Καμπανάκι από τον Γάλλο κεντρικό τραπεζίτη για τα υψηλά επιτόκια, στραγγαλίζεται η χώρα

Ο Εμανουέλ Μουλέν προειδοποιεί ότι το αυξανόμενο κόστος δανεισμού μπορεί να γίνει ασφυκτικό για τη γαλλική οικονομία

Ο Εμανουέλ Μουλέν (Emmanuel Moulin) διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Γαλλίας (Banquede France), στενός συνεργάτης του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν ©ΑΠΕ

Σήμα κινδύνου για την πορεία των δημόσιων οικονομικών της χώρας εκπέμπει ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Εμανουέλ Μουλέν, προειδοποιώντας ότι η Γαλλία κινδυνεύει να «στραγγαλιστεί από τα επιτόκια» εάν δεν προχωρήσει γρήγορα στη μείωση του ελλείμματος και στον περιορισμό των δαπανών.

Σε συνέντευξή του στους Financial Times, ο επικεφαλής της Banque de France χαρακτήρισε «σοβαρές και ανησυχητικές» τις τελευταίες κινήσεις στην αγορά γαλλικών κρατικών ομολόγων, επιμένοντας ωστόσο ότι το Παρίσι εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών. «Η Γαλλία δεν είναι η Ελλάδα της κρίσης της Ευρωζώνης», υπογράμμισε ο κ. Μουλέν, επιχειρώντας να αποκρούσει τις συγκρίσεις με την ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Όπως σημείωσε, εάν η κυβέρνηση καταφέρει να περάσει φέτος έναν προϋπολογισμό που θα μειώνει τις δαπάνες και θα περιορίζει το δημοσιονομικό έλλειμμα, οι αγορές μπορούν να καθησυχαστούν από ένα απτό βήμα δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Η προειδοποίησή του, ωστόσο, ήταν σαφής: «Εάν δεν δράσουμε, υπάρχει πράγματι ο κίνδυνος να στραγγαλιστούμε σταδιακά από την άνοδο των επιτοκίων. Πρέπει να παραμείνουμε κύριοι της μοίρας μας».

Στο τραπέζι μέτρα 43 δισ. ευρώ

Η γαλλική κυβέρνηση παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα σχέδιο προϋπολογισμού που προβλέπει συνολικά 43 δισ. ευρώ από περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων, σε μια προσπάθεια να αρχίσει η αποκλιμάκωση ενός ελλείμματος το οποίο προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 5,4% του ΑΕΠ στο τέλος του έτους.

Το πολιτικό στοίχημα, ωστόσο, είναι μεγάλο. Χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ισχυρές αντιδράσεις της αντιπολίτευσης για σειρά αντιδημοφιλών μέτρων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η κατάργηση της αυτόματης αναπροσαρμογής των συντάξεων με βάση τον πληθωρισμό, καθώς και το μερικό «πάγωμα» των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων.

Στα ύψη οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων

Το κόστος δανεισμού έχει αυξηθεί διεθνώς, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρωζώνη, καθώς η άνοδος των ενεργειακών τιμών μετά τον πόλεμο στο Ιράν έχει αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Παράλληλα, οι μεγάλες εκδόσεις κρατικού και εταιρικού χρέους ασκούν πρόσθετη ανοδική πίεση στις αποδόσεις.

Η Γαλλία, όμως, βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από τις υπόλοιπες χώρες της G7. Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων έχουν σημειώσει τη μεγαλύτερη άνοδο μεταξύ των κρατικών τίτλων της ομάδας από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, καθώς οι επενδυτές συνυπολογίζουν όχι μόνο τις παγκόσμιες πιέσεις αλλά και τις αμφιβολίες για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να ελέγξει το έλλειμμα.

Στο επίκεντρο βρίσκεται επίσης η πολιτική αβεβαιότητα, ενόψει τόσο της σύγκρουσης για τον προϋπολογισμό όσο και των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους.

Το sell-off στα γαλλικά ομόλογα εντάθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, με την απόδοση του 10ετούς τίτλου να πλησιάζει το 5% την Παρασκευή, πριν υποχωρήσει τη Δευτέρα στο 4,86%.
Ακόμη πιο ανησυχητική για τις αγορές ήταν η διεύρυνση του spread μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών 10ετών ομολόγων, το οποίο ξεπέρασε προσωρινά τις 150 μονάδες βάσης.

Τα βλέμματα στην ΕΚΤ

Η απότομη διεύρυνση των spreads έχει ήδη πυροδοτήσει συζητήσεις μεταξύ αναλυτών για το κατά πόσον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα μπορούσε κάποια στιγμή να αναγκαστεί να παρέμβει, εφόσον θεωρήσει ότι υπάρχει κίνδυνος «κατακερματισμού» των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ευρωζώνης.

Ο κ. Μουλέν, όμως, επιχείρησε να μεταφέρει την ευθύνη ξανά στο Παρίσι. «Δεν είναι η ώρα να συζητάμε για την ΕΚΤ», υποστήριξε. «Το δίχτυ ασφαλείας βρίσκεται πιο κοντά μας. Βρίσκεται στην ικανότητα των Γάλλων και των εκλεγμένων εκπροσώπων τους να αναγνωρίσουν την ανάγκη αποκατάστασης των δημόσιων οικονομικών».

Να σημειωθεί πως η ΕΚΤ έχει ήδη αυξήσει δύο φορές τα επιτόκια τους τελευταίους μήνες, αντιδρώντας στον νέο πληθωριστικό κύκλο που πυροδότησε η ενεργειακή κρίση, ενώ και η Federal Reserve προχώρησε σε αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο.

Οι δύο μεγάλες κεντρικές τράπεζες αναμένεται να επανεκτιμήσουν την κατάσταση στις συνεδριάσεις τους στα τέλη Οκτωβρίου. Σύμφωνα πάντως με τον διοικητή της Banque de France, η άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων, η αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και το νέο ενεργειακό σοκ είναι πιθανό να επιβαρύνουν τη ζήτηση, περιορίζοντας ενδεχομένως την ανάγκη για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.