Οι υπουργοί Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες της G20 βρίσκονται στην Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας, σε ένα περιβάλλον έντονων γεωπολιτικών και οικονομικών πιέσεων, με εύθραστες ισορροπίες που εντείνουν τις διαιρέσεις στη σκαΚιέρα του ανταγωνισμού μεταξύ των ισχυρότερων οικονομικά χωρών.
Οι διαφωνίες δεν κρύβονται καθώς στην ατζέντα βρίσκονται οι κυρώσεις κατά του Ιράν, οι κόντρες για τη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι εμπορικές αντιπαραθέσεις, το υπέρογκο παγκόσμιο δημόσιο (και ιδιωτικό) χρέος, οι αδυναμίες της παγκόσμιας ανάπτυξης και οι κίνδυνοι από τις υπερτιμημένες αγορές με αιχμή την τεχνητή νοηοσύνη και τις παγκόσμιες ανισορροπίες που προκαλούν ρίγη στις αγορές ομολόγων.
Η G20 πραγματοποιείται με την παγκόσμια οικονομία σε τεντωμένο σκοινί. Οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου συμφωνούν ότι χρειάζονται ισχυρότερη ανάπτυξη για να αντιμετωπίσουν το χρέος, τη δημογραφική γήρανση και τα αλλεπάλληλα σοκ. Διαφωνούν, όμως, βαθιά για τις αιτίες, τις προτεραιότητες και κυρίως για το ποια θεραπεία μπορεί να λειτουργήσει.
Η φετινή συνάντηση του G20 ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση τις διαφορετικές προτεραιότητες των ισχυρότερων οικονομιών. Η αμερικανική πλευρά επιχείρησε να επαναφέρει την ανάπτυξη στο επίκεντρο, περιορίζοντας την ατζέντα που τα προηγούμενα χρόνια είχε διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και οι ανισότητες. Η Ευρώπη, αντίθετα, επιμένει ότι η κλιματική ανθεκτικότητα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομικής σταθερότητας.
Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος με το Ιράν, η αντιπαράθεση γύρω από τη Ρωσία, οι αμερικανικοί δασμοί, οι κινεζικές εξαγωγές και το υψηλό κόστος δανεισμού δημιουργούν ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον για τη διεθνή οικονομία. Η αιφνιδιαστική παρουσία του Αντόν Σιλουάνοφ στη Σύνοδο των G20 στις ΗΠΑ προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από Ευρωπαίους αξιωματούχους
G20: Η ανάπτυξη ως κοινός στόχος, με διαφορετικές συνταγές
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ επιχείρησε να περιορίσει την ατζέντα της συνόδου, υποστηρίζοντας ότι το G20 έχει απομακρυνθεί τα τελευταία χρόνια από τον αρχικό του σκοπό εξαιτίας μιας σταδιακής διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων του. Η αμερικανική πρόταση επικεντρώνεται στην οικονομική ανάπτυξη, την απορρύθμιση, την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, τις παγκόσμιες ανισορροπίες και το κρατικό χρέος.
Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει ευρεία συμφωνία ως προς την ανάγκη για ισχυρότερη ανάπτυξη. Ωστόσο, αναγνωρίζουν ότι η ίδια πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις οικονομίες.
Η Έριν Μπράουν, υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, επισήμανε ότι οι οικονομίες αντιμετωπίζουν διαφορετικές διαρθρωτικές αδυναμίες. Μια χώρα μπορεί, για παράδειγμα, να εμφανίζει πλεόνασμα επειδή δεν διαθέτει επαρκή επενδυτική ζήτηση, ενώ μια άλλη μπορεί να έχει το ίδιο αποτέλεσμα επειδή η εγχώρια κατανάλωση παραμένει αδύναμη. Επομένως, το ίδιο μακροοικονομικό σύμπτωμα δεν συνεπάγεται και την ίδια θεραπεία.
