Γιατί η Ελλάδα βλέπει την πλάτη της Βουλγαρίας στις μπαταρίες

Η ταχύτερη ανάπτυξη των μπαταριών στη γειτονική χώρα επηρεάζει πλέον θετικά τις τιμές, σύμφωνα με τον καθηγητή του ΑΠΘ, Παντελή Μπίσκα

Αποθήκευση ενέργειας, μπαταρίες © 123rf

Την ώρα που η Ελλάδα εξακολουθεί να αναζητεί τον κατάλληλο βηματισμό για τη μαζική είσοδο της αποθήκευσης στο ηλεκτρικό της σύστημα, η Βουλγαρία έχει κινηθεί με σαφώς μεγαλύτερη ταχύτητα, αρχίζοντας ήδη να «εισπράττει» τα οφέλη στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Και, μέσω της σύζευξης των δύο αγορών, ένα μέρος αυτών των οφελών περνά εμμέσως και στην ελληνική αγορά, χωρίς όμως η σχετική υπεραξία να δημιουργείται από ελληνικές επενδύσεις.

Αυτή ήταν μία από τις βασικές επισημάνσεις του Παντελή Μπίσκα, Καθηγητή του ΑΠΘ και Προέδρου του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ), κατά την τοποθέτησή του σε εκδήλωση του Ινστιτούτου. Όπως σημείωσε, στη Βουλγαρία έχουν ήδη εγκατασταθεί περίπου 6 GW μπαταριών, συνολικής χωρητικότητας 18 GWh, με την επίδρασή τους στη διαμόρφωση των τιμών να είναι πλέον ορατή.

Σύμφωνα με τον ίδιο, από πέρυσι έως φέτος παρατηρείται στη βουλγαρική αγορά μία σαφής αλλαγή του ημερήσιου προφίλ των τιμών: οι μεσημεριανές ώρες κινούνται περίπου στα ίδια επίπεδα ή ελαφρώς υψηλότερα, ενώ οι βραδινές τιμές έχουν υποχωρήσει σημαντικά. «Αυτή η τάση, λόγω του market coupling που έχουμε με τη Βουλγαρία, περνάει και σε εμάς. Άρα, εμμέσως ωφελούμαστε από το γεγονός ότι οι γείτονες έτρεξαν πιο γρήγορα από εμάς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Καθαρά πολιτικό θέμα» η διείσδυση των μπαταριών

Για τον κ. Μπίσκα, το βασικό ζήτημα στην Ελλάδα είναι ότι η ταχύτητα ανάπτυξης της αποθήκευσης δεν καθορίζεται πρωτίστως από το επενδυτικό ενδιαφέρον, αλλά από τις αποφάσεις της πολιτείας. «Η διείσδυση των μπαταριών είναι ένα καθαρά πολιτικό θέμα στην Ελλάδα», υπογράμμισε, καθώς το κράτος ουσιαστικά καθορίζει διοικητικά πόση νέα ισχύς αποθήκευσης θα αποκτήσει πρόσβαση στο ηλεκτρικό σύστημα.

Οι επενδυτικές αιτήσεις, άλλωστε, δεν έλειψαν. Από το 2021 άρχισαν να κατατίθενται αιτήματα για όρους σύνδεσης μπαταριών στον ΑΔΜΗΕ, τα οποία έφθασαν σε δεκάδες GW. Όταν ο ΔΕΔΔΗΕ «άνοιξε» το σχετικό πρωτόκολλο τον Δεκέμβριο του 2024, μέσα σε μόλις έξι μήνες υποβλήθηκαν αιτήσεις περίπου 2 GW. Ωστόσο, αντί να εξετάζονται διαδοχικά οι επενδύσεις με βάση τον διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο, οι αιτήσεις συσσωρεύθηκαν εν αναμονή του πλαισίου προτεραιοποίησης.

Η υπουργική απόφαση του Μαρτίου του 2025 για την κατακύρωση ηλεκτρικού χώρου έθεσε συγκεκριμένα κριτήρια για το ποια έργα θα προηγηθούν, τα οποία στην περίπτωση του ΑΔΜΗΕ δεν ταυτίζονται με τη χρονική σειρά υποβολής των αιτήσεων. Κατά τον κ. Μπίσκα, η συγκεκριμένη επιλογή έχει δύο όψεις. Από τη μία, επενδυτές που έχουν υποβάλει αιτήματα εδώ και χρόνια δεν γνωρίζουν ακόμη εάν τελικά θα αποκτήσουν όρους σύνδεσης. Από την άλλη, ο σταδιακός έλεγχος της νέας ισχύος μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο «κανιβαλισμού» των εσόδων μεταξύ των μπαταριών.

Το δίλημμα για τον «κανιβαλισμό»

«Η θετική πλευρά είναι ότι επειδή ορίζει η πολιτεία τη διείσδυση, δεν θα γίνει κανιβαλισμός ή θα γίνει ενδεχομένως μικρότερος κανιβαλισμός», εξήγησε. Η λογική είναι ότι το κράτος μπορεί να ανοίγει σταδιακά χώρο για πρόσθετα GW, εκτιμώντας κάθε φορά εάν τα ήδη εγκατεστημένα έργα εξακολουθούν να εμφανίζουν ικανοποιητική βιωσιμότητα.

Ο ίδιος, ωστόσο, έθεσε και τον αντίλογο: «Το πρόβλημα βιωσιμότητας δεν θα έπρεπε να το ορίζει ο υπουργός. Θα έπρεπε να το ορίζει ο ίδιος ο επενδυτής». Υπό αυτή την οπτική, κάθε επενδυτής θα έπρεπε να πραγματοποιεί τις δικές του αναλύσεις και να αποφασίζει εάν μπορεί να αναλάβει το ρίσκο εισόδου σε μία αγορά όπου δραστηριοποιούνται ήδη πολλές μονάδες αποθήκευσης.

