Η Κίνα προειδοποιεί την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι ενδεχόμενη επιβολή ευρείας κλίμακας δασμών και περιορισμών σε κινεζικά προϊόντα και επιχειρήσεις θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντίποινα και να τινάξει στον αέρα τις ήδη εύθραυστες εμπορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Πεκίνου και Βρυξελλών.
Η προειδοποίηση έρχεται λίγες ημέρες πριν από τις νέες υψηλού επιπέδου επαφές μεταξύ των δύο πλευρών, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητεί αποτελεσματικότερα εργαλεία για να περιορίσει τις εμπορικές ανισορροπίες με την Κίνα.
Σύμφωνα με το Bloomberg, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου διεμήνυσε ότι το Πεκίνο θα υπερασπιστεί τα συμφέροντά του εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρήσει σε «διακριτικούς περιορισμούς» εις βάρος κινεζικών εταιρειών ή προϊόντων. Αφορμή αποτέλεσαν πληροφορίες ότι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν τη δημιουργία ενός νέου μηχανισμού δασμών, εμπνευσμένου από το αμερικανικό Section 301.
«Εάν η ΕΕ από τη μία πλευρά πραγματοποιεί διάλογο με την Κίνα και από την άλλη αυξάνει την πίεση, αυτό θα υπονομεύσει σοβαρά την αμοιβαία εμπιστοσύνη, θα διαταράξει τις διαβουλεύσεις και θα επηρεάσει συνολικά την οικονομική και εμπορική συνεργασία Κίνας – ΕΕ», ανέφερε εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου.
Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει της επίσκεψης του Ευρωπαίου επιτρόπου Εμπορίου Μάρος Σέφκοβιτς στην Κίνα στις 8 και 9 Οκτωβρίου, όπου αναμένεται να συναντηθεί με τον Κινέζο υπουργό Εμπορίου Γουάνγκ Γουεντάο. Οι δύο πλευρές έχουν θέσει τον Οκτώβριο ως κρίσιμο χρονικό ορόσημο για να υπάρξει πρόοδος στις εμπορικές τους διαφορές.
Το βασικό σενάριο που προκαλεί την αντίδραση του Πεκίνου αφορά τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού εργαλείου αντίστοιχου με το Section 301 των Ηνωμένων Πολιτειών. Το συγκεκριμένο αμερικανικό πλαίσιο επιτρέπει στην κυβέρνηση να επιβάλλει δασμούς σε βάρος ξένων χωρών όταν κρίνεται ότι εφαρμόζουν πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος αμερικανικών επιχειρήσεων ή παραβιάζουν εμπορικά δικαιώματα.
Όπως αναφέρει το Bloomberg, ορισμένα κράτη-μέλη, μεταξύ αυτών η Γαλλία, επιθυμούν ένα αντίστοιχο ευρωπαϊκό εργαλείο που θα επιτρέπει στην ΕΕ να κινείται πολύ ταχύτερα και να επιβάλλει μέτρα σε ολόκληρους κλάδους, αντί να βασίζεται αποκλειστικά στις σημερινές, πιο χρονοβόρες διαδικασίες.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες εξετάζουν ένα ευρύτερο πακέτο παρεμβάσεων, το οποίο θα μπορούσε να περιλαμβάνει κίνητρα ή υποχρεώσεις για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ώστε να περιορίσουν την εξάρτησή τους από Κινέζους προμηθευτές.
Το CNBC μεταδίδει ότι στο εσωτερικό της Ευρώπης η συζήτηση έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Επικαλούμενο ανάλυση του Noah Barkin της Rhodium Group, αναφέρει ότι Γερμανία και Γαλλία επεξεργάζονται κοινή πρόταση που θα ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιταχύνει τη δημιουργία ενός νέου εμπορικού μηχανισμού.
Ευρωπαίος αξιωματούχος περιέγραψε μάλιστα το υπό συζήτηση εργαλείο ως δυνατότητα των Βρυξελλών να περιορίσουν δραστικά την πρόσβαση της Κίνας στην ευρωπαϊκή αγορά μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Η Κίνα χαρακτηρίζει μια τέτοια κατεύθυνση «τυπικό προστατευτικό και μονομερές μέτρο», υποστηρίζοντας ότι δεν θα επιλύσει τις εμπορικές διαφορές, αλλά αντιθέτως θα επιβαρύνει τις σχέσεις με την Ευρώπη και θα δημιουργήσει νέους κινδύνους για τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρίσκεται το αυξανόμενο ευρωπαϊκό εμπορικό έλλειμμα έναντι της Κίνας. Σύμφωνα με το CNBC, η ΕΕ εμφανίζει πλέον το μεγαλύτερο εμπορικό έλλειμμα αγαθών με την Κίνα παγκοσμίως, έχοντας ξεπεράσει ακόμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παρά τις εντάσεις, οι οικονομικές σχέσεις παραμένουν εξαιρετικά στενές. Εάν συνυπολογιστούν αγαθά και υπηρεσίες, οι συνολικές εμπορικές συναλλαγές ΕΕ – Κίνας ανήλθαν πέρυσι στα 880 δισ. ευρώ, ποσό που προσεγγίζει το 1 τρισ. δολάρια.
Το επόμενο διάστημα θεωρείται κρίσιμο, καθώς οι Βρυξέλλες πιέζουν για συγκεκριμένες κινήσεις από το Πεκίνο προκειμένου να περιοριστούν οι ανισορροπίες. Ο Μάρος Σέφκοβιτς έχει ήδη προειδοποιήσει ότι, εάν δεν υπάρξουν απτά αποτελέσματα έως τον Οκτώβριο, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να εξετάσει αυστηρότερα μέτρα.
Η απάντηση της Κίνας δείχνει, πάντως, ότι οποιαδήποτε κίνηση προς πιο οριζόντιους δασμούς ή περιορισμούς κινδυνεύει να ανοίξει έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους του κόσμου.