Ανάλογη θέση εξέφρασε και ο πρόεδρος της Federal Reserve Κέβιν Γουορς, ο οποίος έκανε λόγο για «τεράστιες αλλαγές» στην παγκόσμια οικονομία, υπογραμμίζοντας ότι οι επιπτώσεις τους διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα.
Η αμερικανική προσέγγιση, ωστόσο, έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Ευρώπη. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η κλιματική αλλαγή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την οικονομική πολιτική. Ο επίτροπος της ΕΕ Βάλντις Ντομπρόβσκις υποστήριξε ότι τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα επιβαρύνουν την οικονομία και τα δημόσια οικονομικά, καθιστώντας την κλιματική ανθεκτικότητα ζήτημα οικονομικής αντοχής.
Παράλληλα, η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν ενισχύει, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή πλευρά, την ανάγκη περιορισμού της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και επιτάχυνσης των επενδύσεων στην πράσινη παραγωγή.

Στη G20 o Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ©ΑΠΕ
Ιράν, ενέργεια και η νέα πληθωριστική απειλή
Ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εξωτερικά σοκ για την παγκόσμια οικονομία. Η σύγκρουση έχει εκτοξεύσει τις τιμές της ενέργειας και δημιουργεί νέο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων, την ώρα που οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν να αποφύγουν μια νέα παρατεταμένη περίοδο υψηλών επιτοκίων.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας Άντριου Μπέιλι, ο οποίος προεδρεύει του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, προειδοποίησε τους υπουργούς Οικονομικών του G20 ότι η σύγκρουση προκαλεί ένα σημαντικό σοκ στην πλευρά της προσφοράς. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους μεταφέρεται στον πληθωρισμό και, κατ’ επέκταση, στις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής.
Σε επιστολή του , προειδοποίησε ότι η φρενίτιδα των προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί την πιο άμεση απειλή για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα και χτύπησε καμπανάκι για τα κρατικά χρέη και τις αγορές ομολόγων
Ο Μπέσεντ εμφανίζεται περισσότερο αισιόδοξος για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, εκτιμώντας ότι η παγκόσμια οικονομία θα μπορέσει να ξεπεράσει τη σύγκρουση.
Στο μεταξύ, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ενισχύσει την οικονομική πίεση στην Τεχεράνη. Ο Μπέσεντ δήλωσε ότι έχει λάβει σημαντική υποστήριξη στο G20 για την αμερικανική πρωτοβουλία περιορισμού των οικονομικών δεσμών με το Ιράν. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει προειδοποιήσει ότι χώρες και επιχειρήσεις που δεν θα διακόψουν τις οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπες με αμερικανικές κυρώσεις.
Η Ουάσιγκτον εξετάζει την επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε χώρες που συνεχίζουν τις συναλλαγές με το Ιράν, με την Κίνα και την Ινδία στο επίκεντρο. Η εξέλιξη δημιουργεί πρόσθετες εντάσεις στο G20, καθώς οι αμερικανικές απαιτήσεις συγκρούονται με τα οικονομικά συμφέροντα άλλων μεγάλων οικονομιών.
Την ίδια στιγμή, το υψηλό κόστος ενέργειας και η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ επιβαρύνουν τις οικονομίες, ενώ οι διαφορετικές προσεγγίσεις Ουάσιγκτον και Ευρώπης περιορίζουν τα περιθώρια συντονισμού.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών υποστήριξε ακόμη ότι οι εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές θα προσαρμοστούν γρήγορα στις επιπτώσεις από τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, προβλέποντας ότι η στρατηγική σημασία της συγκεκριμένης θαλάσσιας οδού θα μειωθεί δραστικά τα επόμενα χρόνια.
Οι αγορές, πάντως, αποτιμούν ήδη τον κίνδυνο διαφορετικά. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων παγκοσμίως έχουν αυξηθεί, καθώς η άνοδος του πετρελαίου ενισχύει τις πληθωριστικές προσδοκίες και οι traders αυξάνουν τα στοιχήματα για νέες αυξήσεις επιτοκίων.
