Μέσα σε λίγες ώρες, το σκηνικό γύρω από το Ιράν πέρασε από τις ευθείες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για «εξολόθρευση» της Ισλαμικής Δημοκρατίας σε μια τρίωρη επαφή Αμερικανών και Ιρανών στη Νέα Υόρκη. Στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ άνοιξε ξανά ένας εύθραυστος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών, φέρνοντας στο προσκήνιο το ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης, με τα Στενά του Ορμούζ να αποτελούν ένα από τα βασικά σημεία των διαπραγματεύσεων.
Ιράν: Ο εύθραυστος δίαυλος με τις ΗΠΑ και οι τρεις όροι της Τεχεράνης
Οι τρεις όροι του Ιράν μετά τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι οι συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν την Τρίτη ήταν «πολύ καλές» και «πολύ παραγωγικές», προσθέτοντας ότι σχεδιάζεται νέα επαφή στο προσεχές διάστημα. Σύμφωνα με το Bloomberg, από αμερικανικής πλευράς συμμετείχαν ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, ενώ οι συνομιλίες με τους Ιρανούς πραγματοποιήθηκαν μέσω διαμεσολαβητών που κινούνταν μεταξύ των δύο αντιπροσωπειών.
Το Ιράν δεν έδωσε άμεσα λεπτομέρειες για τη σύνθεση της αντιπροσωπείας του. Ωστόσο, ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαΐ δήλωσε στο κρατικό πρακτορείο IRNA ότι στόχος των επαφών στη Νέα Υόρκη ήταν να μεταφερθούν οι απαιτήσεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Το Κατάρ, σύμφωνα με την ίδια πηγή, συνέβαλε στην πραγματοποίηση των συνομιλιών.
Οι τρεις όροι του Ιράν
Στο επίκεντρο βρίσκεται η πιθανότητα επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ, η διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα οποία έχει προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Σύμφωνα με ιρανικά κρατικά μέσα, η Τεχεράνη έχει θέσει τρεις βασικές προϋποθέσεις: την άμεση άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, την αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων και τον τερματισμό των εχθροπραξιών σε όλα τα μέτωπα.
Νωρίτερα, Ιρανός αξιωματούχος είχε δηλώσει στο Reuters ότι η χώρα θα μπορούσε να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ μέσα σε επτά ημέρες, εφόσον οι ΗΠΑ μειώσουν τη στρατιωτική πίεση και άρουν τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών.
Η προοπτική μιας τέτοιας εξέλιξης αποτυπώνεται ήδη στην αγορά πετρελαίου. Το Brent υποχωρεί κατά 0,61%, στα 98,64 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό καταγράφει μεγαλύτερες απώλειες 1,17%, στα 89,46 δολάρια. Οι ενδείξεις για επανέναρξη του διαλόγου μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, σε συνδυασμό με το ενδεχόμενο ομαλοποίησης της διέλευσης πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, περιορίζουν μέρος της γεωπολιτικής πίεσης στις τιμές.
Παρά το άνοιγμα του διαύλου επικοινωνίας, η απόσταση μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει μεγάλη και μέχρι στιγμής δεν είναι σαφές εάν η τρίωρη επαφή οδήγησε σε ουσιαστική πρόοδο. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να ζητάει από την Τεχεράνη δεσμεύσεις για το πυρηνικό της πρόγραμμα, χαλάρωση του ελέγχου στα Στενά του Ορμούζ και διακοπή της στήριξης οργανώσεων όπως οι Χούθι, η Χεζμπολάχ και η Χαμάς. Από την πλευρά του, το Ιράν ζητάει ελάφρυνση των αμερικανικών κυρώσεων και εγγυήσεις ότι δεν θα δεχθεί νέες επιθέσεις.
Από την «εξολόθρευση» στις συνομιλίες
Η διπλωματική κινητικότητα ήρθε μόλις λίγες ώρες μετά την ιδιαίτερα σκληρή ομιλία του Τραμπ στη Γενική Συνέλευση. Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε ουσιαστικά δύο δρόμους για την Τεχεράνη: μια συμφωνία για το πυρηνικό της πρόγραμμα ή νέα στρατιωτική κλιμάκωση.
«Θα υπάρξει μια συμφωνία με το Ιράν που θα του επιτρέψει να ανοικοδομηθεί και να δημιουργήσει μια πολύ μεγαλύτερη χώρα ή θα εξολοθρεύσω την Ισλαμική Δημοκρατία και θα το κάνω γρήγορα;», ανέφερε, σύμφωνα με το Bloomberg.
