Το παζλ του τρόμου στην ΕΕ με την ακροδεξιά και ο διχασμός στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα

Δοκιμάζονται τα όρια του «τείχους προστασίας» απέναντι στην ακροδεξιά με το ΕΛΚ να διχάζεται, ενώ ο Μελανσόν χαράσσει διαφορετική στρατηγική

Ο πρόεδρος του ΕΛΚ Μάνφρεντ Βέμπερ ©InTime

Η άνοδος της ακροδεξιάς υποχρεώνει τις ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις να επανακαθορίσουν στρατηγικές και συμμαχίες. Στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα η διαμάχη αφορά τη μετατόπιση προς τα δεξιά, ενώ στη Γαλλία ο Ζαν-Λικ Μελανσόν επιχειρεί διαφορετική διαδρομή.

Η μεγαλύτερη πολιτική οικογένεια της Ευρώπης έχει ήδη αρχίσει να προετοιμάζει τη στρατηγική της για τις ευρωεκλογές του 2029, σε μια προσπάθεια να ανακτήσει ψηφοφόρους που έχουν στραφεί προς την ακροδεξιά. Ωστόσο, η προετοιμασία αυτή αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: στο εσωτερικό του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) δεν υπάρχει κοινή απάντηση στο ερώτημα εάν η απάντηση στην άνοδο της ακροδεξιάς πρέπει να είναι η υπεράσπιση του πολιτικού κέντρου ή μια περαιτέρω μετατόπιση προς τα δεξιά.

Το παζλ της Ευρώπης απέναντι στην ακροδεξιά και ο διχασμός στους συντηρητικούς

Ο πρόεδρος του ΕΛΚ, Μάνφρεντ Βέμπερ, συγκρότησε πριν από δύο εβδομάδες την ομάδα εργασίας «Win2029», με αποστολή να διαμορφώσει την πολιτική πλατφόρμα που θα οδηγήσει την παράταξη στις επόμενες ευρωπαϊκές εκλογές. Επικεφαλής της είναι ο Ισπανός ευρωβουλευτής Εστέμπαν Γκονσάλες Πονς, ενώ οι σχετικές συζητήσεις αναμένεται να ξεκινήσουν σε συνάντηση του κόμματος στη Σικελία τον Οκτώβριο και να συνεχιστούν έως το συνέδριο του ΕΛΚ στη Ρώμη την άνοιξη.

Η επιλογή της χρονικής συγκυρίας δεν είναι τυχαία. Παρότι η τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδος δεν έχει ακόμη φτάσει στα μισά της, η ηγεσία του ΕΛΚ θεωρεί ότι η ενίσχυση των εθνικιστικών και λαϊκιστικών δυνάμεων καθιστά αναγκαία την έγκαιρη προετοιμασία, σύμφωνα με το Politico.

Ο αντιπρόεδρος του ΕΛΚ και υποψήφιος για την πρωθυπουργία της Ρουμανίας, Ζίγκφριντ Μουρεσάν, εκτιμά ότι η βασική πολιτική αντιπαράθεση στις εθνικές εκλογές και στις ευρωεκλογές του 2029 θα αφορά τα κόμματα του ΕΛΚ και τους «αντιευρωπαϊκούς λαϊκιστές». Στο ίδιο πνεύμα, ο εκπρόσωπος της συντηρητικής ομάδας, Πέδρο Λόπεθ ντε Πάμπλο, υποστηρίζει ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια εναλλακτική μπορεί να προσφέρει το ΕΛΚ απέναντι στις υποσχέσεις της δεξιάς αντιπολίτευσης.

Το δίλημμα αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην τοποθέτηση της Φινλανδής ευρωβουλευτού του ΕΛΚ Σίρπα Πιετικέινεν: η παράταξη, όπως είπε, πρέπει να αποφασίσει εάν παραμένει κεντροδεξιά ή μετατρέπεται σε ακόμη ένα δεξιό κόμμα.

