BRICS: Πούτιν, Σι και Μόντι δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους απέναντι στον Τραμπ, διχάζονται για τους δύο πολέμους

Εναλλακτικές απέναντι στη Δύση αναζητούν οι BRICS την ώρα που πόλεμοι και ενεργειακή κρίση αποκαλύπτουν βαθιές στρατηγικές διαφορές

Ο Ναρέντρα Μόντι, ο Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ © EPA/ALEXANDER ZEMLIANICHENKO / POOL

Οι BRICS επιχειρούν να εμφανιστούν ως εναλλακτικός πόλος απέναντι στη δυτική κυριαρχία, όμως οι πόλεμοι, η ενεργειακή κρίση και οι διαφορετικές στρατηγικές Κίνας και Ινδίας αποκαλύπτουν τα όρια μιας συμμαχίας που διεκδικεί μεγαλύτερη παγκόσμια επιρροή.

Η κρίση στη Μέση Ανατολή, η ρωσική απομόνωση, η αμερικανική πίεση και η αντιπαλότητα Κίνας-Ινδίας αποκαλύπτουν τα όρια της αναδυόμενης φιλοδοξίας για έναν νέο Παγκόσμιο Νότο.

Η σύνοδος που πραγματοποιείται στο Νέο Δελχί βρίσκει την Ινδία να επιχειρεί μια δύσκολη ισορροπία: να ενισχύσει τον ρόλο της στον Παγκόσμιο Νότο χωρίς να προκαλέσει την Ουάσιγκτον και ταυτόχρονα να αξιοποιήσει τη σταδιακή προσέγγιση με την Κίνα.

Παράλληλα, η επιστροφή της Κίνας στο προσκήνιο, η εμπορική πίεση των ΗΠΑ και τα ρήγματα στους BRICS δοκιμάζουν τη διπλωματική στρατηγική τους.

Οι BRICS απέναντι στη Δύση, αλλά με βαθιές ρωγμές

Διεθνείς αναλυτές σημειώνουν ότι οι ηγέτες της Κίνας, της Ρωσίας, της Ινδίας, της Βραζιλίας και των υπόλοιπων χωρών των BRICS που συναντώνται το Σαββατοκύριακο στο Νέο Δελχί, βρίσκονται μαζί σε μια συγκυρία που δοκιμάζει όσο ποτέ άλλοτε τη συνοχή του σχήματος.

Η ομάδα έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους συνασπισμούς του αναδυόμενου κόσμου, συγκεντρώνοντας σχεδόν τον μισό παγκόσμιο πληθυσμό και περίπου το 40% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Ωστόσο, όσο διευρύνεται, τόσο δυσκολότερο αποδεικνύεται να διαμορφώσει μια κοινή στρατηγική.

Οι αρχικοί BRICS —Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική— έχουν πλέον διευρυνθεί με την Αίγυπτο, την Αιθιοπία, το Ιράν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Ινδονησία, ενώ ακόμη δέκα χώρες συμμετέχουν ως εταίροι. Η διεύρυνση αύξησε το γεωπολιτικό βάρος του σχήματος, αλλά ταυτόχρονα έφερε στο ίδιο τραπέζι κράτη με διαφορετικές σχέσεις με την Ουάσιγκτον, διαφορετικές οικονομικές ανάγκες και, πλέον, αντικρουόμενα συμφέροντα λόγω των πολέμων.

Κίνα, Ρωσία και Ιράν βλέπουν στους BRICS ένα όχημα για την αμφισβήτηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και τη δημιουργία μιας πιο πολυπολικής διεθνούς τάξης. Άλλες χώρες, όμως, δεν επιθυμούν ρήξη με τη Δύση. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, για παράδειγμα, παραμένουν στενός εταίρος ασφαλείας των ΗΠΑ και φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις, ενώ η Αίγυπτος εξακολουθεί να στηρίζεται στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια και στη συνεργασία με την Ουάσιγκτον.