Σε κάθε περίπτωση, ο καθηγητής του ΑΠΘ χαρακτήρισε την είσοδο των μπαταριών «ευλογία» για το ελληνικό σύστημα. Η αποθήκευση μπορεί να περιορίσει προβλήματα τάσης και συμφόρησης, αλλά κυρίως να μεταφέρει μέρος της μεγάλης μεσημεριανής παραγωγής των ΑΠΕ στις ώρες κατά τις οποίες η ζήτηση αυξάνεται και η πράσινη παραγωγή υποχωρεί.

«Φρένο» στα απογευματινά ράλι

Το όφελος γίνεται ιδιαίτερα εμφανές τον χειμώνα. Όπως εξήγησε ο κ. Μπίσκας, η αποθήκευση φθηνής ενέργειας και η επανέγχυσή της στο σύστημα τις απογευματινές και βραδινές ώρες μπορούν να περιορίσουν τις ακραίες τιμές που καταγράφονται όταν η ζήτηση είναι υψηλή. «Αντί να έχουμε 300-400 ευρώ ανά Μεγαβατώρα το απόγευμα –τον Ιανουάριο θα φτάσει τα 500 ευρώ τη Μεγαβατώρα– με τις μπαταρίες θα είχαμε φθηνότερες τιμές», σημείωσε.

Εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο όφελος της αποθήκευσης: το arbitrage μεταξύ φθηνών και ακριβών ωρών. Οι μπαταρίες αποθηκεύουν ενέργεια όταν υπάρχει πλεόνασμα παραγωγής και χαμηλές τιμές και την «επιστρέφουν» όταν το σύστημα τη χρειάζεται περισσότερο. Έτσι περιορίζονται οι αιχμές και εξομαλύνεται η ημερήσια καμπύλη της αγοράς.

Υπάρχει όμως, σύμφωνα με τον κ. Μπίσκα, και ένα δεύτερο όφελος, ίσως ακόμη πιο κρίσιμο για την ελληνική περίπτωση: η αύξηση του ανταγωνισμού στην Αγορά Εξισορρόπησης. Σήμερα, όπως επισήμανε, σε αυτή την αγορά δραστηριοποιείται περιορισμένος αριθμός παραγωγών, γεγονός που δημιουργεί συνθήκες περιορισμένου ανταγωνισμού και συμβάλλει στη διατήρηση υψηλών τιμών για τις υπηρεσίες εφεδρείας και την ενέργεια εξισορρόπησης.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα

«Αυτή τη στιγμή παίζουν τέσσερις παίκτες στην Αγορά Εξισορρόπησης», σημείωσε, προσθέτοντας ότι οι καταναλωτές επιβαρύνονται με κόστος της τάξης των 20-25 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Αντίθετα, όπως ανέφερε, σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές το αντίστοιχο κόστος κινείται περίπου στα 5-7 ευρώ/MWh και, σε υψηλότερες περιπτώσεις, γύρω στα 10 ευρώ/Mwh.

Οι μπαταρίες μπορούν να αλλάξουν αυτή την εικόνα, καθώς αποτελούν ιδιαίτερα ευέλικτους παρόχους υπηρεσιών εξισορρόπησης και μπορούν να αυξήσουν αισθητά τον αριθμό των συμμετεχόντων. «Αν εγώ σαν καταναλωτής, αντί για 20 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, πληρώνω 10 για τους Λογαριασμούς Προσαυξήσεων, τότε θα είμαι ευχαριστημένος. Συν το arbitrage, υπάρχει ένα σταθερό όφελος», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος απέρριψε, παράλληλα, την εκδοχή ότι το υψηλό κόστος οφείλεται σε έλλειψη τεχνικής ευελιξίας του ελληνικού συστήματος. Όπως ανέφερε, η παρουσία μονάδων φυσικού αερίου και υδροηλεκτρικών καθιστά το σύστημα ιδιαίτερα ευέλικτο, ενώ πρόσφατη μελέτη για λογαριασμό του ΑΔΜΗΕ έδειξε ότι τα κενά ευελιξίας είναι από πολύ περιορισμένα έως μηδενικά.

«Όλα ξεκινούν από τον ανταγωνισμό»

Το πρόβλημα, επομένως, εντοπίζεται στον συνδυασμό της δομής της αγοράς και του ρυθμιστικού πλαισίου. Αλλαγές στον σχεδιασμό της Αγοράς Εξισορρόπησης μπορούν να αποφέρουν οφέλη, όμως η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται άμεσα από το πόσοι παίκτες ανταγωνίζονται μεταξύ τους.

«Αν έχεις τέσσερις παίκτες, το αποτέλεσμα είναι μικρό. Αν όμως έχεις δέκα παίκτες, με τις μπαταρίες και άλλους, το αποτέλεσμα είναι πολύ σημαντικό», ανέφερε ο κ. Μπίσκας. Για τον ίδιο, η ρύθμιση και η δομή της αγοράς είναι αλληλένδετες, αλλά η αφετηρία είναι μία: «Όλα ξεκινούν από τον ανταγωνισμό».

Το παράδειγμα της Βουλγαρίας δείχνει ήδη τι μπορεί να αλλάξει όταν η αποθήκευση αποκτήσει κρίσιμη μάζα. Η Ελλάδα, μέσω του market coupling, απολαμβάνει σήμερα μέρος της επίδρασης που προκαλούν οι βουλγαρικές μπαταρίες στις τιμές. Όπως όμως επισήμανε ο κ. Μπίσκας, «αυτό το όφελος θα μπορούσε να το παίρνει ο Έλληνας παραγωγός και όχι ο Βούλγαρος παραγωγός».