Η Wall Street Journal σημειώνει ότι ο Τραμπ επιχείρησε στην ομιλία του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ειρηνοποιό, υπερασπιζόμενος ταυτόχρονα τη χρήση της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι παρεμβάσεις της κυβέρνησής του έχουν καταστήσει τον κόσμο ασφαλέστερο, δηλώνοντας ότι «ενώ άλλοι μιλούσαν, εγώ έδρασα».
Η αντίθεση ανάμεσα στις απειλές και στη διπλωματική κινητικότητα αποτυπώνει τη στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στην Τεχεράνη: διατήρηση της στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης, αλλά παράλληλα αναζήτηση ενός δρόμου προς συμφωνία.
Ο Τραμπ εκτίμησε ότι το Ιράν θα μπορούσε τελικά να συμφωνήσει μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου για τον τερματισμό του πολέμου και τον περιορισμό του πυρηνικού του προγράμματος. Συνέδεσε μάλιστα ευθέως μια πιθανή συμφωνία με την αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, υποστηρίζοντας ότι στη συνέχεια οι τιμές θα υποχωρήσουν σημαντικά.
Το Ορμούζ πιέζει τις οικονομίες του Κόλπου
Η πίεση για συμφωνία δεν προέρχεται μόνο από την Ουάσιγκτον. Οι χώρες του Κόλπου επιδιώκουν επίσης τον τερματισμό μιας σύγκρουσης που έχει πλήξει ενεργειακές εγκαταστάσεις, εμπορικά πλοία και τις οικονομίες της περιοχής.
Ο Τραμπ είχε στη Νέα Υόρκη επαφές με αξιωματούχους χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, καθώς και με εκπροσώπους της Συρίας, του Ιράκ, της Ιορδανίας και της Τουρκίας. Η διατάραξη της κίνησης στο Ορμούζ έχει ιδιαίτερη σημασία για τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες, καθώς περιορίζει τις εξαγωγές και επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, οι δύο πλευρές εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από μια σταθερή κατάπαυση του πυρός. Η Ουάσιγκτον απαιτεί από το Ιράν να εγκαταλείψει οποιοδήποτε σχέδιο ανάπτυξης πυρηνικού όπλου, να χαλαρώσει τον έλεγχο που ασκεί στη ναυσιπλοΐα μέσω του Ορμούζ και να σταματήσει τη χρηματοδότηση οργανώσεων όπως οι Χούθι, η Χεζμπολάχ και η Χαμάς. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, ζητάει ελάφρυνση των αμερικανικών κυρώσεων και εγγυήσεις ότι δεν θα δεχθεί νέες επιθέσεις.
Τι ζήτησε ο Ζελένσκι από τον Τραμπ
Η ενέργεια βρέθηκε στο επίκεντρο και της συνάντησης του Τραμπ με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο Ουκρανός πρόεδρος δήλωσε στη Wall Street Journal ότι ζήτησε από την Ουάσιγκτον ένα νέο «χειμερινό πακέτο» στρατιωτικής βοήθειας, το οποίο θα περιλαμβάνει συστήματα Patriot και άλλον εξοπλισμό.
Ο Ζελένσκι εκτίμησε επίσης ότι ο Τραμπ θα επιχειρήσει να προωθήσει μια συμφωνία για την παύση των επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές Ρωσίας και Ουκρανίας. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν δύσκολα θα αλλάξει στάση χωρίς πρόσθετη πίεση και νέες κυρώσεις.
Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν προσθέσει ακόμη έναν παράγοντα αναστάτωσης στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Σύμφωνα με τον Ζελένσκι, οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν καταστρέψει το 45% της ρωσικής δυναμικότητας διύλισης, ενώ η Μόσχα έχει περιορίσει τις εξαγωγές ντίζελ για να διασφαλίσει την εγχώρια τροφοδοσία.
Με το Ορμούζ να παραμένει στο επίκεντρο της κρίσης και τις επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές Ρωσίας και Ουκρανίας να συνεχίζονται, η ενέργεια αναδεικνύεται σε κοινό παρονομαστή των δύο μεγάλων γεωπολιτικών μετώπων που κυριάρχησαν στις επαφές της Νέας Υόρκης.
