Μια σημαντική «τρύπα» 160 δισ. δολαρίων δημιουργεί για τη Βρετανία η αποχώρηση ορισμένων από τους πλουσιότερους ανθρώπους που είχαν συνδέσει την περιουσία και τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες με το Λονδίνο, όπως συμπεραίνει νέα ανάλυση του Bloomberg Billionaires Index.
Η ανάλυση αποτυπώνει για πρώτη φορά το μέγεθος του πλούτου που αντιπροσωπεύουν οι δισεκατομμυριούχοι οι οποίοι μέσα στα τελευταία δύο χρόνια χαλάρωσαν σημαντικά τους δεσμούς τους με το Ηνωμένο Βασίλειο ή έκοψαν εντελώς τη σχέση φορολογικής κατοικίας τους με τη χώρα. Το ποσό δεν σημαίνει ότι 160 δισ. δολάρια μεταφέρθηκαν αυτούσια από βρετανικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό. Αφορά τη συνολική περιουσία των προσώπων και ορισμένων οικογενειακών περιουσιών που παρακολουθεί ο δείκτης του Bloomberg και έχουν εγκαταλείψει ή περιορίσει τη σύνδεσή τους με τη Βρετανία. Είναι, όμως, ενδεικτικό του μεγέθους του προβλήματος: σύμφωνα με το Bloomberg, ο πλούτος αυτής της ομάδας είναι μεγαλύτερος από τον συνολικό πλούτο των Βρετανών του Billionaires Index που εξακολουθούν να δηλώνουν τη χώρα ως βάση τους.
Η εξέλιξη χτυπά ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα που είχε οικοδομήσει το Λονδίνο επί δεκαετίες: την ικανότητά του να λειτουργεί όχι μόνο ως χρηματοπιστωτικό κέντρο, αλλά και ως τόπος κατοικίας, επενδύσεων και κατανάλωσης για τον διεθνή πλούτο.
Οι φορολογικές αλλαγές που άλλαξαν το κλίμα
Το σημείο καμπής ήταν οι αλλαγές στη φορολογική μεταχείριση των εύπορων κατοίκων της χώρας και ιδιαίτερα το τέλος του καθεστώτος των λεγόμενων non-doms. Το προηγούμενο σύστημα επέτρεπε σε κατοίκους της Βρετανίας που είχαν φορολογική «κατοικία προέλευσης» στο εξωτερικό να απολαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση για εισόδημα και περιουσία εκτός Ηνωμένου Βασιλείου. Από τις 6 Απριλίου 2025, το σύστημα αντικαταστάθηκε από νέο καθεστώς βασισμένο στη φορολογική κατοικία, το οποίο παρέχει απαλλαγή για εισόδημα και κέρδη εξωτερικού μόνο στα πρώτα τέσσερα χρόνια για συγκεκριμένους νέους κατοίκους.
Οι αλλαγές είχαν προαναγγελθεί από το 2024 και, σύμφωνα με την ανάλυση του Bloomberg, περίπου οι μισοί από τους υπερπλούσιους που περιλαμβάνονται στη λίστα των αποχωρήσεων ολοκλήρωσαν τη μετακίνησή τους λίγο πριν από την εφαρμογή των νέων κανόνων τον Απρίλιο του 2025. Στο μεταξύ, οι αλλαγές στη φορολόγηση κληρονομιών και στα κέρδη στελεχών του private equity, αλλά και η συνεχής συζήτηση για ενδεχόμενα πρόσθετα μέτρα, ενίσχυσαν την αίσθηση αβεβαιότητας. Ο δισεκατομμυριούχος ιδρυτής της Phones 4u, John Caudwell, περιέγραψε στο Bloomberg την κατάσταση ως καταστροφική για την προσπάθεια της χώρας να προσελκύει πλούτο, επιχειρηματίες και επενδύσεις.
