Η κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας πληγώνει την Ευρώπη

Η σημερινή εικόνα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας είναι κατακερματισμένη, παραπέμποντας σε εικόνα προϊούσας κρίσης

Προεκλογικές αφίσες των ακροδεξιών Σουηδών Δημοκρατών, του Μετριοπαθούς Κόμματος και των Σοσιαλδημοκρατών για τις εκλογές στη Σουηδία ©ΑΠΕ

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία συνεχίζει να ανεβαίνει τον Γολγοθά της, επί ευρωπαϊκού εδάφους. Βλέποντας τα πρόσφατα αποτελέσματα των εκλογών αλλά και τις δημοσκοπήσεις σε βασικές χώρες έχουμε ένα είδος σκωτσέζικου ντους, που υπογραμμίζει μια γενική κρίση προσανατολισμού, μερικές φορές στα όρια της υπαρξιακής πολιτικής επιβίωσης.

Ορισμένα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα, κυρίως στις σκανδιναβικές χώρες φαίνεται να συγκρατούν τις δυνάμεις τους, αλλά με απώλειες. Παρ’ όλα αυτά διατηρούν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Μόλις την περασμένη Κυριακή στη Σουηδία, οι Σοσιαλδημοκράτες κέρδισαν το 28%  των ψήφων και περίπου στις 100 έδρες. Πρόκειται για πτώση σε σχέση με το 30,33% το 2022, αλλά παραμένουν  πρώτη δύναμη. Το κεντροαριστερό μπλοκ  κέρδισε τελικά τις εκλογές με μια οριακή πλειοψηφία τριών εδρών. Στη Δανία επίσης, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα πήρε στις τελευταίες εκλογές το 21,8%, με πτώση αλλά και διατήρηση των βασικών του δυνάμεων, επικεφαλής του κυβερνητικού συνασπισμού. Στον ευρωπαϊκό Νότο, η εξαίρεση του κανόνα παραμένει η Ισπανία. Το PSOE, το Σοσιαλιστικό κόμμα κυβερνά μεν αλλά περνά και αυτό κάμψη. Η τελευταία δημοσκόπηση δείχνει ένα ποσοστό 27,6%, που σημαίνει μεν συγκράτηση των βασικών του δυνάμεων, αλλά το Κεντροδεξιό κόμμα (PP) αναρριχάται στο 32,4% και το ακροδεξιό Vox απειλεί με 17,8%.

Τι να πούμε όμως για τα αλλεπάλληλα σοκ που καταγράφονται στη Γερμανία ή την Γαλλία;  Με τα πιο πρόσφατα δημοσκοπικά στοιχεία, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD) κινείται πλέον σταθερά περίπου στο 12% με 13%, δηλαδή, χαμηλότερα από το ήδη αδύναμο 16,4% των εκλογών του 2025.

Στη Γαλλία, η εικόνα είναι πιο περίπλοκη, καθώς οι δημοσκοπήσεις για το 2027 μετρούν πρόσωπα, που φιλοδοξούν να είναι υποψήφιοι στις Προεδρικές εκλογές. Ο Ολιβιέ Φορ, ο «καθαρόαιμος» υποψήφιος του Σοσιαλιστικού κόμματος (PS) δοκιμάζεται μόλις στο 4,5% με 5%.  Αντίθετα, ο Ραφαέλ Γκλουκσμάν, που προέρχεται από τον χώρο αλλά όχι τυπικά από το κόμμα, φτάνει σε διψήφια ποσοστά της τάξης του11,5% με13%.

Είναι ολοφάνερο ότι η σημερινή εικόνα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας είναι κατακερματισμένη. Περισσότερο παραπέμπει σε εικόνα προϊούσας κρίσης, με προσπάθεια δημιουργίας αναχωμάτων. Η Γερμανία είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα. Το SPD έπεσε στο 16,4% το 2025, χάνοντας 9,3 μονάδες και 86 έδρες. Αυτή είναι μια βαθιά κρίση ταυτότητας για ένα κόμμα που κάποτε ήταν ένας από τους δύο πυλώνες του γερμανικού συστήματος. Στη Γαλλία, η πτώση είναι κατακόρυφη. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα έχασε τον παραδοσιακό του ρόλο ως ένας από τους δύο κύριους πόλους του συστήματος.

