Η AI στο τραπέζι Τραμπ-Σι: Η νέα σκληρή αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας, με μικρό καλάθι για συμφωνία

Η παρουσία κορυφαίων στελεχών των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών στο δείπνο Τραμπ-Σι υπογραμμίζει το βάρος της ΑΙ στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας

Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ © EPA/YONHAP

ΗΠΑ και Κίνα παλεύουν να συνεννοηθούν για τις προσκλήσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ επαναφέρει στο προσκήνιο τον ανταγωνισμό των δύο υπερδυνάμεων, με την AI να αποκτά κεντρικό ρόλο. Οι δύο πλευρές συμφωνούν στην ανάγκη διαλόγου για τους κινδύνους της AI, χωρίς όμως να υπάρχουν ενδείξεις για ουσιαστική συμφωνία.

Ο Ντόναλντ Τραμπ μάλιστα τη βάφτισε «υπερνοημοσύνη». Ανακοίνωσε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ ότι στα επίσημα αμερικανικά κυβερνητικά έγγραφα στο εξής θα χρησιμοποιείται ο όρος «σούπερ νοημοσύνη» (SI) αντί για «τεχνητή νοημοσύνη» (AI) και επανέλαβε ότι οι προειδοποιήσεις για τους κινδύνους αυτής της τεχνολογίας δεν είναι παρά μια «φάρσα».

Η βαθιά δυσπιστία ΗΠΑ-Κίνας περιορίζει τις πιθανότητες ουσιαστικής προόδου στη συνάντηση, με τις δύο πλευρές να αναζητούν διαύλους επικοινωνίας, χωρίς να περιορίζουν τον τεχνολογικό και γεωπολιτικό ανταγωνισμό.

Παρά τις σημαντικές διαφωνίες, οι δύο πλευρές επιδιώκουν να δείξουν σταθερότητα στις σχέσεις τους. Ωστόσο, οι προσδοκίες για μια μεγάλη συμφωνία παραμένουν περιορισμένες. Η εμπορική εκεχειρία λήγει τον Νοέμβριο, ενώ συνεχίζονται οι διαφορετικές προσεγγίσεις για την Ταϊβάν, τις σπάνιες γαίες και τους αμερικανικούς περιορισμούς στις εξαγωγές τεχνολογίας.

Οι συνομιλίες της Πέμπτης ενδέχεται να οδηγήσουν σε επιμέρους συμφωνίες για δασμούς, καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, στρατιωτική επικοινωνία και τεχνητή νοημοσύνη. Ο Τραμπ αναμένεται επίσης να ζητήσει την απελευθέρωση Αμερικανών κρατουμένων στην Κίνα.

ΗΠΑ-Κίνα: Χαμηλές προσδοκίες για τη συνάντηση Τραμπ-Σι

Η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα της νέας συνάντησης του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο προσπαθούν να διαχειριστούν τον ανταγωνισμό τους χωρίς να οδηγήσουν τη σχέση σε νέα κλιμάκωση.

Οι δύο ηγέτες έχουν ήδη συναντηθεί φέτος, όμως η προηγούμενη επαφή τους τον Μάιο δεν οδήγησε σε σημαντικές και διαρκείς λύσεις στα βασικά σημεία τριβής. Η νέα συνάντηση πραγματοποιείται σε κλίμα που χαρακτηρίζεται περισσότερο από προσπάθεια σταθεροποίησης παρά από προσδοκία θεαματικών συμφωνιών.

«Οι προσδοκίες είναι πολύ χαμηλές», δήλωσε στον Guardian , η Μπόνι Γκλέιζερ, διευθύντρια στο German Marshall Fund. Σε αυτό το περιβάλλον, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει έναν από τους ελάχιστους διαθέσιμους διαύλους συνεννόησης μέσα στις διαφορές.

Αμερικανοί και Κινέζοι αξιωματούχοι συζητούν τη δημιουργία ενός μηχανισμού επικοινωνίας για κινδύνους εθνικής ασφάλειας που συνδέονται με την AI, ενώ έχει συμφωνηθεί να συνεχιστούν οι συνομιλίες σε επόμενο στάδιο.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε ότι το σημαντικό ήταν «να αρχίσει η συζήτηση». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δύο πλευρές εξετάζουν ζητήματα όπως οι ανεξέλεγκτοι πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης, οι μη κρατικοί φορείς και οι πιθανές χρήσεις της τεχνολογίας σε κυβερνοεπιθέσεις και βιολογικά όπλα.

Η προσέγγιση αυτή υποδηλώνει περισσότερο τη δημιουργία ενός μηχανισμού αποτροπής κρίσεων παρά την προσπάθεια θέσπισης ενός ολοκληρωμένου πλαισίου παγκόσμιας διακυβέρνησης της AI.