Γιατί τα 160 δισ. έχουν σημασία
Η Βρετανία εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια δεξαμενή ιδιωτικού πλούτου. Με περίπου 2,43 εκατ. εκατομμυριούχους σε δολάρια, βρίσκεται στην πέμπτη θέση παγκοσμίως, σύμφωνα με τα στοιχεία της UBS που επικαλείται το Bloomberg. Αυτό σημαίνει ότι το Λονδίνο απέχει πολύ από το να χάσει αυτομάτως τον ρόλο του ως παγκόσμιου κέντρου ιδιωτικού πλούτου. Άλλωστε, αντίστοιχες προβλέψεις για μαζική κατάρρευση του City μετά το Brexit αποδείχθηκαν σε μεγάλο βαθμό υπερβολικές.
Ωστόσο, η αποχώρηση των πολύ υψηλών εισοδημάτων έχει άμεσες δημοσιονομικές και οικονομικές επιπτώσεις. Το ανώτερο 1% των φορολογουμένων εισοδήματος στη Βρετανία αντιστοιχεί περίπου στο 27% των συνολικών εσόδων από τον φόρο εισοδήματος. Τα επίσημα στοιχεία προβλέπουν ότι το ποσοστό θα βρίσκεται στο 26,6% το φορολογικό έτος 2026-2027. Η απώλεια ενός και μόνο πολύ μεγάλου φορολογούμενου, επομένως, μπορεί να έχει δυσανάλογη επίδραση στα δημόσια έσοδα. Παράλληλα, μαζί με τους δισεκατομμυριούχους μετακινούνται κατανάλωση, επενδύσεις, οικογενειακά γραφεία, επαγγελματικές υπηρεσίες και ζήτηση για πολυτελή ακίνητα.
Η περίπτωση Ρόκος
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά για την Ελλάδα η περίπτωση του Κρις Ρόκος, ιδρυτή της Rokos Capital Management. Σε αντίθεση με αρκετούς εύπορους ξένους που είχαν σχετικά πρόσφατη σχέση με τη Βρετανία, ο Ρόκος αποτελεί προϊόν του ίδιου του βρετανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και έναν από τους μεγαλύτερους φορολογούμενους της χώρας. Ο δισεκατομμυριούχος διαχειριστής hedge fund έχει αποφασίσει να μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα και να δημιουργήσει γραφείο στην Αθήνα, σύμφωνα με το Bloomberg. Η εταιρεία του διαχειρίζεται περίπου 22 δισ. δολάρια, ενώ ο Ρόκος είχε καταβάλει περίπου 330 εκατ. λίρες σε φόρους την τελευταία φορολογική χρήση, σύμφωνα με τη Sunday Times Tax List. Η κίνησή του έχει ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα για το Λονδίνο. Μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος των αποχωρήσεων αφορούσε ξένους επιχειρηματίες που ουσιαστικά επέστρεφαν στις χώρες καταγωγής τους ή επέλεγαν παραδοσιακούς φορολογικά ευνοϊκούς προορισμούς όπως το Μονακό, η Ελβετία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Ο Ρόκος, αντίθετα, γεννήθηκε και δημιούργησε την καριέρα του στη Βρετανία. Το ερώτημα είναι εάν η περίπτωσή του αποτελεί μεμονωμένη εξέλιξη ή προάγγελο μιας ευρύτερης τάσης, στην οποία θα αρχίσουν να μετακινούνται και Βρετανοί με βαθιές προσωπικές και επαγγελματικές ρίζες στη χώρα.
