Πού βαδίζουν ΗΠΑ και Κίνα; Η επίσκεψη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ στις ΗΠΑ την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον ανταγωνισμό των δύο ισχυρότερων οικονομικά και στρατιωτικά κρατών του πλανήτη και τις νέες ισορροπίες ισχύος που διαμορφωνονται σε έναν ασταθή κόσμο.
Πεκίνο και Ουάσιγκτον επιχειρούν να βάλουν κάποιο «φρένο» στη μεταξύ τους αντιπαράθεση, χωρίς να εξαλείφουν την αντιπαράθεση για την παγκόσμια ηγεμονία.
Η γεωπολιτική αναδιάταξη, οι πόλεμοι, το εμπόριο, η βιομηχανία, οι δασμοί, η ενέργεια, η τεχνολογία και οι αλληλεξαρτήσεις διαμορφώνουν μια εύθραυστη νέα ισορροπία με τις διαμάχες να αποκτούν παγκόσμιες διαστάσεις, επισημαίνουν διεθνείς αναλυτές.
Τον περασμένο Μάιο, η συνάντηση του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο σηματοδότησε μια προσπάθεια να αλλάξει το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η πιο κρίσιμη διμερής σχέση του 21ου αιώνα. Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να επιδιώξουν μια σχέση «στρατηγικής σταθερότητας», μια διατύπωση που δεν σημαίνει ότι η αντιπαράθεση τελειώνει, αλλά ότι οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν πλέον πως πρέπει να τη διαχειριστούν.
Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές σύστημα μετακινείται από το μοντέλο της σχετικής αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας προς μια περισσότερο πολυπολική πραγματικότητα. Η Μέση Ανατολή, ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας, η Ταϊβάν, η διεύρυνση των BRICS και η ενίσχυση περιφερειακών δυνάμεων δείχνουν ότι η παγκόσμια ισορροπία ισχύος γίνεται πιο σύνθετη και λιγότερο προβλέψιμη.
Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια στρατιωτική, οικονομική και χρηματοπιστωτική ισχύ. Ωστόσο, η ικανότητά της να διαμορφώνει μονομερώς τις εξελίξεις αμφισβητείται ολοένα περισσότερο από χώρες που έχουν αποκτήσει μεγαλύτερο οικονομικό, στρατηγικό και διπλωματικό βάρος. Η Κίνα βρίσκεται στην κορυφή αυτής της μεταβολής, ενώ η Ρωσία, η Ινδία, οι χώρες του Κόλπου και οι διευρυμένοι BRICS διεκδικούν μεγαλύτερο περιθώριο αυτονομίας.
Η Κίνα, οι ΗΠΑ και οι BRICS
Η πρόσφατη σύνοδος των BRICS στην Ινδία κατέδειξε αυτή τη δυναμική. Ο Σι προώθησε την ενίσχυση της οικονομικής και τεχνολογικής συνεργασίας ενός διευρυμένου «Greater BRICS», ενώ η Κίνα και άλλες μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες συνδέουν όλο και περισσότερο τη δράση του σχήματος.
Για το Πεκίνο, επομένως, η σχέση με την Ουάσιγκτον δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως σχέση μιας ανερχόμενης δύναμης με την κυρίαρχη δύναμη. Η ίδια η Κίνα θεωρεί ότι έχει πλέον μεγαλύτερες δυνατότητες να απορροφήσει τις πιέσεις, να ανταποδώσει οικονομικά μέτρα και να διαπραγματευθεί από θέση μεγαλύτερης ισχύος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Πεκίνο εγκαταλείπει τον ανταγωνισμό. Αντίθετα, η νέα προσέγγιση αναγνωρίζει ακριβώς το αντίθετο: Η Κίνα και οι ΗΠΑ είναι ανταγωνιστές και θα παραμείνουν. Η διαφορά βρίσκεται στο πώς θα διαχειριστούν αυτή την αντιπαλότητα, εξηγεί στο Foreign Affairs ο Ντα Γουέι, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Tsinghua και Διευθυντής του Κέντρου Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής (CISS).