Διαδηλώσεις μπροστά στην πύλη του Βραδεμβούργου στο Βερολίνο, κατά του ακροδεξιού κόμματος AfD

Διαδηλώσεις μπροστά στην πύλη του Βραδεμβούργου στο Βερολίνο, κατά του ακροδεξιού κόμματος AfD © EPA/CLEMENS BILAN

Η ακροδεξιά ως εταίρος ή αντίπαλος

Η διαφωνία δεν είναι μόνο ιδεολογική. Αντανακλά διαφορετικές πολιτικές πραγματικότητες στα κράτη-μέλη. Στην Πολωνία και τη Ρουμανία, οι συντηρητικοί απορρίπτουν τη συνεργασία με την ακροδεξιά. Αντίθετα, στην Ισπανία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία, τη Δανία και την Ολλανδία έχουν υπάρξει κυβερνητικές συνεργασίες ή συμφωνίες με κόμματα της δεξιάς και της εθνικιστικής πτέρυγας. Στη Γερμανία, η συζήτηση έχει γίνει πιο περίπλοκη μετά τις εκλογικές επιτυχίες της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), αν και η πλειονότητα των ευρωβουλευτών του ΕΛΚ εξακολουθεί να απορρίπτει τη συνεργασία.

Τα εσωτερικά πρακτικά των τελευταίων έξι μηνών δείχνουν ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του ΕΛΚ προσπαθεί να διατηρήσει το λεγόμενο «τείχος προστασίας» (Brandmauer ή cordon sanitaire) απέναντι στην ακροδεξιά το οποίο αναφέρεται στη σταθερή πολιτική συμφωνία των δημοκρατικών κομμάτων να αποκλείουν οποιαδήποτε συνεργασία, κυβερνητική σύμπραξη ή στήριξη με ακροδεξιά κόμματα.

Αυτό το «τείχος» προσπαθεί να διατηρήσει το ΕΛΚ απέναντι στους Patriots, την ευρωομάδα όπου συμμετέχουν αρκετά από τα ισχυρότερα κόμματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Την ίδια στιγμή, έχει επιλέξει διαφορετική στάση απέναντι στους Ευρωπαίους Συντηρητικούς και Μεταρρυθμιστές (ECR), όπου ανήκει μεταξύ άλλων η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, θεωρώντας τους αποδεκτούς κοινοβουλευτικούς εταίρους.

Η προσπάθεια να διατηρηθούν σαφή όρια έχει οδηγήσει ακόμη και σε πειθαρχικές κινήσεις. Το ΕΛΚ απέπεμψε τον Σλοβένο ευρωβουλευτή Μπράνκο Γκριμς, αφού εμφανίστηκε σε εκδήλωση που διοργάνωσε η AfD.

Ωστόσο, τα όρια αυτά δοκιμάζονται όταν πρόκειται για νομοθετικές πρωτοβουλίες στις οποίες το ΕΛΚ δυσκολεύεται να βρει κοινό έδαφος με τους Σοσιαλιστές και Δημοκράτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η συζήτηση για τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ, όπου δεξιά πλειοψηφία τάχθηκε υπέρ της αφαίρεσης πράσινων και έμφυλων κριτηρίων από τον έλεγχο των δαπανών.

Ανάλογη εικόνα εμφανίστηκε στη συζήτηση για τη μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα. Όταν οι διαπραγματεύσεις με τους Σοσιαλιστές κατέρρευσαν, εσωτερικές οδηγίες προς τους ευρωβουλευτές του ΕΛΚ προέβλεπαν την υιοθέτηση τροπολογίας που είχε προτείνει η ομάδα των Patriots, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ψήφος της. Η πρωτοβουλία φέρεται να προήλθε από την ισπανική αντιπροσωπεία, η οποία επιδίωκε πολιτικό αποτέλεσμα στο εσωτερικό της χώρας.

Το επεισόδιο αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα: άλλο η θεσμική απομόνωση της ακροδεξιάς και άλλο η περιστασιακή κοινοβουλευτική σύμπλευση μαζί της.

Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι στην αίθουσα της Γερουσίας © EPA/ANGELO CARCONI

Μετανάστευση, κοινωνική πολιτική και πολιτισμικές συγκρούσεις

Η δυσκολότερη επιλογή για το ΕΛΚ αφορά, ωστόσο, το περιεχόμενο της πολιτικής του. Η μετανάστευση βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας. Μετά τις ευρωεκλογές του 2024, ο Μάνφρεντ Βέμπερ είχε μιλήσει για ανάγκη αλλαγής του πολιτικού «αφηγήματος» της παράταξης, με αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, περισσότερες επιστροφές και αναθεώρηση ορισμένων πράσινων κανόνων.

Τον Ιούνιο, το ΕΛΚ ζήτησε μεγαλύτερη ενίσχυση της Frontex, ευκολότερες επιστροφές στα εξωτερικά σύνορα και αυστηρότερη αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης. Στα εσωτερικά πρακτικά καταγράφεται μάλιστα η απόφαση να αντικατασταθεί ο όρος «παράτυπη μετανάστευση» με τον όρο «παράνομη μετανάστευση», γλώσσα που συνδέεται συχνότερα με την ακροδεξιά ρητορική.

