Για ακόμη εννέα μήνες μετατίθεται η υποχρεωτική πληρωμή των ενοικίων μέσω τραπεζικού λογαριασμού, με τη νέα ημερομηνία να ορίζεται για την 1η Ιουλίου 2027. Η απόφαση της ΑΑΔΕ συνδέεται με την ανάγκη να ολοκληρωθεί το σύστημα διασταύρωσης των στοιχείων με τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, αλλά και να δοθεί χρόνος σε ιδιοκτήτες και ενοικιαστές να προσαρμοστούν στη νέα διαδικασία. Πίσω, όμως, από τη νέα παράταση υπάρχει ένα μεγαλύτερο ζήτημα. Το πληροφοριακό οικοσύστημα πάνω στο οποίο θα στηριχθούν οι διασταυρώσεις δεν είναι ακόμη έτοιμο.
Το Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων, το γνωστό ΜΙΔΑ, βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία ενοποίησης και ελέγχου δεδομένων από διαφορετικές πηγές. Και οι δοκιμές έχουν δείξει ότι τα στοιχεία δεν συμφωνούν πάντοτε μεταξύ τους. Έτσι, αντί η υποχρεωτική τραπεζική πληρωμή των ενοικίων να ξεκινήσει και οι διασταυρώσεις να ακολουθήσουν όταν το σύστημα είναι ώριμο, επιλέγεται η συνολική μετάθεση της εφαρμογής.
Το ΜΙΔΑ σχεδιάζεται ως ο ενιαίος ψηφιακός φάκελος κάθε ακινήτου. Στόχος είναι η ΑΑΔΕ να μπορεί να έχει μία ολοκληρωμένη εικόνα για την ακίνητη περιουσία κάθε φορολογουμένου, συνδυάζοντας στοιχεία από διαφορετικές βάσεις δεδομένων. Το Ε9, το Κτηματολόγιο, τα στοιχεία ηλεκτροδότησης του ΔΕΔΔΗΕ και οι δηλώσεις μίσθωσης αποτελούν διαφορετικές πηγές πληροφόρησης. Το ζητούμενο είναι όλα αυτά τα δεδομένα να «κουμπώσουν» μεταξύ τους.
Στην πράξη, οι δοκιμές έχουν αναδείξει αναντιστοιχίες. Το ίδιο ακίνητο μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικά χαρακτηριστικά στις επιμέρους βάσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει φορολογική παράβαση. Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όταν οι διαφορές αυτές χρησιμοποιούνται από ένα αυτοματοποιημένο σύστημα για να παράγει ελέγχους. Μία λανθασμένη επιφάνεια, μία διαφορετική περιγραφή της χρήσης ή μία ασυμφωνία στα στοιχεία ιδιοκτησίας μπορεί να οδηγήσει σε λάθος συμπέρασμα, εάν δεν προηγηθεί η απαραίτητη διαδικασία ελέγχου και διόρθωσης. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η πλήρης λειτουργία του ΜΙΔΑ απαιτεί χρόνο.
Όταν ολοκληρωθεί, το ΜΙΔΑ θα συγκεντρώνει σε έναν ενιαίο ψηφιακό φάκελο τα βασικά στοιχεία κάθε ακινήτου. Μεταξύ άλλων, θα αποτυπώνονται:
-το είδος του ακινήτου,
-η θέση και η επιφάνεια,
-ο όροφος,
-η χρήση,
-η κατάσταση ηλεκτροδότησης,
-εάν είναι ημιτελές ή κενό,
-εάν είναι ιδιοκατοικούμενο, μισθωμένο ή δωρεάν παραχωρημένο,
-ο ΑΤΑΚ,
-ο ΚΑΕΚ,
-στοιχεία από τον ΔΕΔΔΗΕ,
-στοιχεία μισθώσεων,
-ασφαλιστήρια συμβόλαια,
-στοιχεία πολεοδομικών αδειών,
Μετά την επεξεργασία των δεδομένων, οι ιδιοκτήτες θα μπορούν να ενημερωθούν για την εικόνα που έχει διαμορφωθεί για τα ακίνητά τους και, όπου χρειάζεται, να προχωρήσουν σε διορθώσεις ή συμπληρώσεις. Εάν, για παράδειγμα, ένα ακίνητο εμφανίζεται στο Κτηματολόγιο αλλά δεν έχει αντίστοιχη καταχώριση στο Ε9, η απόκλιση θα μπορεί να εντοπίζεται και να ακολουθεί ο απαραίτητος έλεγχος.
Με αυτόν τον τρόπο, το ΜΙΔΑ φιλοδοξεί να δημιουργήσει μία ενιαία εικόνα για κάθε ακίνητο και να περιορίσει τις «γκρίζες ζώνες» που δημιουργούνται όταν οι ίδιες πληροφορίες βρίσκονται σε διαφορετικά συστήματα.
Η υποχρεωτική πληρωμή του ενοικίου μέσω τράπεζας και η διασταύρωση της πληρωμής με τα στοιχεία του ακινήτου δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Η πρώτη αφορά τον τρόπο με τον οποίο καταβάλλεται το μίσθωμα. Η δεύτερη αφορά το πώς το Δημόσιο θα αξιοποιήσει την πληροφορία αυτή για φορολογικούς ελέγχους. Θα μπορούσε, επομένως, να εξεταστεί ένας διαχωρισμός των δύο διαδικασιών.
Η τραπεζική πληρωμή να ξεκινήσει κανονικά και οι πλήρεις αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις να ενεργοποιηθούν σε δεύτερο χρόνο, όταν το ΜΙΔΑ θα έχει ολοκληρώσει την επεξεργασία και τον καθαρισμό των δεδομένων.
Με αυτόν τον τρόπο, η αγορά θα άρχιζε από τώρα να προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα, χωρίς οι αναντιστοιχίες του ΜΙΔΑ να οδηγούν αυτομάτως σε φορολογικούς ελέγχους. Η λογική αυτή θα μπορούσε να έχει και μία δεύτερη χρησιμότητα και συγκεκριμένα να δημιουργηθεί σταδιακά μία νέα κουλτούρα πληρωμής των ενοικίων μέσω του τραπεζικού συστήματος. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι το 2027 είναι εκλογικό έτος.
Έτσι όταν το ΜΙΔΑ θα ήταν πλήρως λειτουργικό, η φορολογική διοίκηση θα είχε ήδη στη διάθεσή της ένα σημαντικό ηλεκτρονικό αποτύπωμα των μισθώσεων, πάνω στο οποίο θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται οι διασταυρώσεις.
Τι αλλάζει για ιδιοκτήτες και ενοικιαστές
Η παράταση σημαίνει πρακτικά ότι ιδιοκτήτες και ενοικιαστές δεν υποχρεώνονται ακόμη να περάσουν στο νέο καθεστώς της αποκλειστικής τραπεζικής καταβολής των μισθωμάτων. Το διάστημα μέχρι την 1η Ιουλίου 2027 δίνει χρόνο για την ολοκλήρωση των τεχνικών υποδομών, αλλά και για να προσαρμοστεί η αγορά.
Για την αγορά ακινήτων, άλλωστε, η υποχρεωτική τραπεζική πληρωμή δεν αποτελεί μόνο φορολογικό μέτρο. Δημιουργεί ένα σαφέστερο ηλεκτρονικό ίχνος της συναλλαγής, περιορίζει τη χρήση μετρητών και μπορεί να διευκολύνει μελλοντικά τόσο τον φορολογικό έλεγχο όσο και την επίλυση διαφορών μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή.