Το χάσμα αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές λόγω του πολέμου στο Ιράν. Η Τεχεράνη επιδιώκει μέσω της συμμετοχής της στους BRICS να αποδείξει ότι οι δυτικές κυρώσεις δεν την έχουν απομονώσει και ότι εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρές διεθνείς σχέσεις. Η Κίνα, άλλωστε, έχει παραμείνει βασικός αγοραστής του ιρανικού πετρελαίου, προσφέροντας στην ιρανική οικονομία κρίσιμη ανάσα.

Σι Τζινπίνγκ, Βλαντίμιρ Πούτιν και Ναρέντρα Μόντι στη σύνοδο των BRICS το 2024 ©EPA/MAXIM SHIPENKOV

Σι Τζινπίνγκ, Βλαντίμιρ Πούτιν και Ναρέντρα Μόντι στη σύνοδο των BRICS το 2024 ©EPA/MAXIM SHIPENKOV

Όμως η ίδια η ιρανική στρατηγική δημιουργεί πρόβλημα στους εταίρους της. Οι επιθέσεις και οι απειλές κατά πλοίων στα Στενά του Ορμούζ έχουν περιορίσει μια από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη, αυξάνοντας το κόστος του πετρελαίου και άλλων εμπορευμάτων. Για οικονομίες που εξαρτώνται από σταθερές ενεργειακές ροές, η διατάραξη της ναυσιπλοΐας δεν αποτελεί απλώς γεωπολιτικό ζήτημα αλλά άμεση οικονομική απειλή.

Η Ρωσία, από την πλευρά της, χρησιμοποιεί τους BRICS για να καταδείξει ότι δεν έχει απομονωθεί διεθνώς. Η Κίνα αντικατέστησε μεγάλο μέρος των δυτικών προϊόντων που έχασε η ρωσική αγορά μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η Ινδία έγινε κρίσιμος αγοραστής ρωσικού αργού πετρελαίου και η Βραζιλία αύξησε τις αγορές ρωσικών λιπασμάτων.

Οι BRICS λειτουργούν έτσι ως οικονομικό δίκτυο ανθεκτικότητας απέναντι στις δυτικές κυρώσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλα τα μέλη συμμερίζονται τους ρωσικούς ή ιρανικούς στόχους, σύμφωνα με αναλυτές στους New York Times.

Χαρακτηριστική είναι η στάση της Ινδίας. Ο πρωθυπουργός Νάρεντρα Μόντι διατηρεί στενές σχέσεις με τη Μόσχα, αλλά ταυτόχρονα έχει καλέσει τον Βλαντίμιρ Πούτιν να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία και να επιστρέψει στον διάλογο. Το Νέο Δελχί θέλει τους BRICS ως εργαλείο μεγαλύτερης αυτονομίας, όχι ως μηχανισμό αντιπαράθεσης με τη Δύση.

BRICS: Οικονομικός μοχλός και γεωπολιτικό καταφύγιο

Πέρα από τους πολέμους, η οικονομία αποτελεί τον βασικό λόγο για τον οποίο αρκετές χώρες επενδύουν πολιτικά στους BRICS. Η ομάδα έχει προωθήσει τη δημιουργία εναλλακτικών μηχανισμών χρηματοδότησης, την αύξηση του ενδοομιλικού εμπορίου και τη σταδιακή μείωση της εξάρτησης από το δολάριο.

Κεντρικό εργαλείο είναι η Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα, με έδρα τη Σαγκάη, η οποία έχει χορηγήσει δισεκατομμύρια δολάρια σε κράτη-μέλη και εταίρους για έργα υποδομών. Για χώρες του Παγκόσμιου Νότου αποτελεί μια πρόσθετη πηγή χρηματοδότησης, σε ορισμένες περιπτώσεις πιο εύκολα προσβάσιμη από την Παγκόσμια Τράπεζα ή το ΔΝΤ.