Η επιλογή αυτή δεν είναι καθολικά αποδεκτή. Η αντιπρόεδρος του ΕΛΚ και πρώην Ευρωπαία επίτροπος Μάιρεντ ΜακΓκίνες προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να συγχέεται η θρησκευτική πίστη με τον πολιτικό εξτρεμισμό. Ο Γερμανός ευρωβουλευτής Ντένις Ράντκε, υπεύθυνος για τις σχέσεις της παράταξης με τα συνδικάτα, προειδοποίησε επίσης ότι η άνοδος της ακροδεξιάς δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη μετανάστευση.

Το δίλημμα στο εσωτερικό μέτωπο

Το επιχείρημά του αφορά μια διαφορετική διάσταση της πολιτικής αντιπαράθεσης: εάν οι αριθμοί των αιτούντων άσυλο μειώνονται, αλλά η ακροδεξιά συνεχίζει να ενισχύεται, τότε η αιτία μπορεί να βρίσκεται και σε κοινωνικά προβλήματα που παραμένουν άλυτα.

Αυτό οδηγεί σε ένα δεύτερο εσωτερικό μέτωπο. Η έμφαση του ΕΛΚ στην ανταγωνιστικότητα και την απορρύθμιση έχει προκαλέσει ανησυχία στις πτέρυγες που εκπροσωπούν εργαζομένους, γυναίκες και ηλικιωμένους. Πρόταση για ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, των δεξιοτήτων και της απασχόλησης των νέων δεν προχώρησε, καθώς ορισμένες εθνικές αντιπροσωπείες υποστήριξαν ότι η έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη δεν συμβαδίζει με τις προτεραιότητες της παράταξης.

Παράλληλα, πολιτισμικά ζητήματα προκαλούν νέες εντάσεις. Η στάση απέναντι στην άμβλωση, τα δικαιώματα των φύλων και τη λεγόμενη «έμφυλη ιδεολογία» έχει γίνει πιο διχαστική, ενώ ολοένα περισσότερα θέματα αφήνονται στην ελεύθερη ψήφο των εθνικών αντιπροσωπειών.

Οι αντιθέσεις επεκτείνονται και στην πράσινη νομοθεσία. Η προσπάθεια απλοποίησης των ευρωπαϊκών κανόνων έχει μετατραπεί σε διαμάχη για το πόσο πρέπει να χαλαρώσουν οι περιβαλλοντικές υποχρεώσεις, από την κατάργηση της σταδιακής εξόδου από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης έως το κόστος των εκπομπών άνθρακα για τη βιομηχανία.

Έτσι, η στρατηγική του ΕΛΚ για το 2029 δεν αφορά μόνο την εκλογική αναμέτρηση. Αφορά τον ίδιο τον χαρακτήρα της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς.

Ο Μερτς σε ομιλία με αφορμή την απονομή του Βραβείου Ειρήνης της Βεστφαλίας 2026 στη συμμαχία του ΝΑΤΟ.

Ο Φρίντριχ Μερτς σε ομιλία, με αφορμή την απονομή του Βραβείου Ειρήνης της Βεστφαλίας 2026 στη συμμαχία του ΝΑΤΟ © ΕPA/CHRISTOPHER NEUNDORF

Σενάρια για μια Γερμανία σε πολιτική αναταραχή, ο παράγοντας Μερτς

Ο Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται στο τιμόνι της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για τον προτεινόμενο επταετή προϋπολογισμό των 2 τρισ. ευρώ, εκπροσωπώντας τις χώρες που ζητούν συγκράτηση των ευρωπαϊκών δαπανών. Παράλληλα, πρωταγωνιστεί στις προσπάθειες της ΕΕ για τη στήριξη της βαριάς βιομηχανίας.

Η πολιτική αβεβαιότητα στο Βερολίνο προκαλεί, ωστόσο, ανησυχία στις Βρυξέλλες. «Κάθε συζήτηση για τον Γερμανό καγκελάριο αποδυναμώνει τον ρόλο της Γερμανίας στην ΕΕ και στον κόσμο», δήλωσε ο Βίλχελμ Γκέμπχαρντ, βουλευτής του CDU.

