Υπάρχει ένα φαινομενικό παράδοξο στη σημερινή Γερμανία. Οι περιοχές που έζησαν επί σαράντα χρόνια στην DDR, υπό την κηδεμονία της Σοβιετικής Ένωσης και την παντοδυναμία της Στάζι είναι σήμερα εκείνες όπου το AfD καταγράφει ορισμένες από τις μεγαλύτερες εκλογικές επιδόσεις του. Ιδιαίτερα στις εκλογές του 2026 στη Σαξονία-Άνχαλτ η δύναμή του αυξήθηκε θεαματικά αγγίζοντας το 44% των ψήφων ενώ στο κρατίδιο του Μεκλεμβγούρου-Δυτικής Πομερανίας ήρθε επίσης πρώτο κόμμα.
Την πρώτη θέσει κατέχει πλέον και στις δημοσκοπήσεις σε παγγερμανικό επίπεδο.
Γιατί όμως η πρώην DDR έγινε ένα από τα ισχυρότερα προπύργια της γερμανικής ριζοσπαστικής Δεξιάς; Η εύκολη απάντηση είναι ότι τέσσερις δεκαετίες δικτατορίας άφησαν πίσω τους μια κοινωνία με ασθενέστερα δημοκρατικά αντανακλαστικά. Είναι όμως μια εξήγηση ανεπαρκής και ενδεχομένως άδικη. Κάποιοι συνδέουν ευθέως τις επιλογές των ανατολικογερμανών με τις «σοσιαλιστικές» τους καταβολές. Εύκολες και επιδερμικές ερμηνείες!
Το 1989 έπεσε το Τείχος και το 1990 η Γερμανία ενώθηκε ξανά. Ήταν μια ιστορική επιτυχία, που σηματοδότησε και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η επανένωση έφερε στους Ανατολικογερμανούς δημοκρατία, ελευθερία μετακίνησης, κράτος δικαίου, καλύτερες υποδομές και σταδιακά υψηλότερό βιοτικό επίπεδο.
Μια μετάβαση με τεράστιο κόστος
Όμως η μετάβαση είχε ένα τεράστιο κοινωνικό κόστος. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια κατέρρευσε σχεδόν ολόκληρη η οικονομική δομή της DDR. Μέσω της Treuhandanstalt, περίπου 12.000 κρατικές επιχειρήσεις ιδιωτικοποιήθηκαν, αναδιαρθρώθηκαν, έκλεισαν. Αποτέλεσμα; Από περίπου τέσσερα εκατομμύρια βιομηχανικές θέσεις εργασίας απέμεινε τελικά μόλις το ένα τρίτο. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς κρύβεται μια πρωτοφανής κοινωνική ανατροπή. Ένας εργαζόμενος 40 ετών μπορούσε μέσα σε δύο ή τρία χρόνια να χάσει τη χώρα του, το νόμισμά του, την επιχείρηση όπου εργαζόταν, την επαγγελματική του ταυτότητα και τη θέση που είχε μέσα στην κοινωνία. Ταυτόχρονα έπρεπε να μάθει να λειτουργεί σε ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Η προσαρμογή αποδείχτηκε δύσκολη, προκάλεσε σοκ. Το 2003 η ταινία «Αντίο Λένιν», που έσπασε τα ταμεία, περιέγραψε με κωμικοτραγικό τρόπο την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να προστατέψει τη μητέρα του- που έπεσε σε κώμα την περίοδο της πτώσης του Τείχους και συνήλθε λίγο αργότερα-, κάνοντας τάχα ότι το κράτος της Ανατολικής Γερμανίας συνεχίζει να υπάρχει…
Λίγα χρόνια μετά την ενοποίηση γεννήθηκε ο χαρακτηρισμός Ossis-οι Ανατολικοί, σε αντίθεση με τους Wessis, τους Δυτικούς. Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την ενοποίηση, οι διακριτές αυτές ταυτότητες επιβιώνουν.
Ναι, οι δύο Γερμανίες ενώθηκαν αλλά πολλοί Ανατολικογερμανοί αισθάνθηκαν ότι η μία (η ΛΔΓ) απορροφήθηκε από την άλλη (ΟΔΓ). Οι θεσμοί ήταν δυτικογερμανικοί.