Για τη Νότια Αφρική, επομένως, οι BRICS δεν χρειάζεται να αποτελούν αντιδυτικό μπλοκ. Η αξία τους βρίσκεται στη δημιουργία περισσότερων επιλογών μέσα σε ένα ασταθές παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η δυνατότητα δανεισμού σε τοπικά νομίσματα και η ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των μελών εντάσσονται σε αυτή τη λογική διαφοροποίησης.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη στρατηγική αντίφαση. Οι BRICS θέλουν να περιορίσουν την εξάρτηση από δυτικούς θεσμούς, αλλά τα μέλη τους δεν συμφωνούν για το αν αυτό πρέπει να οδηγήσει σε έναν νέο αντιδυτικό συνασπισμό ή σε ένα πολυπολικό σύστημα όπου κάθε χώρα θα έχει περισσότερες επιλογές.

Η αμφισβήτηση της αμερικανικής επιρροής αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς ορισμένοι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον επανεξετάζουν την αποκλειστική εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, για παράδειγμα, εξακολουθούν να θεωρούν κρίσιμη την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, αλλά οι επιθέσεις από το Ιράν ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένο πως η ασφάλειά τους θα αποτελεί πάντοτε την πρώτη προτεραιότητα της Ουάσιγκτον.

Οι BRICS αποκτούν έτσι μια δεύτερη λειτουργία: δεν αποτελούν μόνο πλατφόρμα αμφισβήτησης της δυτικής τάξης, αλλά και ασφαλιστική δικλείδα για κράτη που θέλουν να διατηρούν ταυτόχρονα ανοιχτούς διαύλους με την Ουάσιγκτον, το Πεκίνο, τη Μόσχα και άλλες δυνάμεις.

Κίνα και Ινδία διεκδικούν τον Παγκόσμιο Νότο

Στο εσωτερικό αυτής της διευρυμένης ομάδας, ωστόσο, διεξάγεται μια πολύ πιο ουσιαστική μάχη: ποιος θα εκφράσει τον αναδυόμενο κόσμο, αναφέρουν αναλυτές στους New York Times. Η Κίνα αντιμετωπίζει τους BRICS ως μέσο διεύρυνσης της επιρροής της και αποδυνάμωσης της αμερικανικής ισχύος. Η Ινδία, αντίθετα, θέλει να διατηρήσει την ομάδα αρκετά ευρεία ώστε να μην υποχρεώνει τα μέλη της να επιλέξουν στρατόπεδο.

Η διαφορά αυτή προσωποποιείται στους δύο ισχυρότερους ηγέτες της ομάδας, τον Σι Τζινπίνγκ και τον Νάρεντρα Μόντι. Η πρώτη επίσκεψη του Κινέζου προέδρου στην Ινδία εδώ και επτά χρόνια προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στη φετινή σύνοδο. Οι σχέσεις των δύο χωρών είχαν φτάσει στο χαμηλότερο σημείο τους μετά τις αιματηρές συγκρούσεις στα αμφισβητούμενα σύνορα το 2020. Οι απευθείας πτήσεις διακόπηκαν, δημοσιογράφοι απελάθηκαν, το Νέο Δελχί απαγόρευσε κινεζικές εφαρμογές όπως το TikTok και περιόρισε τις κινεζικές επενδύσεις.

Η σταδιακή επαναπροσέγγιση άρχισε το 2024, στη σύνοδο των BRICS στο Καζάν, και συνεχίστηκε με νέες συναντήσεις των δύο ηγετών. Οι εμπορικές σχέσεις άρχισαν να αποκαθίστανται, ενώ η Ινδία χαλάρωσε ορισμένους περιορισμούς σε κινεζικές επενδύσεις και προμήθειες. Το διμερές εμπόριο αυξήθηκε σημαντικά, παρά το τεράστιο έλλειμμα του Νέου Δελχί απέναντι στο Πεκίνο.

Η εξομάλυνση δεν σημαίνει όμως επίλυση της αντιπαλότητας. Η Κίνα επιδιώκει να αποτρέψει μια περαιτέρω στρατηγική προσέγγιση της Ινδίας με τις ΗΠΑ και ιδιαίτερα με την Quad, στην οποία συμμετέχουν επίσης η Ιαπωνία και η Αυστραλία. Η Ινδία, από την άλλη, γνωρίζει ότι η υπερβολική προσέγγιση με το Πεκίνο θα μπορούσε να περιορίσει τη δική της δυνατότητα να λειτουργεί ως ανεξάρτητος πόλος.