Η παρουσία κορυφαίων στελεχών της αμερικανικής τεχνολογίας σε δείπνο προς τιμήν του Κινέζου ηγέτη υπογραμμίζει, παράλληλα, το οικονομικό βάρος της τεχνολογικής σχέσης. Μεταξύ των στελεχών που αναμένεται να παρευρεθούν βρίσκονται ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI, ο Σούνταρ Πιτσάι της Alphabet, ο Τιμ Κουκ της Apple, ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ της Meta και ο Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia.

Ο Σαμ Άλτμαν και ο Μαρ Ζούκερμπεργκ - Τεχνητή Νοημοσύνη © Pexels / EPA/TASOS KATOPODIS / CHRIS J. RATCLIFFE / PowerGame.gr

Ο Σαμ Άλτμαν και ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ – Τεχνητή Νοημοσύνη © Pexels / EPA/TASOS KATOPODIS / CHRIS J. RATCLIFFE / PowerGame.gr

Κίνα και ΗΠΑ αναζητούν κοινό έδαφος στην τεχνητή νοημοσύνη

Οι κίνδυνοι από την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έχουν αυξηθεί στην αμερικανική δημόσια συζήτηση. Ερευνητές έχουν προειδοποιήσει για πιθανές ανεξέλεγκτες συμπεριφορές προηγμένων συστημάτων, ενώ έχουν καταγραφεί περιστατικά στα οποία πράκτορες AI κατάφεραν να ξεφύγουν από τα περιβάλλοντα δοκιμών τους και να πραγματοποιήσουν επιθέσεις σε ιστοσελίδες.

Στην Ουάσιγκτον ενισχύονται επίσης οι ανησυχίες ότι η τεχνολογία θα μπορούσε να ενισχύσει τις δυνατότητες της Κίνας στον κυβερνοχώρο ή να χρησιμοποιηθεί για την αποκρυπτογράφηση στρατιωτικών κωδίκων. Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι και βουλευτές ζητούν, ως εκ τούτου, αυστηρότερους περιορισμούς στην πρόσβαση του Πεκίνου σε προηγμένα αμερικανικά τσιπ και τεχνολογίες AI.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο, έχει υιοθετήσει διαφορετική προσέγγιση. Έχει απορρίψει την ανάγκη εκτεταμένης κρατικής ρύθμισης και έχει υποστηρίξει ότι η αμερικανική υπεροχή στην τεχνητή νοημοσύνη δεν πρέπει να ανακοπεί από κανόνες που θα επιβραδύνουν την ανάπτυξη.

«Όποιος κερδίσει την AI, κερδίζει», έχει δηλώσει ο Αμερικανός πρόεδρος, υπογραμμίζοντας ότι οι ΗΠΑ προηγούνται της Κίνας και ότι προτεραιότητά του είναι να διατηρήσουν αυτήν τη θέση.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η απόφαση της κυβέρνησής του να επιτρέψει, υπό περιορισμούς, την πώληση προηγμένων τσιπ της Nvidia στην Κίνα. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει χορηγήσει περιορισμένο αριθμό αδειών για τις πωλήσεις του H200, παρά τους φόβους ότι τέτοιες εξαγωγές μπορεί να ενισχύσουν τις κινεζικές τεχνολογικές δυνατότητες.

Η Nvidia και οι υποστηρικτές της συγκεκριμένης πολιτικής υποστηρίζουν ότι ο πλήρης αποκλεισμός των κινεζικών εταιρειών θα μπορούσε να λειτουργήσει αντίστροφα, ενισχύοντας την προσπάθεια εταιρειών όπως η Huawei να αναπτύξουν εγχώρια τεχνολογία ημιαγωγών.

Η διαφωνία δεν περιορίζεται, επομένως, στο εάν η AI χρειάζεται κανόνες. Αφορά και το ποιος θα καθορίσει αυτούς τους κανόνες και, κυρίως, εάν οποιοδήποτε πλαίσιο θα μπορούσε να περιορίσει το τεχνολογικό πλεονέκτημα μιας από τις δύο πλευρές.

Ο Άαλοκ Μέτα, αναλυτής του Center for Strategic and International Studies, εκτιμά στους New York Times ότι υπάρχει ένα ορισμένο κοινό έδαφος, καθώς και οι Κινέζοι εξετάζουν ζητήματα ασφάλειας της AI και μεγαλύτερη κρατική εποπτεία των εργαστηρίων ανάπτυξης. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, καμία πλευρά δεν είναι πιθανό να αποδεχθεί μέτρα που θα περιόριζαν τη δική της ανταγωνιστική δυνατότητα.

Για την Κίνα, σύμφωνα με τον Μέτα, οι ΗΠΑ φέρουν μεγαλύτερη ευθύνη επειδή διαθέτουν τα πιο προηγμένα μοντέλα. Αυτό περιορίζει σημαντικά τα ζητήματα στα οποία μπορεί να υπάρξει πραγματικά παραγωγικός διάλογος.

