε και ερευνητικός συνεργάτης του National Bureau of Economic Research.
Σύμφωνα με το Reuters, ο Κρέμερ είναι ο πρώτος ήδη βραβευμένος με Νόμπελ οικονομολόγος που αναλαμβάνει τη θέση του chief economist της Παγκόσμιας Τράπεζας. Προηγούμενοι επικεφαλής οικονομολόγοι, όπως οι Τζόζεφ Στίγκλιτζ και Πολ Μίχαελ Ρόμερ, απέκτησαν το Νόμπελ αργότερα στην καριέρα τους.
«Ο Μάικλ έχει αφιερώσει την καριέρα του όχι μόνο στο να εντοπίζει τι λειτουργεί στην ανάπτυξη, αλλά και στο να το αποδεικνύει σε μεγάλη κλίμακα – και αυτό ακριβώς είναι το είδος σκέψης που χρειαζόμαστε», δήλωσε ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ajay Banga, σε ανακοίνωση που επικαλείται το Bloomberg.
Οι προκλήσεις που αναλαμβάνει o Μάικλ Κρέμερ
Ο ίδιος, αναφερόμενος στις προτεραιότητες της νέας του θέσης, επισήμανε ότι οι προκλήσεις είναι μεγάλες και αφορούν, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας σε μεγάλη κλίμακα, την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης και τη διασφάλιση πρόσβασης των πολιτών σε βασικές υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης.
Υπό την ηγεσία του Ajay Banga, η Παγκόσμια Τράπεζα έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, σε μια συγκυρία κατά την οποία η διμερής χρηματοδότηση και οι επιχορηγήσεις προς αναπτυσσόμενες χώρες έχουν περιοριστεί.
Η εξάλειψη της ακραίας φτώχειας παραμένει ένας από τους βασικούς στόχους του οργανισμού. Κατά το οικονομικό έτος 2025, η Παγκόσμια Τράπεζα παρείχε περισσότερα από 118 δισ. δολάρια σε χρηματοδοτήσεις μέσω δανείων, επιχορηγήσεων και εγγυήσεων.
Η επιλογή Κρέμερ ακολουθεί αντίστοιχη αλλαγή και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο πρόσφατα όρισε τη Silvana Tenreyro, πρώην μέλος της Τράπεζας της Αγγλίας, στη θέση της επικεφαλής οικονομολόγου.