Οι ανησυχίες εντείνονται καθώς και η Γαλλία αντιμετωπίζει άνοδο της ακροδεξιάς, ενώ οι επόμενες προεδρικές εκλογές ενδέχεται να ενισχύσουν τις ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις, αναφέρουν αναλυτές στο Politico. Στις Βρυξέλλες υπάρχει έτσι προβληματισμός για το ενδεχόμενο η Γερμανία να στραφεί περισσότερο στα εσωτερικά της προβλήματα ή να δυσκολέψει κρίσιμες ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις.

Αξιωματούχοι και διπλωμάτες εξετάζουν ήδη σενάρια για την περίπτωση πολιτικής αποσταθεροποίησης, έπειτα από μήνες αντιφατικών μηνυμάτων του Βερολίνου σε ζητήματα όπως οι εκπομπές των αυτοκινήτων και οι περιορισμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά.

Πάντως, το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών θεωρείται βραχυπρόθεσμα περιορισμένο. Ακόμη και μια ενδεχόμενη αποχώρηση του Μερτς δεν θα σήμαινε κατ’ ανάγκη παρατεταμένο κενό εξουσίας, καθώς θα μπορούσε να αντικατασταθεί από νέο καγκελάριο προερχόμενο είτε από το CDU είτε από τον κυβερνητικό εταίρο του, το SPD.

Ζαν-Λυκ Μελανσόν © EPA/Guillaume Horcajuelo

Ζαν-Λυκ Μελανσόν © EPA/Guillaume Horcajuelo

Το διαφορετικό γαλλικό στοίχημα του Μελανσόν

Στη Γαλλία, η απάντηση στην ακροδεξιά ακολουθεί διαφορετική διαδρομή. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, επικεφαλής της Ανυπότακτης Γαλλίας, επιχειρεί να οικοδομήσει την εκλογική του προοπτική πάνω σε μια συμμαχία νέων ψηφοφόρων, εργατικών συνοικιών και πολιτών με μεταναστευτική καταγωγή.

Ο Μελανσόν, ο οποίος έχει υιοθετήσει έντονα αντισυστημικό και κοινωνικά ριζοσπαστικό λόγο, εμφανίζεται ως αντίπαλο δέος στη Μαρίν Λεπέν και στο Εθνικό Συσπείρωμα. Η στρατηγική του στηρίζεται σε μια διαφορετική εικόνα της Γαλλίας, την οποία περιγράφει ως «νέα Γαλλία», με κεντρικά στοιχεία την κοινωνική και πολιτισμική πολυμορφία που συνδέεται με τη μετανάστευση.

Η προσέγγιση αυτή τον διαφοροποιεί από μεγάλο μέρος του γαλλικού πολιτικού συστήματος, όπου παραμένει ισχυρή η αντίληψη μιας «τυφλής ως προς το χρώμα» Δημοκρατίας, αλλά και από την ευρωπαϊκή τάση για αυστηρότερη ρητορική στο μεταναστευτικό.

Η εκλογική του στρατηγική, σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις που επικαλείται το Politico, εμφανίζει ενδείξεις απήχησης στους νεότερους ψηφοφόρους. Σε έρευνα της Cluster17, ο Μελανσόν συγκέντρωνε 19%, ισοβαθμώντας στη δεύτερη θέση με τον κεντροδεξιό Εντουάρ Φιλίπ, ενώ η Μαρίν Λεπέν παρέμενε πάνω από το 30%. Σε έρευνα της Harris Interactive, ο Μελανσόν βρισκόταν στο 18%, έναντι 16% του Φιλίπ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ηλικιακή κατανομή. Στην έρευνα της Cluster17, το 47% των ερωτηθέντων κάτω των 35 ετών δήλωσε ότι θα ψήφιζε Μελανσόν, ενώ η Λεπέν συγκέντρωνε 22% στη συγκεκριμένη ομάδα.

Η Ανυπότακτη Γαλλία θεωρεί ότι υπάρχει μια δεξαμενή ψηφοφόρων που μέχρι σήμερα δεν συμμετέχει στον ίδιο βαθμό στην εκλογική διαδικασία. Πρόκειται κυρίως για νέους, εργαζομένους και πολίτες με μεταναστευτικές ρίζες. Η εκλογική κινητοποίηση αυτών των ομάδων αποτελεί τον πυρήνα της στρατηγικής του κόμματος.