Ο CEO της Nvidia Τζένσεν Χουάνγκ © EPA/YONHAP SOUTH KOREA OUT

Ο CEO της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ © EPA/YONHAP SOUTH KOREA OUT

ΗΠΑ-Κίνα: Η βαθιά δυσπιστία περιορίζει την τεχνολογική συνεννόηση

Το μεγαλύτερο εμπόδιο, σύμφωνα με αναλυτές, δεν είναι η έλλειψη κοινών προβληματισμών, αλλά η έλλειψη εμπιστοσύνης.

Ο Έντγκαρντ Κέιγκαν, ανώτερος σύμβουλος του Center for Strategic and International Studies και πρώην Αμερικανός διπλωμάτης στην Ασία, σημειώνει στους New York Times ότι η βαθιά καχυποψία μεταξύ των δύο χωρών θα περιορίσει την ανταλλαγή πληροφοριών που απαιτείται ώστε οποιαδήποτε συμφωνία να θεωρείται αξιόπιστη.

«Θα είναι πολύ, πολύ δύσκολο να βρεθεί ένας μηχανισμός που θα είναι κάτι περισσότερο από συμβολικός αυτήν τη στιγμή», υποστηρίζει.

Ανάλογη είναι η εκτίμηση της Αμάντα Χσιάο από τη Eurasia Group. Όπως λέει στον Guardian, η Κίνα δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους της AI με τον ίδιο τρόπο που τους αντιλαμβάνονται οι ΗΠΑ. Στο Πεκίνο, οι αμερικανικές εκκλήσεις για αυστηρότερα πρότυπα ασφάλειας ή για επιβράδυνση της ανάπτυξης των πλέον προηγμένων μοντέλων μπορεί να εκλαμβάνονται ως προσπάθεια περιορισμού της κινεζικής τεχνολογικής προόδου.

Η κινεζική πλευρά έχει ήδη υιοθετήσει δικούς της κανόνες για την τεχνητή νοημοσύνη, μεταξύ άλλων για τη σήμανση περιεχομένου που δημιουργείται από AI, τη χρήση AI companions από παιδιά και το περιεχόμενο που μπορούν να παράγουν τα chatbots. Πρόκειται για μια διαφορετική μορφή κρατικής εποπτείας, συνδεδεμένη και με την ευρύτερη πολιτική του Πεκίνου για τον έλεγχο της πληροφορίας.

Παράλληλα, η Κίνα απορρίπτει τις αμερικανικές εκτιμήσεις ότι η ανάπτυξη της δικής της AI συνιστά ευρύτερη απειλή. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών έχει προειδοποιήσει ότι η «κινδυνολογία», η αντιπαράθεση και ο επιθετικός ανταγωνισμός θα δυσχεράνουν την παγκόσμια διακυβέρνηση της τεχνολογίας.

Στην αμερικανική πλευρά, πάντως, υπάρχουν πολιτικές πιέσεις για πιο σκληρή στάση. Η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν έχει κατηγορήσει τον Ντόναλντ Τραμπ ότι ανταποκρίνεται υπερβολικά στις απαιτήσεις της τεχνολογικής βιομηχανίας και τον έχει καλέσει να θέσει στον Σι Τζινπίνγκ τους κινδύνους που συνδέονται με την AI.

ΗΠΑ-Κίνα: Εμπόριο, τσιπ και σπάνιες γαίες στο τραπέζι

Πέρα από την AI, η εμπορική σχέση παραμένει κρίσιμος παράγοντας. Η προσωρινή εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο περιλαμβάνει παύση ορισμένων δασμών και δεσμεύσεις της Κίνας για χαλάρωση περιορισμών στις εξαγωγές σπάνιων γαιών.

Η Ουάσιγκτον θέλει να εξασφαλίσει απρόσκοπτη πρόσβαση σε σπάνιες γαίες και μαγνήτες που χρειάζεται η αμερικανική βιομηχανία. Η κινεζική πλευρά, από την άλλη, επιδιώκει μια πιο μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των εμπορικών σχέσεων, καθώς οι αμερικανικοί δασμοί εξακολουθούν να αποτελούν κίνδυνο για την εξαγωγικά προσανατολισμένη οικονομία της.

Παρά την εμπορική αντιπαράθεση, οι κινεζικές εξαγωγές παραμένουν ισχυρές. Το εμπορικό πλεόνασμα της χώρας έναντι των ΗΠΑ αυξήθηκε σημαντικά, ενώ την ίδια στιγμή οι εξαγωγές κινεζικών μαγνητών σπάνιων γαιών προς την αμερικανική αγορά υποχώρησαν τον Αύγουστο.

