Μade in Europe: Οι 5 μάχες που θα κρίνουν το σχέδιο στήριξης της ευρωπαϊκής παραγωγής

Ποια προϊόντα θα θεωρούνται ευρωπαϊκά, τι θα ισχύσει για προμήθειες και επιδοτήσεις και ποιος θα επιβαρυνθεί με το πρόσθετο κόστος

Κομισιόν © Unsplash

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να αξιοποιήσει την τεράστια αγοραστική δύναμη των κρατών μελών της για να στηρίξει την ευρωπαϊκή παραγωγή. Για να μετατραπεί όμως  το «Made in Europe»  από πολιτικό σύνθημα σε πραγματική στρατηγική, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη καλούνται να γεφυρώσουν τις βαθιές διαφορές ως προς το τι ακριβώς μπορεί να θεωρείται ευρωπαϊκό προϊόν.

Στο επίκεντρο, σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, βρίσκεται η Πράξη για την Επιτάχυνση της Βιομηχανίας (Industrial Accelerator Act – IAA), την οποία παρουσίασε η Κομισιόν τον περασμένο Μάρτιο. Στόχος είναι οι δημόσιες συμβάσεις και οι επιδοτήσεις να δημιουργήσουν μια σταθερή αγορά για προϊόντα που κατασκευάζονται στην Ευρώπη, ιδίως στους τομείς των πράσινων τεχνολογιών, των ενεργοβόρων βιομηχανιών και της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Η πρωτοβουλία φιλοδοξεί να ενισχύσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις απέναντι στον κινεζικό ανταγωνισμό. Ωστόσο, έξι μήνες μετά την παρουσίασή της, γίνεται εμφανές πόσο δύσκολη είναι η μετατροπή της φιλοδοξίας σε λειτουργικό νομοθετικό πλαίσιο.

Ευρωκοινοβούλιο και Ευρωπαϊκό Συμβούλιο – το όργανο που αντιπροσωπεύει τα κράτη μέλη – συμφωνούν ως προς την ανάγκη για ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης, για επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και για περιορισμό των στρατηγικών εξαρτήσεων. Διαφωνούν, όμως, ως προς το πόσο επιθετικά πρέπει να στηριχθεί η παραγωγή εντός ΕΕ και πόση ευελιξία πρέπει να διατηρήσουν οι εθνικές κυβερνήσεις.

1. Τι θα θεωρείται «Made in Europe»

Το πλέον ευαίσθητο ζήτημα αφορά τον ορισμό της ευρωπαϊκής προέλευσης. Οι δημόσιες συμβάσεις αντιστοιχούν περίπου στο 15% του ΑΕΠ της ΕΕ, δηλαδή σε σχεδόν 3 τρισ. ευρώ ετησίως, γεγονός που ανεβάζει σημαντικά το οικονομικό και πολιτικό διακύβευμα.

Το ερώτημα είναι πόση ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία πρέπει να διαθέτει ένα προϊόν για να εξασφαλίζει προνομιακή μεταχείριση. Ένας υπερβολικά αυστηρός ορισμός μπορεί να αποκλείσει στενούς εμπορικούς εταίρους και να διαταράξει τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Αντίθετα, ένας πολύ χαλαρός ορισμός κινδυνεύει να καταστήσει την ευρωπαϊκή προτίμηση κενή περιεχομένου.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί αυστηρότερους κανόνες κατά της καταστρατήγησης και θέτει ως όρο τουλάχιστον το 50% της αξίας ενός προϊόντος να δημιουργείται εντός ΕΕ. Παράλληλα, επιδιώκει αυστηρότερες προϋποθέσεις για προϊόντα ή εξαρτήματα τρίτων χωρών, με κριτήρια όπως η αμοιβαιότητα, η οικονομική ασφάλεια, οι κλιματικές δεσμεύσεις, τα εργασιακά πρότυπα και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το Συμβούλιο, δηλαδή τα κράτη, εμφανίζονται όμως περισσότερο ανοικτά απέναντι στο ενδεχόμενο να αναγνωρίζεται, υπό όρους, ως ισοδύναμο το περιεχόμενο που προέρχεται από χώρες οι οποίες συμμετέχουν στη Συμφωνία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου για τις δημόσιες συμβάσεις ή έχουν συνάψει συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την ΕΕ.