Η πίεση στην αγορά πολυτελείας του Λονδίνου
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Η αποχώρηση εύπορων κατοίκων αρχίζει να γίνεται αισθητή και στην αγορά πολυτελείας του Λονδίνου. Οι πωλήσεις ακριβών κατοικιών έχουν εξασθενήσει, ενώ υποψήφιοι αγοραστές σε περιοχές του κεντρικού Λονδίνου ζητούν μεγαλύτερες εκπτώσεις από τις αρχικές τιμές, υπολογίζοντας στο τίμημα και τον αυξημένο φορολογικό και πολιτικό κίνδυνο. Παράλληλα, επιχειρήσεις εστίασης και φιλοξενίας που στηρίζονται στην πελατεία των πολύ υψηλών εισοδημάτων έχουν αρχίσει να αναφέρονται στις επιπτώσεις των φορολογικών αλλαγών και της εξασθένησης της ζήτησης. Το Bloomberg φέρνει ως παράδειγμα την Caprice Holdings, στην οποία ανήκει μεταξύ άλλων το Sexy Fish στο Berkeley Square. Η επίδραση δεν περιορίζεται ούτε στην κατανάλωση. Ορισμένοι επιχειρηματίες που εγκαταλείπουν τη χώρα μειώνουν παράλληλα και το επενδυτικό τους αποτύπωμα. Εταιρεία επενδύσεων που συνδέεται με τον Δανό επιχειρηματία Troels Holch Povlsen, για παράδειγμα, πούλησε δραστηριότητα ακινήτων στο Λονδίνο και ανακοίνωσε μέρισμα 57 εκατ. λιρών, το υψηλότερο εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία, μετά την επιστροφή του επιχειρηματία στη Δανία.
Κανένας προορισμός δεν έχει κερδίσει ακόμη τη μάχη
Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν υπάρχει ένας ξεκάθαρος «νικητής» από τη μετακίνηση του διεθνούς πλούτου. Μονακό, Ελβετία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα απορροφούν μέρος των αποχωρήσεων, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα επιχειρούν πλέον να τοποθετηθούν στον ίδιο χάρτη. Η πληθώρα επιλογών δείχνει πόσο έχει ενταθεί ο διεθνής ανταγωνισμός για την προσέλκυση εύπορων φορολογικών κατοίκων.
Ταυτόχρονα, όμως, και η πλήρης αντικατάσταση του Λονδίνου δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση. Κι αυτό επειδή η βρετανική πρωτεύουσα διαθέτει ένα οικοσύστημα που συνδυάζει τράπεζες, hedge funds, private equity, οικογενειακά γραφεία, κορυφαία δικηγορικά και λογιστικά γραφεία, διεθνή σχολεία, πολιτισμό και μία από τις μεγαλύτερες αγορές πολυτελών ακινήτων παγκοσμίως.
Οι βρετανικές αρχές φαίνεται να αντιλαμβάνονται πλέον τον κίνδυνο. Σύμφωνα με έγγραφα που επικαλείται το πρακτορείο, η κυβέρνηση είχε διερευνήσει παρασκηνιακά τρόπους ώστε να αποκαταστήσει την ελκυστικότητα της χώρας για τους μεγάλους ιδιώτες επενδυτές. Μεταξύ των ιδεών που είχαν τεθεί υπό συζήτηση ήταν μία νέα investor visa, με δικαίωμα παραμονής έναντι επένδυσης 5 εκατ. λιρών, αλλά και πιθανή επέκταση πέραν των τεσσάρων ετών του νέου προνομιακού φορολογικού καθεστώτος για τους νεοεισερχόμενους.
Η κυβέρνηση του Άντι Μπέρναμ δηλώνει ότι επιδιώκει μια περισσότερο φιλική προς τις επιχειρήσεις πολιτική, την ώρα που στον χρηματοπιστωτικό κλάδο υπάρχει ανησυχία και για το ενδεχόμενο πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων.
Το δίλημμα για το Λονδίνο είναι πλέον σαφές: από τη μία βρίσκεται η πολιτική απαίτηση για μεγαλύτερη φορολογική συνεισφορά από τον συσσωρευμένο πλούτο και από την άλλη ο κίνδυνος ότι σε μια εποχή κατά την οποία το κεφάλαιο και οι κάτοχοί του είναι εξαιρετικά κινητικοί, οι υψηλότερες επιβαρύνσεις μπορούν να οδηγήσουν μέρος αυτής της φορολογικής βάσης αλλού.
Και τα 160 δισ. δολάρια που αντιπροσωπεύουν όσοι έχουν ήδη απομακρυνθεί από τη Βρετανία αποτελούν ίσως την πιο ηχηρή ένδειξη του μεγέθους αυτού του στοιχήματος.