Η τεχνολογική αντιπαράθεση προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Η Ουάσιγκτον έχει επιβάλει περιορισμούς στην πρόσβαση της Κίνας σε προηγμένους ημιαγωγούς και εξοπλισμό παραγωγής τους, ενώ το Πεκίνο ενισχύει την εγχώρια βιομηχανία τσιπ. Η Huawei επιταχύνει τα σχέδιά της για νέας γενιάς τσιπ τεχνητής νοημοσύνης, δείχνοντας ότι οι αμερικανικοί περιορισμοί δεν έχουν σταματήσει την προσπάθεια τεχνολογικής αυτονόμησης.

Ο Μπρετ Φέτερλι από το Asia Group συνοψίζει το βασικό πρόβλημα: «Η πραγματικότητα είναι ότι καμία πλευρά δεν γνωρίζει πραγματικά τι μπορεί να προκύψει από έναν διάλογο σε αυτήν τη συγκεκριμένη πολιτική και τεχνολογική συγκυρία».

τραμπ τζινπινγκ

Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ © EPA/POOL/Freepik/Powergame.gr

Ταϊβάν και γεωπολιτική σκιά πάνω από τη σύνοδο

Ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες υπάρχουν στα γεωπολιτικά ζητήματα. Η Ταϊβάν παραμένει μία από τις σημαντικότερες κόκκινες γραμμές του Πεκίνου, ενώ η Ουάσιγκτον εξετάζει το ενδεχόμενο νέων πωλήσεων αμερικανικών όπλων προς το νησί.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει περιγράψει τις μελλοντικές πωλήσεις όπλων ως διαπραγματευτικό χαρτί. Η στάση αυτή προκαλεί ανησυχία σε ορισμένους Αμερικανούς βουλευτές, οι οποίοι φοβούνται ότι η Ταϊβάν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέρος μιας ευρύτερης διαπραγμάτευσης με το Πεκίνο.

Την ίδια στιγμή, η Κίνα επιδιώκει να παρουσιάσει τη σύνοδο ως απόδειξη ότι η σχέση με τις ΗΠΑ μπορεί να παραμείνει σταθερή παρά τις διαφωνίες. Ο Ζου Φενγκ, κοσμήτορας της Σχολής Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Νανκίνγκ, εκτιμά ότι βασικοί στόχοι του Πεκίνου είναι ένα θετικό μήνυμα για τη διμερή σχέση, η αντιμετώπιση όσων θεωρεί αμερικανικές υπερβολές σχετικά με την AI και η διατήρηση των θέσεών του για την Ταϊβάν.

Η ευρύτερη γεωπολιτική εικόνα περιπλέκει ακόμη περισσότερο τη συνάντηση. Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί στενή σχέση με τη Ρωσία, ενώ έχει διαδραματίσει ρόλο στις εξελίξεις γύρω από το Ιράν και τη Μέση Ανατολή. Ο Άλι Γουάιν από το International Crisis Group σημειώνει ότι η αντίθεση ανάμεσα στις δύο δυνάμεις γίνεται πιο έντονη: οι ΗΠΑ παραμένουν εμπλεκόμενες σε πολλαπλές κρίσεις, ενώ η Κίνα προσπαθεί να προβάλλεται ως σταθεροποιητικός παράγοντας σε έναν περισσότερο πολυπολικό κόσμο.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι Ουάσιγκτον και Πεκίνο μετατρέπονται σε συνεργατικούς διαχειριστές της διεθνούς τάξης. Όπως επισημαίνει ο Σκοτ Κένεντι του Center for Strategic and International Studies, οι δύο χώρες βρίσκουν τρόπους να διαχειρίζονται τη διμερή σχέση, αλλά «δεν συνεργάζονται καθόλου ως συνδιαχειριστές της διεθνούς τάξης».

Το πιθανότερο αποτέλεσμα της συνάντησης, επομένως, δεν είναι μια μεγάλη συμφωνία αλλά η διατήρηση ανοιχτών διαύλων. Η AI μπορεί να αποτελέσει έναν νέο μηχανισμό επικοινωνίας, χωρίς να εξαλείψει τον ανταγωνισμό για την τεχνολογική υπεροχή.

Η Αμάντα Χσιάο περιγράφει το κλίμα ως μια ακόμη σύνοδο «με θετικό κλίμα αλλά σχετικά χαμηλή φιλοδοξία ως προς την ουσία». Και αυτή ίσως είναι η πιο χαρακτηριστική περιγραφή της συνάντησης: Ουάσιγκτον και Πεκίνο χρειάζονται ο ένας τον άλλον αρκετά ώστε να αποφεύγουν μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση, αλλά παραμένουν υπερβολικά ανταγωνιστικοί για να οικοδομήσουν πραγματική στρατηγική εμπιστοσύνη.