Τα κράτη δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε κοινή θέση. Η Ιρλανδία, η οποία ασκεί την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου, σχεδιάζει να παρουσιάσει νέα συμβιβαστική πρόταση έως τα μέσα Οκτωβρίου.

2. Ο έλεγχος των ξένων επενδύσεων

Η δεύτερη μεγάλη διαφωνία αφορά τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων σε στρατηγικούς κλάδους. Ο βασικός φόβος είναι ότι η ΕΕ θα μπορούσε να διαθέσει δισεκατομμύρια ευρώ για την ανάπτυξη κρίσιμων βιομηχανιών, που θα εξαγοραστούν στη συνέχεια από επενδυτές τρίτων χωρών που έχουν την οικονομική στήριξη των κρατών τους.

Το Κοινοβούλιο ζητεί το όριο υποχρεωτικού ελέγχου μιας επένδυσης να μειωθεί από τα 100 στα 50 εκατ. ευρώ. Θέλει επίσης να υπαχθούν στους κανόνες οι θυγατρικές ξένων επενδυτών και να περιοριστεί το ποσοστό ελέγχου που ενεργοποιεί την υποχρέωση γνωστοποίησης.

Οι ευρωβουλευτές προτείνουν, παράλληλα, ισχυρότερο ρόλο για την Κομισιόν, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να μπλοκάρει επενδύσεις στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών όταν έχει χρησιμοποιηθεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

Το Συμβούλιο υποστηρίζει πιο περιορισμένο πλαίσιο, διατηρώντας κατά βάση το όριο των 100 εκατ. ευρώ και το ποσοστό ελέγχου 30% που προβλέπει η αρχική πρόταση της Επιτροπής. Ζητεί επίσης μεγαλύτερη ελευθερία για τις εθνικές αρχές κατά τη διαδικασία έγκρισης.

3. Ως πού θα φτάνουν προμήθειες και επιδοτήσεις

Κοινοβούλιο και Συμβούλιο συμφωνούν ότι οι κρατικές προμήθειες και ενισχύσεις πρέπει να δημιουργούν ζήτηση για ευρωπαϊκά προϊόντα χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος. Διαφωνούν, όμως, για την έκταση εφαρμογής των κανόνων.

Εδώ η βιομηχανική φιλοδοξία συγκρούεται ευθέως με τους δημόσιους προϋπολογισμούς. Η υποχρέωση αγοράς ευρωπαϊκών προϊόντων μπορεί να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή, αλλά ενδέχεται να αυξήσει το κόστος για τους φορολογουμένους όταν υπάρχουν φθηνότερες εναλλακτικές εισαγωγών.

Το Κοινοβούλιο θέλει οι πράσινες, κοινωνικές και ευρωπαϊκές προϋποθέσεις να καλύπτουν έως και το 90% των προγραμμάτων κρατικών ενισχύσεων και επιδοτήσεων. Το αντίστοιχο ποσοστό στο κείμενο του Συμβουλίου περιορίζεται στο 45%.

Οι κυβερνήσεις ζητούν ευρύτερες εξαιρέσεις όταν τα κατάλληλα ευρωπαϊκά προϊόντα δεν είναι διαθέσιμα, είναι υπερβολικά ακριβά ή κρίνονται τεχνικά ακατάλληλα. Πολλά κράτη ανησυχούν ότι οι πολύ αυστηρές απαιτήσεις θα επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς ή θα καθυστερήσουν έργα τα οποία εξαρτώνται από εισαγόμενα εξαρτήματα.