Σύνοδος ηγετών BRICS ©EPA/INDIA’S MINISTRY OF EXTERNAL AFFAIRS / HANDOUT HANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALES
ΗΠΑ-Κίνα και η «στρατηγική σταθερότητα»… όπως «ήρεμα νερά»
Η «στρατηγική σταθερότητα» λειτουργεί έτσι ως ένα ελάχιστο κοινό πλαίσιο. Δεν αποτελεί μεγάλη συμφωνία που θα επιλύσει τις διαφορές των δύο χωρών, αλλά προσπάθεια να αποτραπεί η ανεξέλεγκτη διολίσθηση από τον ανταγωνισμό στη σύγκρουση.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη εξαιτίας της πολυκρίσης. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν τις ενεργειακές αγορές και τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, ο πόλεμος στην Ουκρανία αναδιαμορφώνει τις σχέσεις Ρωσίας–Δύσης, ενώ η Ταϊβάν παραμένει το σημείο όπου ένας ανταγωνισμός μεταξύ μεγάλων δυνάμεων μπορεί να μετατραπεί σε άμεση στρατιωτική κρίση.
Η Κίνα, μάλιστα, επιχειρεί να αυξήσει τον διπλωματικό της ρόλο στη Μέση Ανατολή. Ενδεικτικά, στις 16 Σεπτεμβρίου ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι κάλεσε το Ιράν και τις ΗΠΑ να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να επανέλθουν στις συνομιλίες, ενώ έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη αποκατάστασης της ασφάλειας στα Στενά του Ορμούζ.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι το Πεκίνο δεν περιορίζει πλέον τη διεθνή του δράση στην οικονομική επέκταση. Επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη που μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στη διαχείριση κρίσεων και να επηρεάσει τους κανόνες ενός διεθνούς συστήματος που γίνεται περισσότερο ανταγωνιστικό.
Κίνα: Η Ταϊβάν και η γραμμή που δεν πρέπει να ξεπεραστεί
Το πιο επικίνδυνο μέτωπο παραμένει η Ταϊβάν. Για την Κίνα αποτελεί ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και ενοποίησης, ενώ για τις ΗΠΑ συνδέεται με την περιφερειακή ισορροπία ασφαλείας και την αξιοπιστία των δεσμεύσεών τους στον Ινδο-Ειρηνικό.
Το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων χαρακτηρίζει την Ταϊβάν ως το πιθανότερο σημείο ανάφλεξης στις σχέσεις Πεκίνου–Ουάσιγκτον, καθώς η στρατιωτική πίεση της Κίνας γύρω από το νησί έχει ενταθεί, την ώρα που η αμερικανική πολιτική δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το εύρος της μελλοντικής υποστήριξης προς την Ταϊπέι.
Η Ταϊβάν συνδέει, επιπλέον, το γεωπολιτικό με το οικονομικό σκέλος της αντιπαράθεσης. Το νησί βρίσκεται στον πυρήνα των παγκόσμιων αλυσίδων ημιαγωγών, γεγονός που σημαίνει ότι μια σοβαρή κρίση δεν θα αφορούσε μόνο την ασφάλεια στην Ασία αλλά θα είχε άμεσες επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο, στη βιομηχανία και στις αγορές.
Ακριβώς γι’ αυτό η στρατηγική σταθερότητα δεν μπορεί να περιοριστεί σε δηλώσεις κορυφής. Χρειάζεται μηχανισμούς αποφυγής κρίσεων, στρατιωτική επικοινωνία, διαύλους άμεσης επαφής και κανόνες για περιστατικά στη θάλασσα και στον αέρα.
Η ίδια λογική αφορά και το διάστημα, τον νέο πόλεμο των άστρων, τα πυρηνικά οπλοστάσια και τις νέες στρατιωτικές τεχνολογίες. Όσο οι δύο χώρες αποκτούν περισσότερες δυνατότητες, αυξάνεται και ο κίνδυνος μιας λανθασμένης εκτίμησης. Η απόλυτη ασφάλεια της μίας πλευράς μπορεί να εκλαμβάνεται ως απειλή από την άλλη.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι να εξαφανιστεί η στρατηγική αντιπαλότητα αλλά να δημιουργηθεί ένα σύστημα μέσα στο οποίο η αντιπαλότητα δεν θα οδηγεί αυτόματα σε κρίση, σύμφωνα με τον Ντα Γουέι.