Όσο και αν η κρίση και η στασιμότητα εμφανίζεται ως ο κοινός παρονομαστής της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, οι αιτίες που ερμηνεύουν τη στασιμότητα ή την πτώση έχουν διαφορετικές αφετηρίες. Στη Γερμανία, η πτώση του SPD είναι κοινωνική. Το κόμμα χάνει, σε λαϊκά και εργατικά στρώματα που ιστορικά το στήριζαν. Στη Γαλλία, από την άλλη, δεν συρρικνώθηκε απλώς το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Κατέρρευσε πρακτικά ο παλιός διπολισμός. Έχασε ταυτόχρονα προς το κέντρο του Μακρόν και προς τα αριστερά του Μελανσόν. Στη Δανία επιχείρησαν να προσαρμοστούν ιδεολογικά με μια πιο σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό και μια πιο παραδοσιακή λογική του κοινωνικού κράτους. Στη Σουηδία, κινήθηκαν πιο συνθετικά, κρατώντας τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους, αλλά προσαρμόζοντας στοιχεία σε ζητήματα ασφάλειας και ένταξης. Αν το δούμε συνολικά, οι τρεις λέξεις που εξηγούν περισσότερο τις αποκλίσεις είναι η κοινωνική εκπροσώπηση, η ικανότητα προσαρμογής και η αίσθηση κυβερνητικής χρησιμότητας. Εκεί φαίνεται να κρίνεται σήμερα η αντοχή ή η φθορά της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Στην Ελλάδα, τόσο ο Νίκος Ανδρουλάκης, η Άννα Διαμαντοπούλου αλλά και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ υπενθυμίζουν ότι ανήκουν στην ευρωπαϊκή οικογένεια της σοσιαλδημοκρατίας. Ωστόσο, η στασιμότητα που καταγράφεται δημοσκοπικά, δεν έχει να κάνει με τις αιτίες της κρίσης των κομμάτων που προαναφέραμε. Το ζητούμενο για το ΠΑΣΟΚ, στην πορεία προς την κάλπη, παραμένει στο πώς θα καταφέρει να μετατρέψει τη φθορά της κυβέρνησης και την κατάρρευση του παλιού ΣΥΡΙΖΑ σε μια δική του πλειοψηφική βάση. Μέχρι στιγμής δεν το πετυχαίνει. Η χώρα δεν είχε ποτέ τη βαριά βιομηχανική ραχοκοκαλιά της Κεντρικής Ευρώπης, άρα  το ΠΑΣΟΚ δεν έπεσε θύμα των φαινομένων στη Γερμανία ή την Γαλλία, που οι εργάτες ψηφίζουν μαζικά AfD  ή Λεπέν. Η μεγάλη απώλεια του ΠΑΣΟΚ ήταν διαταξική, κυρίως σε ό,τι αφορά τους δεσμούς που είχε δημιουργήσει ως κόμμα εξουσίας με τη μεσαία τάξη. Απώλεια, που συνδέθηκε κυρίως με την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Το ΠΑΣΟΚ έχει προγραμματικές θέσεις και κοινοβουλευτική παρουσία, αλλά δεν πείθει ένα ευρύ ακροατήριο ότι μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική διακυβέρνηση. Η δυσαρέσκεια εκφράζεται μέσα από την αποχή, μέσα από την απροθυμία κεντρώων ψηφοφόρων, δυσαρεστημένων από την πολιτική της κυβέρνησης να στραφούν στο κόμμα, αλλά και από το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, που φιλοδοξεί να «υποκλέψει» την προγραμματική ατζέντα της Χαριλάου Τρικούπη. Η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ φωτίζει μια άλλη διάσταση της κρίσης της σοσιαλδημοκρατίας: όχι τόσο την απώλεια ιδεολογικής ταυτότητας, αλλά την δυσκολία να συνδεθεί αυτή η ταυτότητα με μια σύγχρονη, πειστική, κοινωνική πλειοψηφία.