Οι οικονομικοί κανόνες δυτικογερμανικοί. Οι επιχειρηματικές ελίτ κατά κύριο λόγο δυτικογερμανικές. Ακόμη και η διαχείριση της μετάβασης έγινε σε μεγάλο βαθμό από ανθρώπους που ήρθαν από τη Δύση.
Κάπου εδώ εμφανίζεται και η περίφημη Ostalgie: η νοσταλγία για ορισμένες πλευρές της ζωής στην Ανατολική Γερμανία. Είναι ωστόσο λάθος να την ερμηνεύσουμε ως επιθυμία επιστροφής στο Τείχος, στη Stasi ή στο μονοκομματικό καθεστώς. Αυτό που συχνά νοσταλγεί ένα τμήμα των παλαιότερων Ανατολικογερμανών είναι κάτι πολύ πιο καθημερινό: η ασφάλεια, οι κοινωνικές παροχές, η φθηνή κατοικία.
Μια κοινωνία που βίωσε μέσα σε λίγα χρόνια μια από τις πιο βίαιες οικονομικές και κοινωνικές μεταμορφώσεις της μεταπολεμικής Ευρώπης καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει ξανά τεράστιες αλλαγές: ενεργειακή μετάβαση, ψηφιοποίηση, μετανάστευση, πόλεμο στην Ουκρανία, πληθωρισμό, δημογραφική συρρίκνωση.
Και εδώ εμφανίζεται η «σφήνα» του AfD, που κατάφερε να δώσει πολιτική γλώσσα σε αυτή την αίσθηση. Μετανάστευση, Πράσινη Μετάβαση, Βρυξέλλες, Ουκρανία, κυρώσεις στη Ρωσία, ενεργειακή πολιτική: διαφορετικά ζητήματα ενώνονται σε ένα βασικό μήνυμα: Άλλοι αποφασίζουν για εσάς. Είναι ένα μήνυμα εξαιρετικά ισχυρό σε μια κοινωνία που έχει ήδη ζήσει την εμπειρία μιας αλλαγής στην οποία αισθάνθηκε ότι είχε μικρή δυνατότητα παρέμβασης. Εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές επιτυχίες του AfD: παρουσιάζεται όχι απλώς ως δεξιό κόμμα αλλά ως κίνημα εξέγερσης απέναντι στο κατεστημένο.
Το 1989 οι διαδηλωτές της Λειψίας φώναζαν: «Wir sind das Volk» ,«Εμείς είμαστε ο λαός». Ήταν μια κραυγή ελευθερίας απέναντι στο αυταρχικό καθεστώς της DDR. Δεκαετίες αργότερα, το ίδιο σύνθημα εμφανίστηκε στις κινητοποιήσεις της ριζοσπαστικής Δεξιάς. Δεν σημαίνει ότι οι δύο εποχές είναι ίδιες. Ούτε ότι οι σημερινοί ψηφοφόροι του AfD αποτελούν συνέχεια των δημοκρατών του 1989. Δείχνει όμως πόσο ισχυρή παραμένει στην Ανατολική Γερμανία η ιδέα της εναντίωσης απέναντι σε μια εξουσία που θεωρείται μακρινή.
Και εδώ ίσως βρίσκεται το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να κάνει σήμερα το γερμανικό πολιτικό σύστημα: να αντιμετωπίσει συλλήβδην τους ψηφοφόρους του AfD ως αμετανόητους ακροδεξιούς και να θεωρήσει ότι το πρόβλημα λύνεται με την ηθική καταδίκη τους. Το βαθύτερο ερώτημα είναι άλλο: Γιατί, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την πτώση του Τείχους, τόσοι πολίτες εξακολουθούν να αισθάνονται πρώτα Ανατολικογερμανοί και μετά απλώς Γερμανοί; Μέχρι το Βερολίνο να δώσει πειστική απάντηση σε αυτό, η πολιτική απόσταση ανάμεσα στις δύο Γερμανίες μπορεί να αποδειχθεί πολύ δυσκολότερο να γεφυρωθεί από ό,τι υπήρξε κάποτε η γεωγραφική. Η άνοδος του AfD είναι το πιο εφιαλτικό πολιτικό «βαρόμετρο»…