Σκάφη του πολεμικού ναυτικού της Ταϊβάν σε ασκήσεις © ROC/DoD/X.com
Ο οικονομικός πόλεμος δεν τελειώνει με τη διπλωματική προσέγγιση
Η ίδια αντίφαση εμφανίζεται στην οικονομία. Οι ΗΠΑ και η Κίνα επιχειρούν να σταθεροποιήσουν τις σχέσεις τους, την ώρα που συνεχίζουν να ανταγωνίζονται για δασμούς, βιομηχανική παραγωγή, τεχνολογία, κρίσιμες πρώτες ύλες και εφοδιαστικές αλυσίδες.
Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου έχουν ήδη περάσει από έναν πολυετή εμπορικό πόλεμο, με δασμούς, περιορισμούς στις εξαγωγές τεχνολογίας και κινεζικούς ελέγχους στις σπάνιες γαίες. Η πλήρης οικονομική αποσύνδεση, ωστόσο, αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη, ακριβώς επειδή οι αλυσίδες παραγωγής παραμένουν βαθιά αλληλένδετες.
Το επόμενο κεφάλαιο αυτής της αντιπαράθεσης είναι ήδη στο τραπέζι. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ αναμένεται να συναντηθεί με τον Κινέζο αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Χε Λιφένγκ πριν από τη σχεδιαζόμενη συνάντηση Τραμπ–Σι στις 24 Σεπτεμβρίου. Οι συζητήσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, ενδεχόμενες μειώσεις δασμών σε προϊόντα αμερικανικής ενέργειας και αγροτικά προϊόντα, αλλά και κινεζικές εισροές που χρησιμοποιούνται από Αμερικανούς κατασκευαστές.
Η εξέλιξη δείχνει ότι η οικονομική σχέση έχει περάσει σε μια πιο πραγματιστική φάση. Η Ουάσιγκτον θέλει να περιορίσει τις εξαρτήσεις της από την Κίνα, χωρίς όμως να προκαλέσει σοκ στις αμερικανικές επιχειρήσεις και στις παγκόσμιες αγορές. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, θέλει να διατηρήσει πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, ενώ παράλληλα επενδύει στην αυτάρκεια κρίσιμων κλάδων, αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg.
Οι δύο πλευρές έχουν ισχυρά διαπραγματευτικά όπλα. Οι ΗΠΑ διαθέτουν το δολάριο, την πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, τεχνολογικά πλεονεκτήματα και μεγάλη αγοραστική δύναμη. Η Κίνα διαθέτει τεράστια βιομηχανική βάση, κρίσιμες πρώτες ύλες και κομβικό ρόλο στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η αντιπαράθεση στις σπάνιες γαίες το 2025 υπενθύμισε ακριβώς αυτή την αλληλεξάρτηση. Οι αμερικανικοί περιορισμοί στην κινεζική τεχνολογία δεν εξαφάνισαν τις κινεζικές επιχειρήσεις από τις διεθνείς αλυσίδες παραγωγής. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις οι εταιρείες διεύρυναν την παρουσία τους σε άλλες χώρες, διατηρώντας τον έλεγχο κρίσιμων τμημάτων της παραγωγής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο κλάδος των μπαταριών. Η κινεζική CATL αύξησε την παρουσία της στην Ασία και την Ευρώπη, ενώ παράλληλα παραχώρησε τεχνολογία στη Ford για παραγωγή μπαταριών στις ΗΠΑ. Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι η μεταφορά παραγωγής εκτός Κίνας δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με απεξάρτηση από την κινεζική τεχνογνωσία και τις κινεζικές επιχειρήσεις.
Ανάλογη είναι η εικόνα στον κλάδο των αυτοκινήτων, όπου η Κίνα έχει ενισχύσει σημαντικά τη θέση της, ιδιαίτερα στα ηλεκτρικά οχήματα και στις μπαταρίες. Η βιομηχανική αντιπαράθεση, επομένως, δεν αφορά πλέον μόνο το ποιος εξάγει περισσότερα προϊόντα. Αφορά το ποιος ελέγχει την τεχνολογία, την παραγωγή, τις πρώτες ύλες και τα δίκτυα εφοδιασμού.

Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ © EPA/POOL/Freepik/Powergame.gr
Δασμοί, βιομηχανία και το νέο οικονομικό ισοζύγιο
Ο εμπορικός ανταγωνισμός αποκαλύπτει μια βαθύτερη διαφορά μεταξύ των δύο μοντέλων. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν δασμούς και περιορισμούς για να ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή και να μειώσουν την εξάρτηση από την Κίνα. Το Πεκίνο, αντίστοιχα, στηρίζεται στην κλίμακα της βιομηχανικής του παραγωγής, στις εξαγωγές και στην προσπάθεια να μετακινηθεί σε προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Έτσι, οι δασμοί δεν αποτελούν απλώς εμπορικό εργαλείο. Έχουν μετατραπεί σε μέσο βιομηχανικής πολιτικής και γεωπολιτικής πίεσης.
Η συμφωνία «Phase One» του 2020 είχε δείξει ότι ακόμη και μετά την έντονη εμπορική αντιπαράθεση οι δύο οικονομίες μπορούσαν να επιστρέψουν σε ένα πλαίσιο συνεννόησης. Η ίδια τάση επανεμφανίστηκε μετά τις νέες εντάσεις του 2025. Η σχέση έχει επανειλημμένα περάσει από την κλιμάκωση στη σταθεροποίηση και ξανά στην ένταση, γεγονός που υποδηλώνει ότι καμία πλευρά δεν μπορεί εύκολα να επιβάλει μια μόνιμη λύση.
Οι οικονομικές ανισορροπίες παραμένουν, επίσης, σημαντικές. Το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας και η εξάρτηση πολλών αμερικανικών επιχειρήσεων από κινεζικές εισαγωγές αποτελούν βασικά σημεία τριβής. Από την άλλη πλευρά, η Κίνα εξακολουθεί να χρειάζεται πρόσβαση στις μεγάλες καταναλωτικές αγορές και στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: οι δύο χώρες προσπαθούν να μειώσουν την αμοιβαία ευπάθεια, αλλά η προσπάθεια αυτή αποδεικνύεται ότι αυξάνει το κόστος της αποσύνδεσης.
Η οικονομική σχέση είναι πλέον τόσο μεγάλη ώστε η πλήρης ρήξη θα είχε συνέπειες πολύ πέρα από τις δύο χώρες. Θα επηρέαζε τις τιμές, τις επενδύσεις, τα εμπορεύματα, τις μεταφορές, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Γι’ αυτό και η επικείμενη συζήτηση για παράταση της εμπορικής εκεχειρίας αποκτά ευρύτερη σημασία. Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το Reuters, οι δύο πλευρές διερευνούν μειώσεις δασμών σε περίπου 30 δισ. δολάρια εμπορίου, ενώ η Ουάσιγκτον εξετάζει παράταση της υφιστάμενης εκεχειρίας.
Παράλληλα, η Κίνα έχει προχωρήσει σε αγορές αμερικανικής σόγιας, με περίπου ένα εκατομμύριο τόνους να έχουν αγοραστεί μέσα σε μία εβδομάδα στις αρχές Σεπτεμβρίου, σε μια κίνηση που συνδέεται με τις επικείμενες συνομιλίες και την ευρύτερη εμπορική διαπραγμάτευση.
Το μήνυμα είναι σαφές: ακόμη και όταν η γεωπολιτική αντιπαράθεση παραμένει, οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να δημιουργήσουν περιοχές συνεννόησης.
Η Κίνα ως ανερχόμενη βιομηχανική δύναμη
Πίσω από τη διαπραγμάτευση για τους δασμούς βρίσκεται ο πραγματικός ανταγωνισμός για τη βιομηχανική ισχύ.
Η Κίνα έχει περάσει από το μοντέλο της χαμηλού κόστους παραγωγής σε ένα μοντέλο που στηρίζεται όλο και περισσότερο σε προηγμένη βιομηχανία, ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, ανανεώσιμες τεχνολογίες, μηχανήματα, ναυπηγική και άλλους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η εξέλιξη αυτή εξηγεί και την αμερικανική ανησυχία. Η αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον μόνο το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ έναντι της Κίνας. Αφορά το ποιος θα κατέχει τις παραγωγικές δυνατότητες που θα καθορίσουν την επόμενη φάση της παγκόσμιας οικονομίας.
Στον τεχνολογικό τομέα, η αντιπαράθεση παραμένει έντονη, με τα μικροτσίπ και την τεχνητή νοημοσύνη να αποτελούν βασικά πεδία ανταγωνισμού. Ωστόσο, το ουσιαστικότερο ζήτημα είναι ευρύτερο: η πρόσβαση σε τεχνολογία, κεφάλαια, πρώτες ύλες και βιομηχανική παραγωγή αποτελεί πλέον μέρος της εθνικής ασφάλειας.