Η περίπτωση του Σεν-Ντενί, στα βόρεια προάστια του Παρισιού, χρησιμοποιείται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρόκειται για μία από τις φτωχότερες περιοχές της μητροπολιτικής περιφέρειας, με μεγάλο εργατικό πληθυσμό και σημαντικό ποσοστό κατοίκων μεταναστευτικής καταγωγής. Ο Μελανσόν είχε συγκεντρώσει σχεδόν 50% στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2022 στην εκλογική περιφέρεια που περιλαμβάνει την περιοχή, αν και η συμμετοχή είχε περιοριστεί στο 61,2%, έναντι 73,7% σε εθνικό επίπεδο.

Στις πρόσφατες τοπικές εκλογές, η Ανυπότακτη Γαλλία πέτυχε εκεί μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες της, με τον υποψήφιό της Μπαλί Μπαγιαγιοκό να ξεπερνά το 50% από τον πρώτο γύρο.

Η στρατηγική, ωστόσο, έχει σαφή όρια. Η ίδια δημοσκόπηση της Cluster17 έδειξε ότι το 73% των ερωτηθέντων θεωρεί από ελάχιστα έως καθόλου πιθανό να ψηφίσει ποτέ τον Μελανσόν. Για τη Λεπέν, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 62%.

Αυτό αποτυπώνει το βασικό πρόβλημα της γαλλικής Αριστεράς: μπορεί να διαθέτει έναν ισχυρό πυρήνα υποστήριξης, αλλά η διεύρυνσή του παραμένει δύσκολη.

Μαρίν Λεπέν, Νάιτζελ Φάρατζ

Μαρίν Λεπέν, Νάιτζελ Φάρατζ © EPA

Δύο διαφορετικοί δρόμοι απέναντι στην ίδια πρόκληση

Οι στρατηγικές του ΕΛΚ και του Μελανσόν βρίσκονται σε διαφορετικά άκρα του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος, αλλά απαντούν στο ίδιο πρόβλημα: πώς μπορούν οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις να αντιμετωπίσουν την άνοδο της ακροδεξιάς χωρίς να χάσουν τον δικό τους πολιτικό και κοινωνικό χώρο.

Το ΕΛΚ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην κεντροδεξιά ταυτότητά του και στην πίεση για αυστηρότερες θέσεις στη μετανάστευση, λιγότερη ρύθμιση και μεγαλύτερη έμφαση στην ανταγωνιστικότητα. Η δυσκολία βρίσκεται στο ότι οι εθνικές του αντιπροσωπείες αντιμετωπίζουν διαφορετικές εκλογικές πραγματικότητες, με αποτέλεσμα η συζήτηση για συνεργασίες με τη δεξιά να μην έχει ενιαία απάντηση.

Ο Μελανσόν, αντίθετα, δεν επιχειρεί να μετακινηθεί προς το εκλογικό ακροατήριο της Λεπέν. Επιχειρεί να αυξήσει τη συμμετοχή εκείνων που θεωρεί ότι βρίσκονται εκτός ή στα όρια της παραδοσιακής εκλογικής βάσης, με επίκεντρο τους νέους και τις εργατικές και πολυπολιτισμικές συνοικίες.

Η σύγκριση των δύο προσεγγίσεων δείχνει ότι η ευρωπαϊκή πολιτική μάχη της επόμενης περιόδου δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τη θέση των κομμάτων απέναντι στην ακροδεξιά. Θα αφορά επίσης το ποιοι ψηφοφόροι θα κινητοποιηθούν, ποια κοινωνικά ζητήματα θα βρεθούν στο επίκεντρο και μέχρι πού θα φτάσει η προσαρμογή των παραδοσιακών κομμάτων στις νέες πολιτικές ισορροπίες.

Στη Γαλλία, ο Μελανσόν βλέπει τον δρόμο προς τον δεύτερο γύρο μέσα από τη μαζική κινητοποίηση νέων ψηφοφόρων. Το ίδιο το κόμμα του, πάντως, προειδοποιεί ότι η εκλογική μάχη πρέπει να αντιμετωπιστεί βήμα προς βήμα. Ο βουλευτής και στρατηγικός σύμβουλος Αντουάν Λεομόν υποστηρίζει ότι η πρόωρη διεξαγωγή μιας εκστρατείας για τον δεύτερο γύρο μπορεί να αποδειχθεί λανθασμένη επιλογή.

Το ΕΛΚ έχει μπροστά του διαφορετικό δίλημμα: να διατηρήσει το πολιτικό κέντρο ή να μετακινηθεί περισσότερο προς τα δεξιά για να ανακόψει τις απώλειες. Η απάντηση που θα δώσει τα επόμενα χρόνια θα διαμορφώσει όχι μόνο το πρόγραμμα του 2029, αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των συντηρητικών κομμάτων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.