4. Οι ειδικοί στόχοι ανά κλάδο

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προωθεί υψηλότερες και πιο λεπτομερείς απαιτήσεις για τα ευρωπαϊκά συστήματα μπαταριών, φωτοβολταϊκών, ανεμογεννητριών, ηλεκτρολυτών, πυρηνικής τεχνολογίας και για τα ηλεκτρικά οχήματα.

Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτυπώνει τη δυσκολία εφαρμογής του «Made in Europe». Ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο μπορεί να συναρμολογείται στην ΕΕ, αλλά η μπαταρία και οι πρώτες ύλες του να προέρχονται από εφοδιαστικές αλυσίδες που εκτείνονται σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το Κοινοβούλιο προτείνει το απαιτούμενο ποσοστό ευρωπαϊκής προέλευσης για τα εξαρτήματα ενός οχήματος, εξαιρουμένης της μπαταρίας, να αυξηθεί στο 75%, έναντι του 70% που περιλαμβάνεται στην πρόταση της Επιτροπής. Ζητεί ακόμη ειδικές απαιτήσεις για τα υλικά των μπαταριών, τις συνδετικές ύλες και τις στρατηγικές πρώτες ύλες.

Το Συμβούλιο προκρίνει λιγότερο δεσμευτικούς κανόνες και πιο σταδιακή εφαρμογή, φοβούμενο ότι οι αυστηροί στόχοι θα αυξήσουν το κόστος τόσο για τους κατασκευαστές όσο και για τους καταναλωτές.

5. Πόσους κλάδους θα καλύπτει η νομοθεσία

Η πέμπτη μάχη αφορά το ίδιο το εύρος της νομοθεσίας: αν θα παραμείνει στοχευμένο εργαλείο αντιμετώπισης των στρατηγικών εξαρτήσεων ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερο όχημα άσκησης ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής.

Το Κοινοβούλιο θέλει να συμπεριληφθούν η ναυπηγική, η ανάκτηση υλικών και ορισμένα πλαστικά προϊόντα για τον κατασκευαστικό τομέα. Ζητεί επίσης σε μελλοντική επανεξέταση να εξεταστεί η ένταξη των λιπασμάτων, του σιδηροδρομικού τροχαίου υλικού, της ρομποτικής και της αεροδιαστημικής.

Το Συμβούλιο επιμένει σε στενότερο πεδίο εφαρμογής, επικεντρωμένο στις ενεργοβόρες βιομηχανίες, στην αυτοκινητοβιομηχανία, στις τεχνολογίες μηδενικών εκπομπών και στις κρίσιμες πρώτες ύλες.

Οι συγκλίσεις και το χρονοδιάγραμμα

Παρά τις διαφορές, υπάρχει συμφωνία στη βασική αρχιτεκτονική του σχεδίου. Οι δύο πλευρές υποστηρίζουν την επιτάχυνση και την ψηφιοποίηση των αδειοδοτήσεων, ενιαία σημεία πρόσβασης, συντονιστικές αρχές, κριτήρια χαμηλών εκπομπών άνθρακα και ειδικές ζώνες βιομηχανικής επιτάχυνσης.

Οι τελικές διαπραγματεύσεις δεν θα κριθούν επομένως στο αν πρέπει να υποστηριχθεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία, αλλά στο πόσο επιθετικά θα γίνει αυτό, ποια προϊόντα θα θεωρούνται ευρωπαϊκά και ποιος θα επωμιστεί το πρόσθετο κόστος.

Ούτε το Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο, δηλαδή τα κράτη έχουν ακόμη οριστικοποιήσει τη θέση τους, με αμφότερα να επιδιώκουν συμφωνία στο εσωτερικό τους έως τον Δεκέμβριο. Η εξέλιξη αυτή καθιστά ανέφικτη τη φιλοδοξία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να ολοκληρωθεί η νομοθεσία εντός του 2026 και προετοιμάζει το έδαφος για δύσκολες διαπραγματεύσεις το 2027.