Οι δύο πλευρές, επομένως, διαχειρίζονται τον ανταγωνισμό αντί να τον επιλύουν. Η επίσκεψη του Σι στο Νέο Δελχί αποτελεί περισσότερο ένδειξη ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης παρά στρατηγικής συμφιλίωσης.

Putin-Modi-Xi

Πούτιν, Μόντι και Σι Τζινπίνγκ © X.com

Το πλεονέκτημα του Πεκίνου και το στοίχημα του Μόντι

Η Κίνα διαθέτει σαφή πλεονεκτήματα στην αναμέτρηση για την επιρροή στον Παγκόσμιο Νότο. Η οικονομία της είναι πολλαπλάσια της ινδικής, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ξεπερνά κατά περισσότερο από πέντε φορές το αντίστοιχο της Ινδίας, ενώ διαθέτει μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και τεράστια ισχύ στην τεχνολογία, τη βιομηχανία, τις κρίσιμες πρώτες ύλες και τις σπάνιες γαίες.

Η Κίνα έχει επίσης τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τις εξαγωγές, τη χρηματοδότηση και τις υποδομές ως εργαλεία γεωοικονομικής επιρροής. Για πολλές αναπτυσσόμενες χώρες αποτελεί ταυτόχρονα αγορά, επενδυτή και χρηματοδότη. Αυτό δίνει στο Πεκίνο ένα πλεονέκτημα που το Νέο Δελχί δυσκολεύεται ακόμη να αντισταθμίσει.

Η Ινδία, ωστόσο, επιχειρεί να χτίσει διαφορετικό μοντέλο ηγεσίας. Δεν θέλει να εμφανίζεται ως αντίπαλος της Δύσης, αλλά ως εκπρόσωπος των χωρών που δεν επιθυμούν να εγκλωβιστούν ούτε στην αμερικανική ούτε στην κινεζική σφαίρα επιρροής. Η λογική αυτή βρίσκεται πίσω από την επιμονή του Μόντι σε έναν «Παγκόσμιο Νότο» με μεγαλύτερη φωνή στους διεθνείς θεσμούς.

Το πρόβλημα είναι ότι οι επιδόσεις της Ινδίας δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε αντίστοιχη γεωοικονομική ισχύ. Παρά την ταχεία ανάπτυξή της, δυσκολεύεται να προσελκύσει ορισμένα από τα πιο κρίσιμα τμήματα των αλυσίδων παραγωγής, από τις μπαταρίες και τα φωτοβολταϊκά έως άλλες τεχνολογίες της πράσινης μετάβασης. Ο πόλεμος με το Ιράν αυξάνει το ενεργειακό κόστος για την ινδική βιομηχανία, ενώ η παγκόσμια κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης αναδεικνύει ένα ακόμη κενό: η χώρα δεν διαθέτει ακόμη εγχώριους τεχνολογικούς πρωταθλητές αντίστοιχης κλίμακας.

Το Νέο Δελχί αμφισβητεί παράλληλα την κινεζική αυτοπαρουσίαση ως αναπτυσσόμενης χώρας. Υποστηρίζει ότι το μέγεθος της οικονομικής και διπλωματικής ισχύος του Πεκίνου το τοποθετεί σε διαφορετική κατηγορία από τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου που εξακολουθούν να παλεύουν με βασικά αναπτυξιακά προβλήματα. Η κριτική αυτή συνδέεται και με τις επιπτώσεις του κινεζικού εξαγωγικού μοντέλου, το οποίο, σύμφωνα με το Νέο Δελχί, δυσκολεύει άλλες αναπτυσσόμενες οικονομίες να δημιουργήσουν ανταγωνιστική μεταποιητική βάση.