Αυτό εξηγεί γιατί οι περιορισμοί στις εξαγωγές προηγμένων τσιπ από τις ΗΠΑ προς την Κίνα και οι κινεζικοί έλεγχοι σε κρίσιμες πρώτες ύλες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως απλές εμπορικές διαφωνίες.
Ενέργεια: Η νέα βάση της κινεζικής ισχύος
Για την Κίνα, η ενεργειακή ισχύς δεν αφορά πλέον μόνο την εξασφάλιση καυσίμων, αλλά ολοένα περισσότερο την ικανότητα παραγωγής άφθονου και φθηνού ηλεκτρισμού. Η εκρηκτική ανάπτυξη της βιομηχανίας, της ηλεκτροκίνησης, των υποδομών και πλέον των data centers που υποστηρίζουν την τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει τις ανάγκες του ηλεκτρικού συστήματος, μετατρέποντας την ηλεκτροπαραγωγή σε κρίσιμο παράγοντα οικονομικής και τεχνολογικής ανταγωνιστικότητας.
Η Κίνα βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή της ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών, ενώ η ηλιακή ισχύς έχει ξεπεράσει τον άνθρακα ως προς την εγκατεστημένη δυναμικότητα, χωρίς όμως να τον έχει εκτοπίσει από την πραγματική παραγωγή ηλεκτρισμού.
Παράλληλα, το Πεκίνο επιταχύνει την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας, επιδιώκοντας μια σταθερή πηγή ηλεκτρισμού που μπορεί να λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις ΑΠΕ.
Η επιλογή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί ένα νέο, ιδιαίτερα ενεργοβόρο φορτίο. Οι κινεζικοί data centers αναμένεται να αυξήσουν σημαντικά την κατανάλωσή τους έως το 2030, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για νέες μονάδες παραγωγής, ισχυρότερα δίκτυα και αποθήκευση ενέργειας.
Έτσι, η ενεργειακή στρατηγική της Κίνας συνδέεται πλέον άμεσα με τη βιομηχανική και τεχνολογική της φιλοδοξία: όποιος μπορεί να εξασφαλίσει επαρκή, αξιόπιστη και ανταγωνιστικού κόστους ηλεκτρική ενέργεια, αποκτά σημαντικό πλεονέκτημα στη νέα οικονομία της τεχνητής νοημοσύνης.

Κίνα, τεχνητή νοημοσύνη © EPA/MARK R. CRISTINO
Τεχνητή νοημοσύνη: Σι στην Ουάσινγκτον με Άλτμαν, Χουάνγκ και Κουκ
Οι ανησυχίες για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης σκιάζουν την επικείμενη επίσκεψη του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον, η οποία συγκεντρώνει το ενδιαφέρον κορυφαίων ονομάτων της παγκόσμιας τεχνολογικής βιομηχανίας.
Ο επικεφαλής της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, θα παραστεί στο επίσημο δείπνο που θα παραθέσει ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προς τιμήν του Σι στις 24 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με επιβεβαίωση του Semafor. Στο δείπνο αναμένεται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, να παραστούν επίσης ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, και ο επικεφαλής της Apple, Τιμ Κουκ.
Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για μια ξεχωριστή συνάντηση του Λευκού Οίκου με επικεφαλής εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, ενδεχομένως στο περιθώριο της επίσκεψης. Ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον αναφέρθηκε στη σχεδιαζόμενη συνάντηση, χωρίς ωστόσο εκπρόσωπός του να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Το βασικό ερώτημα είναι αν ο Τραμπ και ο Σι θα ανταποκριθούν στις εκκλήσεις για αμερικανοκινεζική συνεργασία στην ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης. Οι κυβερνήσεις των δύο χωρών έχουν εμφανιστεί επιφυλακτικές απέναντι στην αυστηρότερη ρύθμιση του κλάδου, καθώς η τεχνολογική υπεροχή εξελίσσεται σε κρίσιμο πεδίο του ανταγωνισμού Ουάσινγκτον–Πεκίνου.