G20: Πληθωρισμός, επιτόκια και κινεζικός ανταγωνισμός
Στην Ευρωζώνη, η νέα ενεργειακή αναστάτωση περιπλέκει ακόμη περισσότερο το έργο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε τον Αύγουστο στο 3,3%, από 2,9% τον προηγούμενο μήνα, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2023.
Ωστόσο, η εικόνα είναι λιγότερο μονοδιάστατη. Ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί τις πιο ευμετάβλητες κατηγορίες όπως η ενέργεια και τα τρόφιμα, υποχώρησε απροσδόκητα στο 2,4%, ενώ ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες μειώθηκε στο 3%.
Η εξέλιξη αυτή δεν αρκεί, όμως, για να καθησυχάσει τις αγορές. Με τον γενικό πληθωρισμό να παραμένει αρκετά πάνω από τον στόχο του 2% και την οικονομία της Ευρωζώνης να αποδεικνύεται πιο ανθεκτική από τις αρχικές προβλέψεις, οι επενδυτές προεξοφλούν νέα αύξηση του κόστους χρήματος.
Το βασικό ερώτημα για την ΕΚΤ είναι πλέον πόσο περιοριστική θα πρέπει να γίνει η νομισματική πολιτική. Το επιτόκιο καταθέσεων βρίσκεται στο 2,25%, ενώ ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν έχει τοποθετήσει περίπου στο 2,5% το ανώτατο σημείο της λεγόμενης ουδέτερης ζώνης.

Οι επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ και της Fed Κέβιν Γουόρς © EPA/SHAWN THEW/ RONALD WITTEK/ Powergame.gr
Οι απόψεις στο εσωτερικό της ΕΚΤ δεν είναι απολύτως ευθυγραμμισμένες. Ορισμένοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι χρειάζεται ελαφρώς περιοριστική πολιτική για να επιστρέψει ο πληθωρισμός στον στόχο. Άλλοι, όπως ο Πιέρο Τσιπολόνε, προειδοποιούν ότι οι δευτερογενείς επιπτώσεις του πολέμου δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως και ότι μια υπερβολικά αυστηρή πολιτική θα μπορούσε να επιβαρύνει την ανάπτυξη.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα δεύτερο μέτωπο: τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα.
Η άνοδος των κινεζικών εξαγωγών ασκεί ιδιαίτερη πίεση στο ευρωπαϊκό παραγωγικό μοντέλο, με τη Γερμανία να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Η λεγόμενη «China shock 2.0» πλήττει τη βιομηχανία και αναγκάζει την Ευρώπη να εξετάσει αυστηρότερα μέτρα προστασίας της παραγωγικής της βάσης.
Οι αμερικανικοί δασμοί έχουν επιτείνει το πρόβλημα, καθώς μέρος των κινεζικών προϊόντων που δυσκολεύονται να εισέλθουν στην αμερικανική αγορά κατευθύνεται σε άλλες περιοχές.
Ο Μπέσεντ προειδοποίησε ότι η υπερπροσφορά κινεζικών προϊόντων αποτελεί πλέον πρόβλημα όχι μόνο για τις ΗΠΑ, αλλά για ολόκληρο τον ανεπτυγμένο και ταχέως αναπτυσσόμενο κόσμο. Κατά την άποψή του, η Ουάσιγκτον έχει ήδη λάβει τα δικά της μέτρα και πλέον η ευθύνη μεταφέρεται στις χώρες που υποδέχονται αυτές τις εισαγωγές.
Η εμπορική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί αγκάθι. Η νέα ένταση με τον Καναδά ενισχύει τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις των δασμών στην παγκόσμια ανάπτυξη. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ ζήτησε τον τερματισμό των εμπορικών συγκρούσεων και των πολέμων στο Ιράν και την Ουκρανία, χαρακτηρίζοντάς τα «δηλητήριο» για την οικονομική ανάπτυξη.