Η σχέσεις των δύο χωρών έχει και οικονομικό αντίκτυπο. Η Ινδία χαλάρωσε περιορισμούς στις κινεζικές επενδύσεις σε τομείς όπως η ηλιακή ενέργεια και τα ηλεκτρονικά, ενώ επέτρεψε σε δύο κρατικές εταιρείες να προμηθευτούν κρίσιμα υλικά από την Κίνα. Οι απευθείας πτήσεις επανήλθαν το 2025, ενώ το διμερές εμπόριο αυξήθηκε πέρυσι κατά 12,4%, στα 135 δισ. δολάρια, και κατά επιπλέον 23% το πρώτο επτάμηνο του τρέχοντος έτους.

Εύθραυστη προσέγγιση

Η προσέγγιση, ωστόσο, παραμένει εύθραυστη. Η Ινδία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει εμπορικό έλλειμμα περίπου 112 δισ. δολαρίων με την Κίνα, ενώ η αμοιβαία δυσπιστία στα σύνορα δεν έχει εξαλειφθεί. Την ίδια στιγμή, ο εμπορικός πόλεμος του Τραμπ ωθεί το Νέο Δελχί να αναζητήσει εναλλακτικές οικονομικές και διπλωματικές διεξόδους.

Το Πεκίνο από τη μεριά του επιδιώκει μεγαλύτερη πρόσβαση στην ινδική αγορά, καθώς η επιβράδυνση της οικονομίας αυξάνει την εξάρτησή του από τις εξαγωγές, ενώ παράλληλα θέλει να περιορίσει την αμερικανική επιρροή στη Νότια Ασία, σύμφωνα με τη Les Echos.

Ο Μόντι, από την πλευρά του, έχει λόγους να ανησυχεί. Η προσέγγιση Τραμπ με το Πακιστάν, η στρατιωτική συνεργασία του Ισλαμαμπάντ με τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, αλλά και η αυξανόμενη οικονομική εξάρτηση πολλών γειτόνων της Ινδίας από την Κίνα περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών του.

Η σύνοδος των BRICS επομένως δεν είναι απλώς μια πολυμερής συνάντηση. Για τον Μόντι αποτελεί δοκιμασία ισορροπίας ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικούς πόλους ισχύος. Το ζητούμενο είναι να ενισχύσει τη θέση της Ινδίας στον Παγκόσμιο Νότο, χωρίς να αποξενώσει την Ουάσιγκτον και χωρίς να παραδώσει στο Πεκίνο την πρωτοβουλία μέσα στους BRICS.

Η μάχη, επομένως, δεν αφορά μόνο το ποιος θα έχει μεγαλύτερο λόγο στους BRICS. Αφορά το ποιος θα μπορέσει να ορίσει τι σημαίνει «Παγκόσμιος Νότος» στη νέα διεθνή τάξη. Η Κίνα διαθέτει σήμερα το μεγαλύτερο οικονομικό και γεωπολιτικό βάρος. Η Ινδία, όμως, προσπαθεί να μετατρέψει την ανεξάρτητη εξωτερική της πολιτική και τις σχέσεις της τόσο με τη Δύση όσο και με την Ανατολή σε πλεονέκτημα.

Η σύνοδος του Νέου Δελχί θα αποτυπώσει ακριβώς αυτή την αμφίρροπη πραγματικότητα. Οι BRICS έχουν πλέον το μέγεθος για να αμφισβητήσουν την αποκλειστικότητα των δυτικών θεσμών, αλλά όχι την πολιτική συνοχή για να λειτουργήσουν ως ενιαίο αντιδυτικό μπλοκ.

Ο πόλεμος στο Ιράν, οι διαφορετικές σχέσεις των μελών με τις ΗΠΑ και η αντιπαλότητα Κίνας και Ινδίας αποκαλύπτουν ότι η νέα παγκόσμια τάξη δεν διαμορφώνεται γύρω από δύο καθαρά στρατόπεδα. Διαμορφώνεται μέσα από έναν διαρκή αγώνα επιρροής, στον οποίο οι BRICS κι άλλες περιφερειακές δυνάμεις που βρίσκουν χώρο στον παγκόσμιο γεωπολιτικό ανταγωνισμό, αποτελούν ταυτόχρονα πεδίο συνεργασίας αλλά και πεδίο δικού τους ανταγωνισμού σε έναν πολυπολικό κόσμο, πολυκρίσης.