Ο Τραμπ έχει συνδέσει μάλιστα την ανάγκη αποφυγής αυστηρών «δικλίδων ασφαλείας» με τον στόχο των ΗΠΑ να διατηρήσουν το προβάδισμά τους έναντι της Κίνας στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, γεγονός που περιπλέκει τις προσπάθειες για κοινά διεθνή πρότυπα ασφάλειας.
Η «σταθερότητα» ως αναγκαστικός συμβιβασμός
Η σημερινή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Πεκίνου δεν σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός τελειώνει. Σημαίνει ότι και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν τα όρια της σύγκρουσης.
Τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει ότι κάθε προσπάθεια να επιβληθεί πλήρης οικονομική ή τεχνολογική αποσύνδεση έχει υψηλό κόστος. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικές από όσο περίμεναν πολλοί, ενώ οι εταιρείες βρίσκουν νέους τρόπους να μεταφέρουν παραγωγή, να διαφοροποιούν προμηθευτές και να διατηρούν πρόσβαση στην κινεζική αγορά.
Το ίδιο ισχύει και γεωπολιτικά. Η Κίνα δεν μπορεί να αγνοήσει την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, ενώ οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αγνοήσουν το γεγονός ότι η Κίνα έχει πλέον τη δυνατότητα να επιβάλλει σημαντικό κόστος σε μια στρατηγική αντιπαράθεση.
Η σχέση γίνεται έτσι μια άσκηση διαχείρισης αμοιβαίας ευπάθειας. Η προσεχής συνάντηση Τραμπ–Σι στην Ουάσιγκτον, εφόσον πραγματοποιηθεί όπως έχει προγραμματιστεί για τις 24 Σεπτεμβρίου, θα αποτελέσει νέο τεστ για αυτή τη λογική. Οι συνομιλίες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα το εμπόριο, τις κυρώσεις, τις σπάνιες γαίες, τη Ρωσία, το Ιράν, την Ταϊβάν και την τεχνολογία.
Το γεγονός ότι οι δύο πλευρές εξακολουθούν να συνομιλούν δεν σημαίνει ότι οι διαφορές τους έχουν περιοριστεί. Σημαίνει ότι έχουν γίνει πιο σαφείς οι κίνδυνοι μιας ανεξέλεγκτης αντιπαράθεσης.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της νέας φάσης. Η Κίνα θεωρεί πλέον ότι μπορεί να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ίδια την αναπτυξιακή της πορεία. Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί όλες τις παγκόσμιες κρίσεις ταυτόχρονα, ενώ παράλληλα να αντιμετωπίζει την Κίνα ως μια δύναμη που πρέπει να περιοριστεί σε κάθε πεδίο.
Σε έναν κόσμο όπου οι κρίσεις αλληλεπιδρούν, από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή έως την Ταϊβάν και τις εμπορικές αλυσίδες, η σχέση των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων αποκτά παγκόσμια σημασία.
Η στρατηγική σταθερότητα, επομένως, δεν είναι ειρήνη ούτε συμφιλίωση. Είναι ένα όριο που οι δύο πλευρές προσπαθούν να θέσουν στον ανταγωνισμό τους.
Το αν θα διατηρηθεί θα εξαρτηθεί από την ικανότητά τους να δημιουργήσουν πρακτικούς μηχανισμούς επικοινωνίας, να περιορίσουν τις οικονομικές κλιμακώσεις και να αποφύγουν την παγίδα στην οποία κάθε μέτρο ασφάλειας της μίας πλευράς εκλαμβάνεται ως απειλή από την άλλη.
Σε τελική ανάλυση, η νέα σχέση Κίνας–ΗΠΑ δεν οδηγεί σε έναν κόσμο χωρίς ανταγωνισμό. Αντίθετα, προσαρμόζεται στην πραγματικότητα ενός κόσμου όπου η ισχύς διαχέεται, οι περιφερειακές δυνάμεις αποκτούν μεγαλύτερο ρόλο και οι οικονομίες παραμένουν αλληλένδετες παρά τις προσπάθειες αποσύνδεσης.
Το ζητούμενο δεν είναι πλέον ποιος θα εξαλείψει τον άλλον από το διεθνές σύστημα. Είναι αν οι δύο μεγαλύτερες δυνάμεις μπορούν να ανταγωνιστούν χωρίς να μετατρέψουν τον οικονομικό, τεχνολογικό και γεωπολιτικό ανταγωνισμό σε μια σύγκρουση που θα συμπαρασύρει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
