Ανοδικά κινήθηκαν οι περισσότερες ευρωπαϊκές μετοχές τη Δευτέρα, με ενίσχυση 0,2 για τον Stoxx 50 και 0,3% για τον ευρύτερο Stoxx 600, που έκλεισε στις 636 μονάδες.
Στα κύρια χρηματιστήρια της γηραιάς ηπείρου, ο δείκτης FTSE του Λονδίνου ενισχύθηκε 0,34%, ο DAX της Φρανκφούρτης κατέγραψε άνοδο 0,09% και ο FTSE MIB είχε κέρδη 0,66%. Αντίθετα, ο CAC του Παρισιού έκλεισε με απώλειες 0,80%, καθώς οι επενδυτές παραμένουν ανήσυχοι για τις δημοσιονομικές προοπτικές της χώρας, αλλά και για την πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.
Την καλύτερη επίδοση σημείωσαν οι ισπανικές μετοχές, με άνοδο 1,12% για τον βασικό δείκτη ΙΒΕΧ 35, μετά την απόφαση του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου, έπειτα από κοινοβουλευτική ήττα της κυβέρνησής του.
Μεταξύ των μετοχών που άσκησαν τις μεγαλύτερες πιέσεις στη γαλλική αγορά ήταν η Schneider Electric, η οποία κατέγραψε απώλειες άνω του 9%.
Η πτώση ακολούθησε την ανακοίνωση της εταιρείας ότι σχεδιάζει να εξαγοράσει την αμερικανική εταιρεία λογισμικού PTC έναντι 22,6 δισ. δολαρίων.
Η συμφωνία αποτελεί τη μεγαλύτερη εξαγορά στην ιστορία της Schneider Electric και προκάλεσε ανησυχίες στους επενδυτές, ασκώντας ισχυρές πιέσεις στη μετοχή.
Στον ευρύτερο ευρωπαϊκό δείκτη, η Banco Santander προσέφερε στήριξη στην αγορά, καθώς η μετοχή της έφτασε να ενισχύεται περισσότερο από 4%.
Σε χαμηλό 17 μηνών το ευρώ
Στο χαμηλότερο επίπεδο έναντι του δολαρίου εδώ και 17 μήνες βούτηξε το ευρώ, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες ότι η δημοσιονομική κατάσταση στη Γαλλία θα μπορούσε να απειλήσει τη σταθερότητα της νομισματικής ένωσης. Οι πιέσεις στα γαλλικά assets αποτυπώθηκαν και στην αγορά συναλλάγματος.
Το ενιαίο νόμισμα υποχώρησε έως και 0,8% έναντι του δολαρίου, πέφτοντας κάτω από το επίπεδο των 1,12 δολαρίων και καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2025. Από τις αρχές του μήνα έχει υποχωρήσει περίπου 1,2%, διευρύνοντας την πτώση έναντι του αμερικανικού νομίσματος κατά περίπου οκτώ σεντς από το υψηλό των 1,20 δολαρίων τον Ιανουάριο.
Οι επενδυτές αποδίδουν την πτώση του ευρώ στις αυξανόμενες ανησυχίες για το κόστος εξυπηρέτησης του γαλλικού χρέους, καθώς η κυβέρνηση προσπαθεί να θέσει υπό έλεγχο τα επιβαρυμένα δημόσια οικονομικά ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους.
Σε υψηλό 24 ετών οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων
Εν μέσω παγκόσμιων πιέσεων στην αγορά κρατικών ομολόγων, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν προκαλεί αναταράξεις στις αγορές, η απόδοση –ουσιαστικά το επιτόκιο– του 10ετούς γαλλικού κρατικού ομολόγου ανήλθε την περασμένη εβδομάδα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002, προτού υποχωρήσει ελαφρώς την Παρασκευή. Σήμερα Δευτέρα η απόδοση του γαλλικού 10ετούς κινήθηκε γύρω στο 4,90%.
Η εξέλιξη αυτή διεύρυνε τη διαφορά μεταξύ του κόστους δανεισμού της Γαλλίας και της Γερμανίας –έναν σημαντικό δείκτη του βαθμού ανησυχίας των επενδυτών– στο υψηλότερο επίπεδο από το 2012, στο αποκορύφωμα της κρίσης κρατικού χρέους στην ευρωζώνη.
Οι επενδυτές εστιάζουν στη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας και εκφράζουν ανησυχίες ότι οι προεδρικές εκλογές και ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο –με ενισχυμένη την ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση της Μαρίν Λεπέν– θα μπορούσαν να δυσκολέψουν τις προσπάθειες της κυβέρνησης να περιορίσει το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα.
Η κυβέρνηση μειοψηφίας του Γάλλου πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα σχέδιο εξοικονόμησης 54 δισ. ευρώ, με στόχο τον περιορισμό του κρατικού δανεισμού, ανοίγοντας τον δρόμο για μια σκληρή πολιτική αντιπαράθεση.
Καθώς η κεντρώα κυβέρνηση του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν βρίσκεται υπό πίεση λόγω απεργιών και διαδηλώσεων σε ολόκληρη τη χώρα, τα μέτρα προβλέπουν περικοπές στις δαπάνες για συντάξεις και στη χρηματοδότηση υπουργείων και δημόσιων υπηρεσιών, με εξαίρεση τις αμυντικές δαπάνες.
Ο Λεκορνί δήλωσε ότι τα μέτρα εξοικονόμησης θα περιορίσουν το δημοσιονομικό έλλειμμα από 5,5% του ΑΕΠ φέτος σε 5% το επόμενο έτος. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι χωρίς τη λήψη μέτρων η διαφορά μεταξύ δημοσίων δαπανών και εσόδων θα μπορούσε να φτάσει το 6,5%.
Φόβοι για μετάδοση της κρίσης στην ευρωζώνη
Οι επενδυτές φοβούνται, ωστόσο, ότι οι πολιτικές πιέσεις θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν την προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού και επιβαρύνοντας περαιτέρω το γαλλικό χρέος σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος κρατικού δανεισμού έχει ήδη αυξηθεί σημαντικά.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι οι πιέσεις στην αγορά γαλλικών κρατικών ομολόγων θα μπορούσαν να μεταδοθούν και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης, αναζωπυρώνοντας τους φόβους για επιστροφή στις συνθήκες που χαρακτήρισαν την κρίση κρατικού χρέους της δεκαετίας του 2010.
Οι εξελίξεις τρέχουν σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις, λόγω των αυξανόμενων πληθωριστικών πιέσεων που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, αλλά και του κινδύνου να επεκταθούν τα προβλήματα του γαλλικού χρέους σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