G20 και γεωπολιτικές ρωγμές: Ρωσία και Κίνα
Οι οικονομικές διαφωνίες δεν είναι οι μόνες που διχάζουν το G20. Η συμμετοχή της Ρωσίας εξακολουθεί να αποτελεί σημείο έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των δυτικών χωρών και της Μόσχας.
Ο Γερμανός αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ χαρακτήρισε «ανησυχητική» την πρόσκληση του Ρώσου υπουργού Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ από την αμερικανική κυβέρνηση. Ο ίδιος δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια συνεδρίασης επέκρινε ευθέως τον Ρώσο υπουργό για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ευρωπαϊκές αντιδράσεις προκάλεσε επίσης η απουσία εκπροσώπων της Νότιας Αφρικής, η οποία αποτελεί εδώ και χρόνια μέλος του G20 και τη μεγαλύτερη οικονομία της Αφρικής.
Οι πολιτικές ρωγμές δημιουργούν χώρο για την Κίνα. Το Πεκίνο επιχειρεί να αξιοποιήσει την απομάκρυνση της Ουάσιγκτον από ορισμένους παραδοσιακούς εταίρους της, προβάλλοντας τον εαυτό του ως δύναμη που μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην παγκόσμια ανάπτυξη.

Ο Ναρέντρα Μόντι, ο Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ © EPA/ALEXANDER ZEMLIANICHENKO / POOL
Ο Γου Σινμπό, καθηγητής αμερικανικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Φουντάν της Σανγκάης και σύμβουλος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, περιέγραψε δύο βασικούς στόχους του Πεκίνου: τη δημιουργία μιας ευρύτερης συναίνεσης ώστε οι ΗΠΑ να μην μπορούν να καθορίζουν μόνες τους την παγκόσμια οικονομική ατζέντα και την ανάληψη μεγαλύτερου ρόλου από την Κίνα ως κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας ανάπτυξης.
Η κινεζική διπλωματία επιχειρεί παράλληλα να κινηθεί και στις δύο πλευρές της νέας γεωπολιτικής διαίρεσης. Ο Σι Τζινπίνγκ έχει υποδεχθεί σειρά δυτικών ηγετών και συνεχίζει να καλλιεργεί σχέσεις τόσο με την Ευρώπη όσο και με τον αναδυόμενο κόσμο των BRICS.
Έτσι, πίσω από τις συζητήσεις για την ανάπτυξη, το χρέος και τις εμπορικές ανισορροπίες διαμορφώνεται μια ευρύτερη αλλαγή ισορροπιών. Η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό πυλώνα του παγκόσμιου συστήματος, όμως η Ουάσιγκτον επιδιώκει πλέον διαφορετικό μοντέλο διεθνούς οικονομικής συνεργασίας.
Η Κίνα βλέπει την ευκαιρία να αυξήσει την επιρροή της, η Ευρώπη αναζητά τρόπους να προστατεύσει τη βιομηχανική της βάση και να μειώσει την ενεργειακή της ευπάθεια, ενώ οι χώρες του G20 αντιμετωπίζουν διαφορετικές δημοσιονομικές και αναπτυξιακές συνθήκες.
Το αποτέλεσμα είναι μια παγκόσμια οικονομία που δεν αντιμετωπίζει πλέον ένα μεμονωμένο σοκ, αλλά πολλά ταυτόχρονα: υψηλό χρέος, ακριβότερη ενέργεια, γεωπολιτικές συγκρούσεις, εμπορικούς φραγμούς, πληθωρισμό και αυξανόμενες πιέσεις στις παραγωγικές αλυσίδες.
Η πρόκληση για το G20 δεν είναι επομένως μόνο να συμφωνήσει ότι χρειάζεται περισσότερη ανάπτυξη. Είναι να βρει έναν τρόπο ώστε οι διαφορετικές εθνικές στρατηγικές να μη μετατραπούν σε νέο κύκλο εμπορικών, νομισματικών και γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων. Και αυτό, υπό τις σημερινές συνθήκες, αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερο.
